Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου, 2021

Το ημερολόγιο ενός πολεμιστή της Μάχης της Κρήτης

■ Τα γεγονότα της εποχής, όπως τα κατέγραψε ο Νεοζηλανδός Κλάιβ Λόου (Clive Lowe)

Ε’ ΜΕΡΟΣ

14- ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΟΡΓΗ

Στα τριακόσια μέτρα, πίστευα ότι ήταν του θανατά καλός. Ευτυχώς, είχα κάνει πολύ εκπαίδευση με το τουφέκι στα νιάτα μου και πιστώθηκε ότι ήταν ένας καλός πυροβολισμός.
Σημάδεψα την μορφή και έσφιξα τη σκανδάλη. Η φιγούρα παρέμεινε όρθια και έστειλα σε αυτήν ακόμα ένα μύνημα από καυτό μολύβι. Έπεσε στα ανοικτά. Μια άλλη μορφή σκαρφάλωσε και έτρεξε για το καταφύγιο της καλύβας. Έστειλα μια σφαίρα και σε αυτόν, αλλά κατάφερε να φθάσει στην καλύβα με ασφάλεια. Δεν νομίζω ότι τον χτύπησα. Γύρισα στο σημείο όπου ήταν ο Τομ, και είδα ότι παρέμεινε ξαπλωμένος ακόμα.
“Τομ, είσαι έτοιμος; μπορείς να έρθεις τώρα ενώ θα σε καλύπτω;”
“δεν..” ήρθε μια ασθενική απάντηση “Δεν μπορώ να κουνηθώ”. Η φωνή του ακούστηκε γεμάτη πόνο. Ή έτσι φαντάστηκα ότι τον άκουσα.
«Θα σε φέρω εγώ, φίλε», είπα καθώς έβαλα το τουφέκι κάτω και έσπευσα σε αυτόν. Δεν έπεσαν καθόλου πυροβολισμοί κοντά μου. Τίποτα! Στην πραγματικότητα δεν μου ριξαν καθόλου. Οι τρείς βολές μου, που τους έριξα, πρέπει να τους είχαν κάνει να λουφάξει για λίγο. Τον κουβάλησα γρήγορα, γιατί ο Τόμι ήταν και λίγο ελαφρύς και γυρίσαμε πίσω στις συκιές. Και πάλι κανένας δεν πυροβόλησε. Όπως τον έβαλα κάτω, μουρμούρισε..
“Ευχαριστώ” αλλά τα λόγια του ήταν περισσότερο χαϊδευτικά από οποιαδήποτε άλλη φορά..
“Βούλωστο ρε βρωμόστομα” του είπα “κάτσε να σου ρίξω μια ματιά.” αλλά αν και μιλούσα χωρατεύοντας θα μπορούσα να βάλω και τα κλάματα, γιατί φαινόταν ότι είχε χάσει το χρώμα στο πρόσωπο του, κι έδειχνε τόσο κουρασμένος. “Ω, ρε Tommy” ψιθύρισα “Πες μου ότι είσαι OΚ”
«Δεν θα μπορούσαν να με σκοτώσουν, βρε βλάκα , πρόσεξε μην μου κλαφτείς σε λίγο», αλλά μιλούσε με πόνο.
Όπως τον εξέτασα, δεν μπορούσα να εύκολα να αποφύγω τη λέξη που έφτασε στα χείλη μου. Είχε μια πληγή στο στήθος του. Η σφαίρα είχε περάσει καθαρά μέσα από το ένα χέρι πάνω στο μυ, χτυπώντας το στήθος του και έξω από το άλλο χέρι πάνω από τον αγκώνα. Πιθανόν να τον χτύπησαν ενώ βρίσκόταν ξαπλωμένος στα σταφύλια. Μια άλλη σφαίρα είχε περάσει μέσα από το μυ του ποδιού του επάνω από το γόνατο και μια άλλη τον είχε πετύχει στην γάμπα του ίδιου ποδιού. Η τελευταία του πληγή ήταν η πρώτη που είχε λάβει. Είχε επίσης σπάσει τον αστράγαλο του άλλου ποδιού. Στα δυο από τα τραύματα του απλώς κρεμόταν ακρωτηριασμένες σάρκες από τις τρύπες που του άνοιξαν οι σφαίρες. Χρησιμοποίησα τόσο τους επιδέσμους του όσο και τους δικούς μου και στη συνέχεια τους έδεσα με έναν κόμπο.Είχε χάσει πολύ αίμα. Αν τέσσερις άλλοι και ένας αξιωματικός δεν είχαν φτάσει στο καταφύγιο μας με τις συκιές, μόλις τελείωσα με τους επίδεσμους, η θέση μας θα ήταν πολύ σοβαρή.
Όπως και να έχει δύο από εμάς τον μετέφεραν πίσω κάτω από πυρ υποστήριξης. Δεν ξέρω αν το τουφεκίδι μας βοήθησε, αλλά έφτασαν στην ασφάλεια ενός μεγάλου ελαιώνα και εξαφανίστηκαν. Προσευχήθηκα για ένα λεπτό ότι ο φίλος μου, ο καλύτερος φίλος μου θα τα κατάφερνε και θα γινόταν καλά..
“Εντάξει παιδιά ετοιμαστείτε! Γεμίστε τα όπλα σας με δέκα γύρους πυρομαχικά. Όταν ακούσετε τρεις πυροβολισμούς από περίστροφα στην κορυφή του λόφου, ανοίξτε πυρ και στη συνέχεια σηκωθείτε και επιτεθείτε! Oι Γερμανοί είναι σε αυτά τα βράχια και γύρω από την καλύβα. Δεν σας ζητώ να πιάσετε καν αιχμάλωτους! Ο Αξιωματικός τελείωσε, και γύρισε και μας κοίταξε.
«Ναι Κύριε» απαντήσαμε.
Ήμουνα γεμάτος έξαψη και οργή. Ο Τόμι μπορεί να ήταν είναι νεκρός έτσι κι αλλιώς. Θα έκανα κόσκινο κάποιον Γερμαναρά με ένα κιλό καυτό μολύβι γι αυτόν, ορκίστηκα στον εαυτό μου.

