Παρασκευή, 30 Ιουλίου, 2021

Το ημερολόγιο ενός πολεμιστή της Μάχης της Κρήτης – ΣΤ’ Μέρος

■ Τα γεγονότα της εποχής, όπως τα κατέγραψε ο Νεοζηλανδός Κλάιβ Λόου (Clive Lowe)

22- ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΡΑ ΑΤΙΜΙΑ

“Το όνομα σου, ποιο είναι το όνομα σου και ο αριθμός σου” ήταν όλο ότι ο αξιωματικός μπορούσε να πει.
“Δεν το χρειάζεστε τώρα” απάντησε ο Jim “Αν υπήρχαν λίγοι αξιωματικοί με μια μικρή κοινή εκτίμηση της δικής τους δύναμης δεν θα χρειαζόταν να παραδοθούμε. Πολύ μεγάλο μέρος του στρατού υποφέρει για εσάς, επειδή κάποιοι τσαρλατάνοι συσκέπτονται πίσω από μια καρέκλα ακούγοντας το ραδιόφωνο και λένε ότι πρέπει να υποχωρήσουμε! Οι αξιωματικοί μας δεν μπορούν να σκεφτούν για κάτι πέρα από τον ευατό τους. Αν αυτός ο τύπος λέει “υποχώρηση” τότε εμείς θα πρέπει να υποχωρήσουμε Εάν αυτοί οι τύποι πίσω στο σπίτι έλεγαν “Προέλαση” θα είχαμε προελαύνει. Δεν μπορείς να σκεφτείς καν για τον εαυτό σου. Είναι ότι χάσαμε την Κρήτη και το ξέρεις! Και μέχρι να μάθουν οι ίδιοι οι αξιωματικοί μας να σκέφτονται διαφορετικά για μας, θα χάσουμε κι άλλες μάχες … Σημειώστε τα λόγια μου” ο Τζιμ τελείωσε. Ήταν μια μακρά ομιλία γι ‘αυτόν.
Ο ανώτερος αξιωματικός περπάτησε, πήρε την πετσέτα και επέστρεψε στο σωρό των όπλων, την πέταξε πάνω από την κορυφή τους και την στερέωσε.
Ένας πυροβολισμός δίπλα, μας έκανε να γυρίσουμε όλοι τα κεφάλια μας. Ξαπλωμένος στο έδαφος ήταν ένας άνθρωπος. Φορούσε σορτς και πουκάμισο και τα μανίκια του ήταν τυλιγμένα. Δίπλα από το δεξί του χέρι ήταν ένα 45αρι περίστροφο. Κάπνιζε ακόμα. Το επάνω μέρος του κεφαλιού του είχε φύγει ολόκληρο. Έστρεψα μακριά το βλέμμα μου. Μετά γύρισα πίσω και τον κοίταξα ξανά. Ήταν τότε που παρατήρησα ένα μεγάλο τατουάζ στο χέρι του. Ήταν ένα κρανίο και σταυρωτά κόκαλα με την επιγραφή:
“Θάνατος παρά ατιμία.”
“Λοιπόν” είπε κάποιος “έζησε όπως έγραφε τατουάζ του. Σχεδόν θα ήθελα να έχω τα κότσια για να κάνω το ίδιο.
«Όχι και κότσια γι αυτό! Αυτή είναι η πράξη ενός δειλού» είπε ένα άλλος.
Ένας καυγάς ξέσπασε, αλλά δεν ήθελα να ακούσω. Ήμουν άρρωστος στην καρδιά. Ένιωθα ντροπιασμένος. Με τι μούτρα θα ξανάβλεπα τη γυναίκα και το παιδί μου; Ποιο ήταν το νόημα της τελευταίας μάχης στην κορυφογραμμή; Τίποτα. Μας ξεπούλησαν! Ξεπουληθήκαμε από κάποιον ανόητο που δεν μπορούσε να δει ότι κερδίζαμε. Ω!, τι στο διάολο τα σκέφτομαι; Αυτό δεν θα με οδηγήσει πουθενά.”
“Ελα Clive, πρέπει να συγκεντρωθούμε σε ένα χωριό εδώ πιο κάτω” η φωνή του Jim με ξύπνησε.
“O.Κ. έρχομαι” απάντησα.
Καθώς περπατούσαμε προς το χωριό περάσαμε δύο Αλπινιστές (Γερμανούς) στρατιώτες. Είχαν ένα μικρό λουλούδι στα καπέλα τους. Αυτά ήταν όλα όσα παρατήρησα γι αυτούς. Σκουντουφλούσα, και όταν έφτασα στο χωριό έπεσα στο έδαφος. Υπήρχαν χιλιάδες βρετανικά στρατεύματα εκεί. Καθιστοί, ξαπλωμένοι και όρθιοι. Πόσο πεινασμένος ήμουν! Πόσο κουρασμένος! Όλες αυτές τις τελευταίες δέκα μέρες όσα είχαν γίνει είχαν καταλήξει σε αυτό! Μου ερχόταν να κλάψω. Ποτέ δεν ήμουν πιο κοντά στη ζωή μου στο να βάλω τα κλάματα. Πήρα ένα τσιγάρο από την τσέπη μου και το άναψα. Ναι, υπάρχουν στιγμές που ένα τσιγάρο είναι κάτι που στέλνει ο Θεός, και αυτή σίγουρα ήταν μία από εκείνες τις στιγμές.
Άκουσα συνομιλίες, αλλά δεν έδωσα πολύ σημασία γι αυτές μέχρι που άκουσα έναν Νεοζηλανδό να μιλάει.
“Ναι” είπε “και ο Ταγματάρχης ήταν στο Sunderland (αεροσκάφος) όταν ο στρατηγός είπε” Είναι εντάξει που τα στρατεύματα είναι εκεί αποκομμένα. Μόνο το κουράγιο έχει απομείνει. Τότε τα αγόρια μου πρέπει να είναι σαν όχλος επειδή μένουν πίσω. Έτσι νομίζω ότι θα επιστρέψω σε αυτούς “έτσι πήρε στη βάρκα και επέστρεψε.
“Ποιος στο ειπε αυτο?” Ρώτησα με περιφρόνηση.
“Ο ίδιος ο Ταγματάρχης, μπροστά σε όλα τα παιδιά εκεί, ήμουν στον λόχο του.”
“Ποιόν λόχο?” Ρώτησα.
“ΝΖ λόχος πυροβολικού.” απάντησε.
“Είναι γεγονός ή μήπως μας δουλευεις;” ρώτησε κάποιος άλλος.
“Όχι. Αυτή είναι η αλήθεια, το άκουσα με τα αυτιά μου”.
“Ποιος ήταν αυτός ο στρατηγός, ο Φράιμπεργκ;” ρώτησε ο ίδιος συνάδελφος.
“Όχι, ο καραγκιόζης που πήρε την θέση του” ήταν η απάντηση. “Γι ‘αυτούς βλέπετε ότι είμαστε μόνο ο όχλος “.
Δεν λέω ότι αυτό είναι απολύτως αλήθεια, αλλά αυτό που θα πω είναι ότι το άκουσα από αρκετούς άλλους και οι ιστορίες τους ήταν παρόμοιες. Είναι δύσκολο να το πιστέψεις, αλλά όποιος από εμάς που ήταν εκεί είχε ρωτηθεί γι αυτό θα σου έλεγε ότι ήταν αλήθεια. Όπως είπα πριν, δεν ξέρω με βεβαιότητα γιατί το άκουσα μόνο από δεύτερο χέρι. Αλλά ακόμα και τότε το πίστεψα. Θα πίστευα οτιδήποτε για την ανώτερη ηγεσία μας. Μετά από αυτήν την καταστροφή ήταν ικανοί για οτιδήποτε, κατά την γνώμη μου.

23- Ο ΜΑΚΡΥΣ ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΧΑΝΙΑ

“Μετά από εμπεριστατωμένη έρευνα, οι Γερμανοί μας άφησαν μόνους μας για περίπου τρεις ώρες. Στην έρευνα που έκαναν μας πήραν φωτογραφικές μηχανές, τα fildo (αν και τα δύο δεν είχαν καταστραφεί από τους ιδιοκτήτες τους) τα ρολόγια (αν δεν ήταν κρυμμένα) και μερικά άλλα περίεργα πράγματα. Σίγουρα δεν έψαξαν σε μεγάλη κλίμακα.
Κατά τη διάρκεια των τριών ωρών που περιμέναμε, κάποιοι δικοί μας πήγαν μέχρι το χωριό προσπαθώντας να βρουν φαγητό. Ξέρω τρεις περιπτώσεις όπου κάποια γαϊδούρια σκοτώθηκαν, μαγειρεύτηκαν και φαγώθηκαν. Εγώ δεν πήρα τίποτα. Ήμουν αρκετά ατυχής ώστε να μην βρισκόμουν στο συγκεκριμένο σημείο. Επτά κοτόπουλα, μάλλον γερασμένα, πήγαν κι αυτά “υπερ πατρίδας” και πήρα τουλάχιστον μισό από αυτά, επειδή ήμουν ένας από αυτούς που έκλεψαν τον αχυρώνα. Οι ντόπιοι Κρητικοί ήταν ελάχιστοι. Που είχαν πάει, δεν είχα ιδέα.
Αφού έφαγα το μισό κοτόπουλο κάθισα και έκανα τσιγάρο. Αρκετοί από εμάς άρχισαν να συζητάνε, και αναρωτιόντουσαν αν υπήρχαν πιθανότητες να ξεφύγουν, αλλά ήξεραν ότι υπήρχε ένας κλοιός Γερμανών γύρω από το χωριό, κι έτσι αποφασίσαμε ότι είναι καλύτερο να μείνουμε. Μιλήσαμε για τη μάχη και για το πώς πιστεύαμε ότι κερδίζαμε ενώ συνεχίζαμε να υποχωρούμε.
“Τέλος πάντων” είπα μετά από λίγο “Εχουμε μια καλή ευκαιρία για να φύγουμε από το νησί. Είμαστε κοντά στο σημείο επιβίβασης.”
“Τρίχες” κάποιος μου απάντησε “Τα Σφακιά είναι ή ήταν το σημείο εκκένωσης και αυτό το χωριό απέχει τέσσερα μίλια από εδώ!”.
“Τι; δεν είναι η θάλασσα λίγο πιο κάτω;” Ρώτησα.
“Ναι, αλλά πρέπει να διασχίσεις τέσσερα μίλια πριν φτάσεις στα Σφακιά” Μου απαντησε. Εκείνη την στιγμή μας διέκοψε ένας Γερμανός των ορεινών στρατευμάτων για να μας πει να σηκωθούμε και να επιστρέψουμε πίσω. Πήραμε τα πόδια μας και ξεκινήσαμε. Για μια ώρα περπατήσαμε σε ενιαίο σχηματισμό πάνω στον δρόμο. Καθώς κοίταξα πίσω, η γραμμή Αγγλων στρατιωτών έφθανε μέχρι πίσω στο χωριό. Πρέπει να ήταν χιλιάδες από αυτούς, και υπήρξαν πολλοί άλλοι μπροστά μου. Οι σκέψεις μου έτρεξαν. Τι νίκη για τους Γερμαναράδες!. Πρέπει να είμασταν γύρω στις δέκα χιλιάδες κατά την εκτίμησή μου.
Μετά από μερικά κοπιαστικά μίλια, η ώρα, μετά από μια άλλη βασανιστική ώρα, πέρασε. Σε κάθε πηγάδι που βρίσκαμε πίναμε νερό. Μερικές φορές το νερό ήταν λάσπη, αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία. Τελικά στις εννέα το βράδυ φθάσαμε σε ένα μεγάλο χωράφι και εκεί προσπαθήσαμε να κοιμηθούμε. Είχε κρύο, και ο άνεμος δάγκωνε. Το μόνο που είχα ήταν τα κοντά σορτς που φορούσα και το πουκάμισό μου. Ένα ζευγάρι μπότες και κάλτσες τελείωνε τη στολή μου. Όλα τα υπόλοιπα είχαν μείνει εκεί που είχαμε κάνει την τελευταία μας στάση.. Στο δρόμο, το γόνατό μου είχε αρχίσει να πονάει άσχημα και επίσης είχε αρχίσει να λυγίζει. Σε μια γούρνα το έπλυνα με κρύο και βρώμικο νερό για να σταματήσω το τσούξιμο. Καθώς το καθάριζα, το τσούξιμο έφυγε, αφήνοντας έναν ελαφρύ πόνο. Ο Τζιμ μάλλον υπέφερε τρομερά, αλλά δεν μουρμούρισε ούτε ένα παράπονο.
Από τις 6 το επόμενο πρωί συνεχίσαμε όλη την ημέρα. Μας είχαν υποσχεθεί φαγητό σε ένα συγκεκριμένο χωριό αλλά από τη στιγμή που ο Jim και εγώ φτάσαμε εκεί, αυτό είχε τελειώσει. Δεν ξέρω πώς κατάφερα να κινηθώ εκείνη την ημέρα. Θα μπορούσα να αισθανθώ την αδυναμία, από την έλλειψη φαγητού και ύπνου, ολόκληρη πάνω μου. Μέχρι τη στιγμή που σταματήσαμε, ήμουν έτοιμος να καταρρεύσω.
Αργά το απόγευμα, περνώντας από ένα χωριό, είχα πάει σε ένα σπίτι και έκλεψα όλα τα πλυμένα ρούχα που ήταν πιασμένα στο διχτάκι. Ήταν δύο ζευγάρια γυναικεία σλιπάκια. Ήταν λευκά και κατάλληλα για επιδέσμους. Εκείνη τη νύχτα αναπαυτήκαμε κοντά σε ένα μικρό ρυάκι με παγωμένο νερό, και εδώ, ο Jim και εγώ πλύναμε τις πληγές μας. Το δικό μου, δύσκολα θα το αποκαλούσα πληγή, αλλά ήταν σε τόσο ευαίσθητο μέρος που όταν περπατούσα, μου πονούσε διαολεμένα. Τώρα που το έπλενα, είχε αρχίσει να σαπίζει. Είχε κάνει φλεγμονή και είχε πρηστεί. Ο Τζιμ το έδεσε με ύφασμα που έκοψε από τα γυναικεία ρούχα και αφού τελείωσε, ήταν πολύ καλύτερα. Με την σειρά μου έπλυνα το χέρι του για να τον επιδέσω. Μετά από αυτά, το ρίξαμε στο κάπνισμα και μιλήσαμε για κάποιο χρονικό διάστημα.
Δεν είχε τόσο κρύο όσο την προηγούμενη νύχτα, αλλά με τα σορτς που φορούσα κρύωνα πάλι ακριβώς το ίδιο. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Συνέχισα να σκέφτομαι το φαγητό όλη την ώρα. Τελικά γύρισα στον Jim.
“Κοιμάσαι Τζιμ;” Τον ρώτησα.
Μπα, δεν μπορώ να κοιμηθώ “απάντησε.
“Μήπως θα ‘θελες ένα πιάτο με μπριζόλα αρνιού με πράσινα μπιζέλια, ψητές πατάτες και πλούσια σάλτσα;” ρώτησα.
“Για όνομα του Θεού, βούλωσε το, αυτό είναι το μόνο που μπορώ να σκεφτώ πλάτη (αρνιου), πλάτη, και περισσότερη πλάτη! Προσπαθώ να μην το σκέφτομαι κι εσύ έρχεσαι και με τσινάς! Θεούλη μου! Θα μπορούσα να φάω ένα ολόκληρο αρνί μονοκοπανιά!” μου απάντησε.
Μιλήσαμε κι άλλο μέχρι που μας πήρε τελικά ο ύπνος, για να ξυπνήσουμε στο πρώτο φως της αυγής. Βαδίσαμε ξανά αλλά αυτή τη φορά ο ρυθμός μας επιβράδυνε. Κούτσαινα άσχημα και ο Jim ήταν λευκός σαν πανί. Το χέρι του ήταν σε κακή κατάσταση. Σε δύο πηγάδια στην οδό, οι Γερμανοί στρατιώτες μας έσπρωξαν μακριά από αυτά προτού μπορέσουμε να πιούμε, κι όταν επιτέλους φθάσαμε σε ένα ρυάκι, ξέσπασα εκεί.
Στις τεσσεράμισυ περίπου εκείνο το απόγευμα ο Jim έπεσε στο χορτάρι στο πλάι του δρόμου, και είπε ότι δεν μπορούσε να περπατήσει ούτε μια ίντσα άλλο σήμερα. Τριγυρίσαμε γύρω από μερικές μουριές και ξαπλώσαμε εκεί. Η αδυναμία μου με είχε καταβάλει εντελώς τώρα. Ένιωθα ότι δεν θα φθάσουμε ποτέ στα Χανιά. Κοιμηθήκαμε εκείνη τη νύχτα, και είμασταν τόσο κουρασμένοι, που όταν ξύπνησα το πρωί ήμουν πιασμένος και αγκυλωμένος.
Το τελευταίο στάδιο αυτής της πορείας-εφιάλτης πέρασε σαν μια ομίχλη στην μνήμη μου. Θυμάμαι ότι είδα δυο δικούς μα να κείτονται άκαμπτοι στο δρόμο, πολύ λίγο προτού να φθάσουμε στα Χανιά.
Καθώς περνούσαμε μέσα από την πόλη, πρέπει να φαινόμασταν σε πολύ κακά χάλια. Ένα κορίτσι χύμηξε κυριολεκτικά κοντά μας, και έβαλε τα χέρια της πάνω μας, για να μας βοηθήσει. Ο Jim και εγώ πρακτικά στηριζόμασταν ο ένας πάνω στον άλλο. Έτσι αυτή δεν είχε κανένα πρόβλημα να στηρίξει τα χέρια της γύρω από τους δυο μας.
“Oh Inglise” αναφώνησε κλαίγοντας.
Ένας γερμανός στρατιώτης ήρθε μπροστά μας και της έδωσε ένα τρομερό χτύπημα στην πλευρά του προσώπου της. Εκείνη κατέρρευσε κι έπεσε κάτω,ενώ εμάς μας απομάκρυναν με σπρωξιές, αλλά μερικά μέτρα πιο κάτω η κοπέλα ξαναεμφανίσθηκε! Είχε μια φραντζόλα ψωμί μαζί της και κάτι άλλο τυλιγμένο σε χαρτί.
Πήρα το ψωμί και προσπάθησα να την ευχαριστήσω, ενώ αυτή έδινε στον Jim το δέμα. Γέλασε, όταν προσπάθησα να την ευχαριστήσω και μου απάντησε στα αγγλικά.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες