Έφυγε η Ζωή την είδα να φεύγει! Πρόλαβα στο φευγιό της να δω την πλάτη της. Έφυγε και ξέµεινα πίσω µοναχός. Όσο ήταν µαζί µου την αισθανόµουν δίπλα µου. Την αφουγκραζόµουν, την άκουγα, την γευόµουν, της µιλούσα και µου απαντούσε. Την άκουγα να µου µιλά και να πυροδοτεί τα όνειρα και τις προσδοκίες µου. Την ρουφούσα σαν το νέκταρ και λές σαν κάτι µαγικό δεν τελείωνε. Τώρα τέλειωσε, έφυγε και τα πήρε όλα τούτα µαζί της. Πήρε και όλους αυτούς που τα µοιραζόµουν και έφυγε για πάντα. Και τώρα εγώ πώς να ζήσω χωρίς ζωή; ∆εν ήταν δώρο να ξωµείνω πίσω µοναχός χωρίς ζωή, αυτό ήταν κατάρα, εκδίκηση.
Θαρρώ πως µ’ εκδικήθηκε που δεν την χειρίστηκα σωστά. Ναι αυτό είναι δεν την χειρίστηκα σωστά. Αυτή µου δόθηκε νέα, όµορφη, θελκτική γεµάτη χυµούς και ζωντάνια και µου παραδόθηκε άνευ όρων. Κι’ εγώ…… τι έκανα εγώ; Την κοιτούσα και είχα όλο απορίες, επιφυλάξεις, µικροφοβίες και ανασφάλειες. Ενώ θα’ πρεπε να την βάλω κάτω και να την ρουφήξω για τα καλά, να µην έχει κουράγια να φύγει. Να την κάνω να κάθεται ξαπλωµένη νωχελικά σαν ικανοποιηµένη νύφη και να µην θέλει να ξεκουνήσει από κοντά µου. Να αφήσει να φύγω εγώ κι’ όχι να µε εγκαταλείψει. Αυτή όµως κατά πως φαίνεται κουράστηκε µαζί µου, µπαΐλντισε κι’ έφυγε. ∆εν της κακιώνω όχι δεν της κακιώνω, αν και ότι να κάνω τώρα είναι αργά.
Τα βάζω µε τον εαυτό µου που δεν κατάλαβα τον ρόλο µου και ήµουνα µαζί της χλιαρός. Αυτή µε ήθελε για κύρη της κι’ αφέντη της να την εξουσιάζω κι εγώ λάθεψα να επιµένω να γίνοµαι δούλος της. Αυτή ζητούσε να ζώ την κάθε ηµέρα της έντονα, σαν να ήταν η τελευταία και να της συµπεριφέροµαι µε πίστη και όχι µε επιφύλαξη. Ζητούσε να της φέροµαι σαν πιστός και συνάµα τρυφερός εραστής και στην κορύφωση γιατί όχι και βιαστής της ακόµη. Μ’ άφηνε να’ χω εγώ την εξουσία επάνω της κι εγώ ήµουν όλο ντροπές κι’ αναστολές.
Την θυµάµαι να µου γνέφει χαµογελώντας κάθε που ονειρευόµουν και να στολίζει µε στεφάνι την προσδοκία µου, κι’ εγώ αργότερα πετούσα το στεφάνι αυτό σε µια σκονισµένη άκρη της αποθήκης. Με καλούσε να πάµε να ζήσουµε στην ύπαιθρο και µετά την δουλειά να γινόµαστε ένα µε την φύση. Αντίθετα εγώ την ανάγκαζα να µένει στριµωγµένη στα ανήλιαγα στενά διαµερίσµατα του κέντρου της Αθήνας. Την θυµάµαι να µου ζητά σαν ζητιάνα λίγη Αγάπη κι’ εγώ έµενα στις µικρότητες των συµπεριφορών. Μου κρυβόταν σαν κοριτσόπουλο για να ψάξω να την βρώ κι’ εγώ γινόµουν χρηµατοθήρας. Έτσι απίστησα και µια και δυό και περισσότερες φορές, δίνοντας προτεραιότητες αλλού.
Τέτοια ζωή πώς να σταθεί στο πλάι σου. Κοιτάει να φύγει µια ώρα αρχύτερα, παρά να κάθεται να µιζεριάζει.
Κι’ όµως µ’ αγάπησε! Ναι µ’αγάπησε! Ακόµα κι΄όταν έφευγε κι’ έβλεπα τα νώτα της, γύρισε για µια στιγµή να κοιτάξει πίσω για τελευταία φορά, και είδα από ένα δάκρυ να κυλά στα ρυτιδιασµένα της µάγουλα. Τρόµαξα για µια στιγµή για την κατάντια της, που γι’ αυτήν υπαίτιος ήµουν εγώ. ∆εν την σεβάστηκα, την γέρασα πρίν την ώρα της. Έψαξα να βρώ µια λέξη και µου ήρθε η συγγνώµη. Την άκουσε, ναι την άκουσε την συγγνώµη µου. Μπορεί να την κούρασα και να την στεναχώρησα µα την ξέρω καλά, την άκουσε την συγγνώµη και µού’ στειλε -µε τον τρόπο που ήξερε πάντα να µου µιλά- µαντάτο πως δεν µου κακιώνει κι’ αυτή. Απλά στεναχωρήθηκε που δεν την χάρηκα όσο θα΄πρεπε.
∆εν ξέρω πόσο µπορεί να ζήσει κάποιος χωρίς ζωή, µα όσο και να ζήσει τι ζωή θα είναι αυτή; Θα είναι ζωή ξένη, δανεική, ανούσια. Ζωή γηροκοµείου, εγκατάλειψης, φροντίδας νοσοκοµείου, κατάντιας. Κι’ αν η ζωή είναι ξένη και δεν σε γνωρίζει, τι νιτερέσο να κάνεις µαζί της;
Τις προάλλες, µετά το φευγιό της, πήρα το δρόµο για κάποιους τόπους χαράς που έζησα µαζί της. Σε τόπους που την έζησα κατά πως µου έπρεπε και κατά πως της άξιζε. Σε τόπους φωτεινούς που µεθάγαµε κι οι δυό, εγώ από ζωή κι αυτή από εµένα. Εγώ την ρουφούσα κι’ αυτή µε γλένταγε. Πήγα λοιπόν κι αντί για χαρά βρήκα µιάν έρηµο. Έλειπε η Ζωή, έλειπες εσύ, έλειπε ο κόσµος ολάκερος. Είχε λές σαν κάποιος ξεκρεµάσει το σκηνικό της νιότης, της ζωής και είχε βάλει πρόχειρα ένα άλλο σκουρόχρωµο µουντό, χλωµό και άνοστο. Είχε ξεµείνει λές η πλάση χωρίς άστρα και φεγγάρι, χωρίς γαλάζιο ουρανό τη’ µέρα και χωρίς τα µάτια σου να µε κοιτάζουν απ΄την άκρη τ΄ουρανού. Ακόµα και στο δρόµο µε τις νεραντζιές που περπατήσαµε µια νύχτα και τον είπαµε οδό ευτυχίας, τον βρήκα κι’ εκείνον κατηφή κι’ ανόρεχτο µε το κεφάλι κατεβασµένο, ντροπιασµένο. ∆εν είχε κέφια να ξαναγίνει δρόµος ευτυχίας για κανέναν στο εξής, έτσι καταλάβαινα.
Την είδα να ξεµακραίνει µέχρι την άκρη του ορίζοντα εκεί όπου την περίµενε ένας σταυρός. Ανέβηκε µονάχη χωρίς καµία βία και κρεµάστηκε. Κάθε που περνώ την βλέπω εκεί κρεµασµένη µατωµένη και δεν σκέφτηκα πρίν να ξεµακρύνω, εκτός απ’ την συγγνώµη µου, να την κατέβαζα απ τον σταυρό που στάθηκε για ‘µένα. Κι’ ανίσως βρώ την δύναµη κάποια στιγµή ν’ αλλάξω, θαρρώ µε µιάς θα την κατέβαζα και θα γεννιόµουν πάλι.
ΖΩΗ ΜΟΥ ΦΩΣ ΜΟΥ ΧΑΡΑ ΜΟΥ.
Βάλθηκα λοιπόν να πηγαινοέρχοµαι ανόρεχτα. Κάθε που περνούσα έκανα απλά από συνήθεια ένα σταυρό κι’ αυτό ήταν όλο. Κάθε που περνούσα και την έβλεπα σταυρωµένη, ξεχνούσα να την κατεβάσω από τον σταυρό. Μήπως άλλαξα εγω για να κατέβει; σκεφτόµουν. Ίδιος κι’ απαράλλακτος έµενα και µάλιστα το χρηµατιστήριο των αξιών µου παρουσίαζε σοβαρή πτώση. Ακόµα και το ασήµι των µαλλιών µου δεν είχε καµιά αξία, γιατί δεν διέθετε κανένα αντίκρισµα σοφίας, παρά µόνο χρώµα ασηµί. Ξεγελούσε για λίγο και κέρδιζε τις εντυπώσεις, αλλά δεν παρουσίαζε περεταίρω ενδιαφέρον.
Η µνήµη αδύναµη να αποστηθίσει. Η γνώση κλειδωµένη για τα καλά. Το σώµα ασθενεί. Το πνεύµα απογοητευµένο. Η ώρα περασµένη κι εγώ επιµένω να εργαστώ έστω και καθυστερηµένα. Οι εργάτες µε είδαν και µε προσπέρασαν γιατί δεν µε κατάλαβαν για δικό τους κι’ εγώ τους πήρα στο κατόπι ασθµαίνοντας. Αυτοί άρχισαν κι’ όλας να ανεβοκατεβαίνουν και να καταθέτουν προσπάθειες µε εδαφιαίες ασκήσεις κι εγώ αναζητούσα ετεροχρονισµένα κάτι που θα το άντεχα να κάνω κι εγώ. Η ηλικία ακατάλληλη, το σώµα εγκατέλειψε σαν αυτοκίνητο χαλασµένο που ψάχνει για το κοιµητήριό του. Κι εγώ να προσπαθώ να µπώ σε άλλο αυτοκίνητο να συνεχίσω.
Μια ψυχή µού’ µεινε µονάχα και λίγα δάκρυα που αν στεγνώσουν δεν θα’χω ούτε αυτά να παρουσιάσω. Ξάφνου µια σκέψη µε αναθάρρησε και σκίρτησε µέσα µου η ελπίδα. Στάσου παρακάλεσα το σώµα, στάσου για µια στιγµή µην τα παρατάς. Πήγαινέ µε µέχρι τον σταυρό, ρίξε µε εκεί και µετά είσαι ελεύθερο. ∆εν πειράζει αν δεν µπορείς να πάµε περπατώντας. Σύρσου και µην σκεφτείς τα αίµατα, τα δικά µου είναι περισσότερα. Μαζί µατώναµε όλα τα χρόνια και δεν φιλιώναµε. Ας φιλιώσουµε τώρα για τον κοινό σκοπό της Μεταµόρφωσης κι ότι προλάβουµε. Σύρσου και φτάσαµε! Να, πρώτη φορά βλέπω τον εσταυρωµένο να χαµογελά. Παράτα µε κάτω εδώ στο χώµα και φύγε τώρα αν θές. Σε ευχαριστώ, δεν παραλογίζοµαι έτσι βιαζόµουν πάντα. Έτσι βιαστικά την τελευταία στιγµή έτρεχα για όλα και νόµιζαν όλοι πως παραλογιζόµουν. Μα όλη η ζωή µου ήταν ένας παραλογισµός. Λάθος αποφάσεις, λάθος πορείες, λάθος επιλογές, λάθος πράξεις.
Έτσι πεσµένος στο χώµα, κρατώντας το µαντήλι µε τα δάκρυά µου, το σήκωσα ψηλά για λίγο, για να το δεί η Ζωή στον σταυρό. Να δεί τα δάκρυά µου και να καταλάβει πως δεν είµαι αµετανόητος. Το κράτησα όσο άντεχα ψηλά να το δει κι’ ύστερα άφησα το χέρι να πέσει εγκαταλείποντας περισσότερη προσπάθεια. Πεσµένος στο χώµα κρατώντας το µαντήλι το είδα να ανεµίζει και κάποια δάκρυα µετάνοιας να τα παίρνει ο άνεµος. Στάσου, στάσου του φώναξα, έτσι πεσµένος όπως ήµουν στο χώµα, µην µου τα παίρνεις, δεν έχω τίποτα άλλο να πάρω µαζί µου και τίποτα άλλο να δείξω. Κι’ όµως αυτός συνέχιζε να φυσάει και να τα πηγαίνει ίσα στον ουρανό. Κοίταξα το µαντήλι µου και είδα µερικά δάκρυα που είχαν αποµείνει. ∆εν ήταν δάκρυα µετάνοιας γι’ αυτό και δεν πήραν τον δρόµο για τον ουρανό. Τα αναγνώρισα, ήταν δάκρυα απογοήτευσης κάποιων πράξεών µου.