15- ΕΦΟΔΟΣ

Τρεις βαθιές βολές που μπορούσαν να γίνουν μόνο από ένα 45αρι περίστροφο εκτοξεύτηκαν έξω και ακολούθησε μια ομοβροντία σε όλο το μήκος του μετώπου. Στη συνέχεια, δεκάδες άνδρες με χακί στολές, πήδηξαν και άρχισαν να τρέχουν κάτω από την πλαγιά του λόφου, φωνάζοντας, και προτάσοντας τις ξιφολόγχες των τουφεκιών τους μπροστά. Μια απάντηση ομοβροντιών προήλθε από την άλλη πλευρά της πλαγιάς και κάποιοι με τις χακί στολές έπεσαν κάτω αλλά οι υπόλοιποι συνέχισαν.
Από την άλλη πλευρά της πλαγιάς εκτοξεύτηκε μια πράσινη φωτοβολίδα, ακολουθούμενη μετά από μια κόκκινη.
“Νάτα μας” είπα στον εαυτό μου “Οι Γερμανοι καλούν για βοήθεια, αλλά εμείς θα φτάσουμε πρώτοι εκεί.”
Οι δικοί μας μπροστά είχαν φτάσει χωράφι με το σιτάρι, όταν δύο ME’s109 εφόρμησαν κάτω και γάζωσαν το πεδίο με πολυβόλα. Τρία άλλα προήλθαν από άλλη κατεύθυνση, και έφτασαν επίσης δύο ακόμη βομβαρδιστικά.
Ήμασταν όλοι μέσα στο σιτάρι εκείνη την στιγμή καθώς ο καυτός χάλυβας πέρασε μέσα από το χρυσό χρωμα του σιταριου και χτύπησε στο έδαφος. Κάποιοι από τους δικούς μας τραυματίστηκαν ή σκοτώθηκαν. Ο αξιωματικός μας, φώναξε ..”Πέστε κάτω!” Καθώς είμασταν ξαπλωμένοι και σε απελπισία, ανοίξαμε πυρ εναντίον αυτών των αεροπλάνων. Νομίζω ότι έβγαλα δάκρυα αίματος από τα μάτια μου, τόσο μεγάλη ήταν η απογοήτευσή μου. Με άγριο θυμό πυροβολούσα και ξαναπυροβολούσα σε αυτούς τους διάβολους του αέρα, αλλά το δικό μου πυρ καθως και των άλλων ήταν απολύτως άχρηστο.
Τα αεροπλάνα συνέχισαν να μας στραγγαλίζουν. Καθόμουν ακίνητος με λίγα κομμάτια σιταριού να χωρίζουν αυτά και εμένα. Για είκοσι λεπτά στριφογύριζαν γύρω μας σαν αρπακτικά, αλλά αυτά τα αρπακτικά δεν περιστρέφονταν απλώς! Μας γάζωναν τόσο γρήγορα όσο τα πολυβόλα τους μπορούσαν να βγάλουν όλο αυτό το καυτό μολύβι έξω. “Θεέ μου!” σκέφτηκα, “Αν ρίξουν τωρα δυο εμπρηστικές βόμβες τότε χαθήκαμε!” Μας έκοψαν σαν χορτάρι πριν από τον θερισμό ,και προσπαθούσαμε τώρα να βγούμε από αυτό το φλεγόμενο πεδίο.
Αλλά με κάποιο τρόπο αυτές οι σκέψεις μας δεν τους ένοιαζαν, και συνέχισαν με το να μας γαζώνουν. Στη συνέχεια από την πλαγιά μέχρι την κορυφή δύο φωτοβολίδες “Verey” εκτοξεύτηκαν. Αυτή τη φορά ήταν μια κόκκινη που ακολουθήθηκε από μία πράσινη. Με μια τελική επίθεση που μας έκαναν, τα αεροπλάνα έφυγαν και πυρά πολυβόλων όπλων άρχισαν να έρχονται από το λόφο. Είχαν αλλάξει τις θέσεις τους πιο μακριά, και τώρα δεν είχαμε καμία πιθανότητα να τους προσεγγίσουμε. Ο αξιωματικός κραύγασε μια εντολή για να προχωρήσουμε, και να ανεβούμε πάλι για φτάσουμε στο σημείο που κατείχε ο Γερμανός ελεύθερος σκοπευτής πιο πριν. Υπήρχαν έντεκα νεκροί ανάμεσα στα βράχια και δίπλα στην καλύβα, και δύο ετοιμοθάνατοι. Δεν είχε σημασία…
Ήμασταν σε επικίνδυνη θέση κι εμείς οι ίδιοι τώρα, και δεν υπήρχε τίποτα περισσότερο που να μπορούσαμε να κάνουμε. Είχαμε απομείνει μόνο οι μισοί από αυτούς που είμασταν όταν ξεκινήσαμε την επίθεση. Κι άν είμασταν και τόσοι. Η εντολή ήρθε για μας να επιστρέψουμε πίσω, και με απογοήτευση ξεκινήσαμε να καταριόμαστε τα σιχαμένα αεροπλάνα που μας έκλεψαν τη νίκη μας, ακόμα και με την σκέψη ότι έστω κι αν φτάσαμε στο στόχο μας, θα μας το είχαν πάλι ακυρώσει.
“Πού είναι η Αεροπορία μας;” φώναξα σχεδόν κλαίγοντας στον εαυτό μου.
Και θα στοιχηματίσω ότι αυτές οι λέξεις ήταν στο μυαλό όλων μας.
Αλλά τα προβλήματά μας δεν είχαν τελειώσει ακόμα. Έπρεπε ακόμα να διασχίσουμε αυτό το πεδίο με το σιτάρι και να φθάσουμε με ασφάλεια στην άλλη πλευρά. Αυτό το καταφέραμε, αλλά με την απώλεια κι άλλων δικών μας που έπεσαν κάτω από σφαίρες που προερχόταν από τους ελεύθερους σκοπευτές. Όταν επιτέλους φτάσαμε στον παράδεισο των μεγάλων ελιών, είχε απομείνει μόνο το ένα τρίτο του αρχικού μας αριθμού. Κουρασμένοι, απογοητευμένοι και απόλυτα αηδιασμένοι, ξαπλώσαμε κάτω από τα δέντρα και καταριόμασταν την Αεροπορία μας που δεν βρισκόταν εκεί για να μας βοηθήσει.
Αυτό λοιπόν ήταν ότι είχαμε “κερδίσει”. Μια ωραία ανάπαυση! Θα ήταν καλύτερα να παραμείνουμε εκεί που ξεκινήσαμε τη μάχη. Δεν θα μπορούσαμε να είμασταν χειρότερα. Ήμουν σίγουρος γι αυτό.
Το σκοτάδι κατέβηκε στα κουρασμένα και δυσαρεστημένα πρόσωπα μας, και επιτέλους πήραμε το δρόμο μας προς τα εκεί όπου ξεκουραζόμασταν νωρίς εκείνο το πρωί. Έφτασα στο πρόχειρο εκείνο στρατόπεδο και έκανα αμέσως ερωτήσεις για τον Tommy.
“Είναι σε σταθερή κατάσταση, αλλά είναι πολύ αδύναμος” μου είπαν.
Πήρα τον δρόμο μου προς τα εκεί που βρισκόταν οι τραυματίες. Όπως είδα τον φίλο μου, έπεσα στα γόνατά μου δίπλα του, και έβαλα το χέρι μου στο μέτωπό του. Γιατί το έκανα αυτό; Δεν ήξερα. Δεν ήμουν γιατρός. Ωστόσο, ήξερα ότι από τον πυρετό που είχε ότι ήταν πολύ άρρωστος. Άνοιξε τα μάτια του και με κοίταξε.

16- ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΜΥ

-“Γεια σου ρε μπαρουτοκαπνισμένε” με χαιρέτησε. “Νόμιζα ότι μπορεί να σε έχουν μάζέψει κι εσένα.”
“Η σφαίρα που θα με βρει δεν έχει φτιαχτεί ακόμα, γιέ μου” είπα “πώς αισθάνεσαι τώρα, ούτως ή άλλως;”
“A, δεν είναι τόσο κακό, αλλά δεν μπορώ να κουνήσω το ένα χέρι, ή τα πόδια μου καθόλου. Είμαι σε μια κατάσταση καταραμένης ακινησίας! Ετσι δεν είναι;”
“Θα γίνεις σαν ζελέ μόλις φτάσεις στο νοσοκομείο” είπα. “Μπορώ να κάνω τίποτα για σένα Tom;”
“Σίγουρα! Άναψε μου ένα τσιγάρο. Θα πρέπει να μου το κρατάς ενώ καπνίζω επειδή εγώ δεν μπορώ”, είπε.
Άναψα το τσιγάρο, καλύβοντας προσεκτικά την φωτιά και το έβαλα ανάμεσα στα χείλη του. Πήρε κάποιες τζούρες για λίγα λεπτά,και έπειτα το πήρα μακριά.
“Γαμώτι μου,αυτό ηταν τέλειο.Και πως το περίμενα. Ήξερα ότι θα έρθεις σύντομα” είπε.
“Δεν σας έδινε κανείς καπνό;” Ρώτησα.
“Υποθέτω ναι, αλλά ήξερα ότι θα έρθεις.”
Πήρα κι εγώ μερικές τζούρες από το τσιγάρο, και στη συνέχεια το έβαλα και πάλι στα χείλη του.
“Τα τραύματά σου σε πονάνε πολύ;”
“Περίπου μια ώρα πριν άρχισα να πονάω λίγο και τώρα είναι πολύ πιο επώδυνα. Πρέπει να ήταν μουδιασμένα στην αρχή, γιατί δεν μπορούσα να τα αισθανθώ καθόλου” απάντησε. «Αυτός ο καπνός είναι πολύ καλός» επανέλαβε ξανά.
Μιλήσαμε για κάποιο χρονικό διάστημα καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο.
“Clive” είπε σε μια στιγμή: “Θυμάσαι το στρατοδικείο στο οποίο θα μας πήγαιναν; Πρέπει να έχουν χάσει τα αρχεία στην Ελλάδα γιατί δεν μας απαγγέλθηκαν κατηγορίες.Έτσι δεν είναι;” Είχαμε κάποιες ωραίες φάσεις “.
“Στοιχηματίζεις σε αυτό;” Απάντησα πρώτα στο δεύτερο ερώτημα: “Ναι, πρέπει να έχουν χάσει τα αρχεία για τα καλά”, χαμογέλασα στο σκοτάδι. “Παραλίγο να μας “ξυρίζανε”, ίσως να είμασταν “τεντωμένοι” τώρα.”
“Ναι, αλλά φαίνεται ότι όλα τα ωραία που είχαμε τελειώνουν τώρα, θα χωρίσουμε, και ίσως δεν θα ξαναβρεθούμε μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος”.
“Οι ημέρες πολέμου σου έχουν τελειώσει και μην το ξεχνάς .. Γιατί εσύ “έφαγες” λίγη φωτιά και θα είσαι πίσω στην Νέα Ζηλανδία μέσα σε τρεις μήνες το πολύ. Έχεις ήδη το εισιτήριο για το καράβι σου.Τότε θα καθίσεις πίσω σε κάποια μηλιά στο ηλιόλουστο Nelson και θα σκέφτεσαι εμάς τους τσαρλατάνους, ακόμα εδώ. Θεέ μου, σε ζηλεύω για την τύχη σου” Τον πειράξα.
“Προς το παρόν ξεκουράζω την πλάτη μου, αλλά θα ήθελα να μείνω μαζί σας ρε γελοίοι”.
Η ομιλία μας διακόπηκε απότομα καθώς ήρθαν τέσσερις δικοί μας με ένα φορείο.
“Ελά, παλιόγερε Tom , θα σε μεταφέρουμε εκεί που βρίσκονται και οι υπόλοιποι τραυματίες. Βρίσκονται σε μια καλύβα δίπλα στο δρόμο και περιμένουν ένα φορτηγό να τους πάει σε νοσοκομείο. Υπάρχει κι ένας Ιερέας εκεί και θα δέσει τις πληγές σου σωστά. ” είπε ένα παιδί.
Βοήθησα για να τον πάρουμε κάτω και τον βάλαμε δίπλα σε κάποιους άλλους δικούς μας. Αντάλλαξα λόγια μαζί τους, γιατί εκτός από έναν όλοι οι άλλοι ήταν από τον Λόχο μας και στη συνέχεια γύρισα πίσω στον Τομ κι αρχίσαμε να μιλάμε ξανά. Είχε χρώμα σαν λευκή κιμωλία. Αν και δεν είχε ψιθυρίσει ούτε μια λέξη όταν πηγαίναμε, ήξερα ότι ένιωθε χάλια. Μετά από ένα τσιγάρο επανήλθε ξανά στο κανονικό. Τελικά του είπα ότι πρέπει να επιστρέψω και θα ομολογήσω, ότι υπήρχαν δάκρυα στα μάτια μου.
“Θα σε ξαναδώ πίσω στην Ν. Ζηλανδία.” μου είπε αργά.
“Σίγουρα, θα έρθω να σε βρω, μην ανησυχείς.” Κράτησα το χέρι του που έτρεμε: “Γιατί τρέμεις σαν φύλλo;” είπα
«Από τότε που με κουβαλήσατε εσείς οι γελοίοι», με πείραξε. «Άντε φύγε, γιατί έτσι όπως πάει θα με φιλήσεις σε λίγο» γέλασε με τον παλιό του χαρούμενο τρόπο.
“Ναι, καλύτερα να πηγαίνω, Αντίο ρε Tommy, να έχεις καλή διαδρομή, και κοίτα να φτιάξεις την οικογένεια σου όταν φτάσεις στο σπίτι σου, και στην γυναίκα σου”.
“Έγινε ρε συναισθηματικέ ανόητε! Αντίο ρε Clive” Και με αυτό έφυγα, αφήνοντας πίσω όλα τα τσιγάρα που είχα στις τσέπες μου. Αν ψυχολογικά αισθανόταν κι αυτός τόσο χάλια όσο κι εγώ, αυτό δεν θα βοηθούσε καθόλου με τις πληγές του. Για μένα η όποια καλή διάθεση με είχε αφήσει, όταν του είπα «Αντίο». Γύρισα πίσω με μια πίκρα στο κεφάλι μου. Τίποτα δεν φαινόταν να πηγαίνει καλά.
Ήμουν στην ίδια πικρή διάθεση όταν επέστρεψα στον Λόχο. Καθόταν όλοι τους ολόγυρα τρώγοντας λίγο ψωμί. Οι μερίδες είχαν λιγοστέψει κατά πολύ.

17- Η ΚΟΛΑΣΗ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΜΑΣ

“Δεν είχα καμία όρεξη, παρόλο που ήμουν τόσο πεινασμένος όσο μια αρκούδα. Τα υπόλοιπα παιδιά ήταν πολύ ευαίσθητα στην παραμικρή λέξη που ακουγόταν παράτερη και απαντούσαν ευθεία και ωμά..
Ενώ καθόμασταν εκεί, ήρθαν κάποιοι από τους δικούς μας κι έφεραν μερικούς αιχμάλωτους. Κάποιος από αυτούς ήρθε κοντά μου. Δεν φορούσε κράνος και το χιτώνιο του ήταν ανοιχτό. Με εξοργίσε με το προκλητικό χαμόγελο του. Ήμουν έτοιμος να πιάσω το όπλο μου και να του φέρω στην μούρη του. Ο Jim χτύπησε το όπλο μου και το κατέβασε με το χέρι του.
“Clive, για όνομα του θεού! Δεν το κάνουμε αυτό.”
“Γιατί όχι; Είναι κι αυτός ένας από τους μπάσταρδους που χτύπησαν τον Tommy.”
“Ναι το ξέρω! αλλά επίσης είναι και άοπλος” είπε ο Jim.
“Γιατί δεν βγαίνουν έξω στα ανοικτά να πολεμήσουν;”
“Λοιπόν, αυτός είναι ο πόλεμος! Όλοι οι τρόποι είναι δίκαιοι σε αυτόν.”
Ήξερα ότι είχε δίκιο. Αλλά κατά κάποιο τρόπο αυτό το γαλάζιο μάτι του όλο αλαζονεία Γερμανού με είχε βγάλει εκτός ελέγχου. Ένιωθα έτοιμος ότι θα μπορούσα να τον σκοτώσω με τα γυμνά χέρια μου. Συνήθως είμαι αρκετά ήρεμος, αλλά αυτή ήταν η μια μοναδική φορά που ένιωσα ένα πραγματικό ένστικτο φονιά. Γύρισα κι έφυγα. Δεν μπορούσα να κάθομαι εκεί και να βλέπω τον γερμανό.
Την επόμενη μέρα μείναμε κάτω από τις ελιές και ξεκουραστήκαμε. Η αεροπορική δραστηριότητα ήταν η συνηθισμένη και μόνο δύο από την διμοιρία μας υπέστησαν κάποια ελαφρά τραύματα. Το πυροβολικό μας άνοιξε πυρ περίπου στις δέκα το πρωί και το Γερμανικό πυροβολικό απάντησε από το αεροδρόμιο του Μάλεμε λίγο αργότερα. Ήμασταν στη μέση και μπορούσαμε να ακούσουμε το σφύριγμα των οβίδων. Δεν μπορούσαμε να πούμε με σιγουριά ποιές ήταν οι Γερμανικές και ποιες οι αγγλικές. Το μόνο που ελπίζαμε (για τις δικές μας) ήταν ότι δεν έπεσαν μακριά από τον στόχο τους..
Ξεκινήσαμε να παίζουμε Slippery Sam αφού είχαμε φάει ένα κομμάτι ψωμιού για δείπνο, μέχρι περίπου στις τρεις η ώρα. Φαινόταν περίεργο να καθόμαστε εκεί παίζοντας χαρτιά, ενώ τα βλήματα του πυροβολικού σφύριζαν πάνω από το κεφάλι μας. Σε κάθε σφύριγμα κοντινής οβίδας πέφταμε κάτω. Ο Mac μας είπε..
“Δεν χρειάζεται να φοβόσαστε που τις ακούτε. Έχουν ήδη περάσει”.
“Τότε γιατί κρύβεσαι σαν την πάπια κάθε φορά;” ρώτησε ο Jack Ray.
“Υποθέτω ότι είναι το ένστικτό μου” απάντησε ο Mac. Ένας καινούργιος καυγάς ακολούθησε πάλι, αλλά ο Mac φώναζε πιο δυνατά και νομίζω ότι επικράτησε.
Στις τρείς, άρχισαν να πέφτουν όλμοι κατά μήκος της κορυφογραμμής πάνω από μας, και σταδιακά να σκαρφαλώνουν μέχρι να εκραγούν ανάμεσα στις ελιές. Αυτό διέκοψε το παιχνίδι μας και μείναμε όλο το απόγευμα κοντά στον κορμό μιας ελιάς. Οι Γερμανοί με τους όλμους τους ήταν ένας θανάσιμος συνδυασμός. Αυτοί οι όλμοι τους ήταν εξαιρετικά καλοί. Το μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε ήταν ότι δεν είχαμε δικούς μας όλμους για να ανταποδώσουμε το πυρ. Είδα ένα θέαμα περίπου στις πέντε το απόγευμα που με κατατρόμαξε.
Πήγα σε ένα πηγάδι για νερό και καθώς σηκώθηκα όρθιος αφού το πήρα γύρισα να δω προς στην κατεύθυνση του αεροδρομίου. Ξαφνικά μια μπάλα φωτιάς ήρθε αργά, και στη συνέχεια, με ένα σφύριγμα πέρασε κι έσκασε πάνω από το κεφάλι μου. Έπεσα κάτω και ταυτόχρονα μια άλλη πέρασε δίπλα από μένα. Έσκασε επίσης πάνω από το κεφάλι μου. Έξι ακόμα ερχόταν από την ίδια κατεύθυνση και δεν μπορούσα να σκεφτώ ούτε για μια στιγμή τι ήταν. Τότε έφτασε σε μένα ο ήχος από τα Bofors στο αεροδρόμιο. Δεν τα είχα ακούσει ποτέ να σκάζουν και ούτε το ήθελα. Με είχαν φοβήσει ήδη αρκετά όπως ήταν, και τα είδα. Ήταν σαν κάτι απόκοσμο. Κι αυτή είναι η καλύτερη λέξη που μπορώ να σκεφτώ για να το περιγράψω.
Προς τα μεσάνυχτα, γυρίσαμε πίσω σε ένα ελαιώνα, λίγο έξω από τα Χανιά. Την επόμενη μέρα ήταν Κυριακή, αλλά δεν νομίζω ότι οι Γερμανοί νοιαζόταν για αυτό. Κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ημέρας τα αεροσκάφη τους πέταξαν πάνω από τα Χανιά βομβαρδίζοντας και πολυβολώντας την πόλη. Αυτό φαινόταν πολύ άσχημο για την πόλη, επειδή δεν είχε καθόλου άμυνες. Έριξαν τα φορτία θανάτου τους με μένος. Δεν γνωρίζω πόσοι πολίτες σκοτώθηκαν σε αυτές τις τρομοκρατικές επιδρομές, αλλά νομίζω ότι θα ήταν πολύ σημαντικό. Η πόλη ήταν ήδη μια μάζα ερείπια και φλεγόμενα σπίτια όταν έπεσε η νύχτα.
Ο δρόμος βρισκόταν δίπλα στο άλσος που βρισκόμασταν και περίπου εβδομήντα μέτρα από μας ήταν μια γέφυρα πάνω από μια ξεραμένη κοίτη ποταμιού. Αργά το απόγευμα καθόμουν κάτω από τα δέντρα όταν δυο βομβαρδιστικά πέταξαν πάνω από το κεφάλι μου. Το επόμενο πράγμα που άκουσα ήταν το σφύριγμα μια βόμβας που πέφτει. Φάνηκε σαν να έρχεται κατευθείαν πάνω μου. Σηκώθηκα και πήδηξα με μια κίνηση προς ένα στενό χαντάκι δέκα ή δώδεκα βήματα μακριά μου. Καθώς βούτηξα μέσα πάνω σε άλλους σε τέσσερις, η βόμβα εξερράγη. Έμοιαζε σαν είχαν να σκάσει τα τύμπανα μου. Θραύσματα καρφώθηκαν ανάμεσα στα δέντρα, μαζί με νέφη σκόνης και βρωμιάς.

 

 

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες