Τα κόμματα πρέπει να υπόσχονται στον λαό πολιτικά προγράμματα που μπορούν να πραγματοποιήσουν, όταν το εκλογικό σώμα τα επιλέξει για να κυβερνήσουν τον λαό. Όταν συμβεί το αντίθετο, τότε συγκλονίζεται η πίστη του λαού στο κομματικό σύστημα και την αξιοπιστία των κομμάτων. Τότε φουντώνει ο λαϊκισμός και η προπαγάνδα ότι «όλοι είναι ίδιοι».
Βέβαια είναι γεγονός ότι ιδιαίτερα τα κόμματα εξουσίας υπόσχονται περισσότερα απ’ αυτά που μπορούν να πραγματοποιήσουν. Χρησιμοποιούν ένα πολιτικό λόγο πολλές φορές δημαγωγικό, για να είναι αρεστός στο εκλογικό σώμα, επιδιώκοντας σ’ αυτό που θα ‘θελε να ακούσει ο λαός και όχι αν μπορεί να γίνει.
Έτσι λοιπόν οι πολιτικές αντιπαραθέσεις εξαντλούνται σε αυτά που έχουν διακηρύξει τα κόμματα στο παρελθόν και διαθέτουν λίγο χρόνο για την αντιπαράθεση των προγραμμάτων τους.
Οι πολιτικές δυνάμεις δεν ακολουθούν την αρχή του Αριστοτέλη ότι η πολιτική είναι η επιστήμη του εφικτού και όχι του ευκταίου. Δυστυχώς όμως αυτή η υποσχεσιολογία έχει υποβαθμίσει το πολιτικό σύστημα. Μια εξέλιξη που έχει πολύ μεγάλη σημασία για την δημοκρατία. Αλίμονο για την δημοκρατία όταν ο λαός της πιστεύει ότι «όλοι είναι ίδιοι». Ότι δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Πρέπει λοιπόν η Αριστερά να επαναχαράξει τα όρια της, για να εκλείψει κάθε προβληματισμός. Γιατί είναι γεγονός ότι δεν ταυτίζονται οι θέσεις της Δεξιάς με την Αριστερά. Απέναντι στην κοινωνική δικαιοσύνη, απέναντι στο κοινωνικό κράτος, απέναντι στην κατανομή του εθνικού πλούτου. Ο ισχυρισμός λοιπόν ότι δεν υπάρχει το δίπολο Δεξιάς – Αριστεράς δεν είναι αληθινός. Στην χώρα μας υπάρχει δημοκρατία που επιτρέπει τις πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Αυτές δείχνουν ότι υπάρχουν διαφορές στην δημόσια Παιδεία, στην δημόσια Υγεία, απέναντι στην δικαιοσύνη που πρέπει να κυριαρχεί στις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων.
Η ταυτότητα των ιδεών είναι εξαρτημένη με την οικονομική ζωή των ανθρώπων. Υπάρχουν ιδέες. Όπως δεν μπορούμε να κόψουμε τον άνθρωπο στα δύο και να ξεχωρίσουμε σ’ αυτόν την οργανική από την πνευματική του υπόσταση, το ίδιο αδύνατο είναι να τεμαχίσουμε στα δύο την ιστορία της ανθρωπότητας και να ξεχωρίσουμε σε αυτή την οικονομική ζωή, από την ζωή των ιδεών. Ο βαθμός της ανθρώπινης προόδου μετράται από την οριστική ιδεολογία που έχει ακολουθηθεί και ο ιδεολογικός χαρακτηρισμός της Δεξιάς και Αριστεράς, από τον βαθμό συμμετοχής τους σε αυτή την πρόοδο.
ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΩΝ
Η ύπαρξη του δίπολου Δεξιά – Αριστερά αποτελεί γνώρισμα μιας πλουραλιστικής δημοκρατίας. Αυτός ο διαχωρισμός αντλεί την ύπαρξη του από τις πολιτικές θέσεις στο κοινωνικό κράτος. Από τις θέσεις τους στην προοδευτική φορολογία, στο κράτος Πρόνοιας, στην διάχυση του πλούτου προς τα κάτω, στον περιορισμό των κοινωνικών ανισοτήτων. Έχει καταξιωθεί από την ιστορία των κοινωνικών αγώνων, ότι η Αριστερά είναι παρούσα σε αυτούς.
Επιχειρείται όμως ο διαχωρισμός Δεξιά – Αριστερά να αντικατασταθεί με τον διαχωρισμό φίλοι και εχθροί της Δημοκρατίας. Αυτός ο διαχωρισμός είχε επικρατήσει στα μετεμφυλιακά χρόνια, αλλά και σήμερα υπάρχουν κατάλοιπα. Μια τέτοια προπαγάνδα όμως οδηγεί στον λαϊκισμό της άκρας Δεξιάς. Ένας λαϊκισμός που τροφοδοτεί ένα ειδικό ιδεολογικό πεδίο μεταξύ της ακροδεξιάς ιδεολογίας και της λαϊκιστικής ρητορείας.
Η επιχειρούμενη κατάργηση του διπόλου Δεξιά – Αριστερά αφήνει ελεύθερο το πεδίο στα μορφώματα της ακροδεξιάς, αλλά και στους πολιτικούς που διακηρύσσουν ότι πρέπει να ληφθούν θεσμικά μέτρα, για να μη κυβερνήσει η αριστερά. Δεν θέλουν να υπάρχει η Aριστερά. Όμως η ζωή απάντησε σ’ αυτούς που ισχυρίζονται ότι δεν πρέπει να περάσουν οι ιδέες για ένα κοινωνικό κράτος. Αποδείχθηκε η μεγάλη σημασία του κράτους και της δημόσιας Υγείας στην περίοδο της πανδημίας. Τον τομέα της δημόσιας Υγείας τον αντιμετωπίζει η Δεξιά με καχυποψία και τον ελαττώνει και με την πανδημία ο οικονομικός φιλελευθερισμός της Δεξιάς αναγκάστηκε να ξεχάσει τις αντιρρήσεις του για την δημόσια υγεία. Αναγκάστηκε να κρυφτεί πίσω από το τεράστιο έργο των γιατρών και νοσοκόμων των νοσοκομείων. Η πανδημία έδειξε ότι μπορούμε να ζήσουμε χωρίς την ιδιωτική υγεία, χωρίς τραπεζίτες, χωρίς funds, χωρίς καρτέλ, χωρίς ολιγάρχες, χωρίς την «κανονικότητα» του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Δεν μπορούμε όμως να ζήσουμε χωρίς τους γιατρούς και νοσοκόμους της δημόσιας υγείας. Το ίδιο θα συμβεί και με την δημόσια Παιδεία.
Η ιδιωτική Παιδεία θα κρυφτεί πίσω από την δημόσια Παιδεία.
Υπάρχει λοιπόν το δίπολο Δεξιάς – Αριστεράς.
Η Δεξιά είναι υπέρ της ιδιωτικής Παιδείας και Υγείας.
Η Αριστερά είναι υπέρ της δημόσιας Παιδείας και Υγείας.
Η πρώτη απευθύνεται στους έχοντες. Είναι οι λίγοι.
Η δεύτερη απευθύνεται στους οικονομικά ασθενείς. Είναι οι πολλοί.
ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ
Λέγεται ότι το πολιτικό κέντρο έχει ξεπεραστεί από το δίπολο Δεξιά – Αριστερά. Βέβαια το κέντρο ήταν ένας πολιτικός χώρος του μέτρου και της μετριοπάθειας και γεννήθηκε στην εμφυλιοπολεμική περίοδο, για να συμβάλλει στην πολιτική και κοινωνική ομαλότητα. Για να μπει ανάμεσα στην Δεξιά και Αριστερά και να ειρηνεύσει ο τόπος. Όταν εξέλιπαν οι συνθήκες της μετεμφυλιακής περιόδου, το κέντρο σαν πολιτική δύναμη διαλύθηκε. Σχηματίσθηκε το δίπολο Δεξιά – Αριστερά. Γιατί το ΠΑΣΟΚ ήταν αριστερά, όπως είπε ο Σκανδαλίδης. Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός είναι αριστερά. Μπορεί όμως το κέντρο να μην αποτελεί πολιτική δύναμη, υπάρχουν όμως πολλοί πολίτες που δεν θέλουν ούτε την Δεξιά, ούτε την Αριστερά και κινούνται στον μεσαίο χώρο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τόσο η Δεξιά όσο και η Αριστερά προτάσσουν το κέντρο (κεντροδεξιά, κεντροαριστερά).
Εξυφαίνεται λοιπόν ένα νέο δίπολο της Δεξιάς και Αριστεράς. Όσοι αμφισβητούν την ύπαρξη του, αντιμάχονται τις πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις για ένα κοινωνικό κράτος. Δεν θέλουν να σχηματισθεί ένας δεύτερος κυβερνητικός πόλος, γιατί τα μικρά κόμματα θα παραμερισθούν. Προσπαθούν να πείσουν τον λαό ότι δεν έχει να περιμένει κάτι το διαφορετικό. Για να αποδυναμώσουν τον αγώνα, για την δημιουργία ενός αξιόλογου προοδευτικού πόλου. Σήμερα λοιπόν η Δεξιά εκφράζεται από τον οικονομικό φιλελευθερισμό και η Αριστερά από την σοσιαλδημοκρατία. Η σοσιαλδημοκρατία είναι μια ενιαία παράταξη με αριστερές και κεντρώες τάσεις. Περνά όμως κρίση πολιτική και ιδεολογική στην Ευρώπη. Μια κρίση που τροφοδότησε την ισχυροποίηση της ακροδεξιάς. Αντί να τονίζει τον κοινωνικό της χαρακτήρα και να προβάλλει τον αγώνα της κατά των ανισοτήτων και υπέρ του κοινωνικού κράτους, στηρίζει πιστώσεις 800 δισεκ. ευρώ για την πολεμική οικονομία. Συμπαρατάσσεται με την «κανονικότητα» συντάσσεται με την αδράνεια. Μια αδράνεια που έχει επιφέρει την δυσφορία των πολιτών για το κοινοβούλιο, για τα κόμματα. Έχει επιφέρει την πολιτική αποξένωση. Οι εκκλήσεις για την δημοκρατία γίνονται αποδεκτές από τους λαούς, όταν λυθούν τα κοινωνικά προβλήματα. Όταν βλέπουν ότι κυριαρχεί η καθοδική πορεία του βιοτικού τους επιπέδου, την ώρα που ο μεγάλος πλούτος φεύγει στους οικονομικούς παραδείσους των νησιών, την ώρα που τα funds κερδίζουν δισεκατομμύρια και δεν πληρώνουν φόρο, τότε ο λαός στρέφεται στην αδιαφορία.
Η Δημοκρατία πρέπει να στηρίζει τους ανθρώπους της φτώχειας, της ανεργίας του κοινωνικού αποκλεισμού, διαφορετικά θα μείνει χωρίς υποστηρικτές και θα ανοίξει ο δρόμος στα ακροδεξιά μορφώματα. Αυτό θα συμβεί όταν κυριαρχεί ο δημοσιονομικός δογματισμός της ελίτ και η δύναμη του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Αυτά τα φαινόμενα πρέπει να αντιμετωπίσει η Αριστερά, για να ξεχωρίσει από την Δεξιά. Το κράτος είναι ισχυρό όταν υπάρχει κράτος δικαίου, όταν υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη, όταν ο εθνικός πλούτος διαχέεται προς τα κάτω και όχι προς τα πάνω. Πρέπει να καταξιωθεί με το κοινωνικό της έργο, με τον αγώνα για ένα κράτος δικαίου, για την ισότητα, την ισοπολιτεία, για να εκλείψουν οι παθογένειες του παρελθόντος. Να υπερασπισθεί τις αξίες της αλληλεγγύης και κοινωνικής δικαιοσύνης, σαν αφετηρίες των κοινωνικών αλλαγών.
Θα πρέπει να δίνει συγκεκριμένες λύσεις στα κοινωνικά προβλήματα.
Πρέπει να αγωνίζεται για το κράτος δικαίου και για να εξοβελιστεί το βαθύ κράτος που καταδυναστεύει το πολιτικό σύστημα και όχι να κλαψουρίζει πάνω στον οίκτο. Η ιδεολογική και πολιτική της ανανέωση πρέπει να αυτοπροσδιορίζεται από τις καταστάσεις που επιφέρουν οι πολιτικές μεταβολές. Πρέπει να καταστεί διακριτή η διαφορά της Δεξιάς από την Αριστερά στην εξωτερική πολιτική, στα κόκκινα δάνεια, στον σεβασμό των θεσμών, στο ιδιωτικό χρέος, στο δημογραφικό πρόβλημα, στους μισθούς, στις συντάξεις, στον πρωτογενή τομέα. Κάτι τέτοιο δεν έγινε ορατό στην τετραετία 2015 – 2019. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι σταμάτησε η ζωή της χώρας. Δεν ξεκίνησε το 2015 και δεν σταμάτησε το 2019. Πρέπει λοιπόν να ξεχωρίσουν τα όρια της Δεξιάς και Αριστεράς και να μη βυθίζονται στην ανυπαρξία.
Για να μη «ξεθάβει» το ΚΚΕ το σύνθημα του 1952.
Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος όλοι οι σκύλοι μια γενιά!
Όμως υπάρχουν ελπίδες ότι με την συμμετοχή της κοινωνίας δημιουργείται ένας κυβερνητικός διπολισμός Δεξιάς – Αριστεράς. Το πολιτικό σύστημα θα ξαναπεράσει στον διπολισμό με δύο μεγάλες παρατάξεις της Δεξιάς και Αριστεράς, αφού δεν έχει την κουλτούρα για κυβερνήσεις συνεργασίας. Θα σχηματισθεί ένα νέο δίπολο, ιδιαίτερα στις επαναληπτικές εκλογές, εξαντλώντας τα κόμματα εκτός δίπολου. Μπορεί οι ηγέτες των μικρών κομμάτων να αντιδρούν χρησιμοποιώντας απαράδεκτο τοξικό λόγο, όμως η κοινωνία θα επιβάλλει το δίπολο! Είναι εύκολο για ένα πολιτικό να χρησιμοποιεί τοξικό πολιτικό λόγο, δύσκολο όμως είναι να πείσει την κοινωνία.
*Ο Βασίλης Πεντάρης είναι π. βουλευτής Χανίων


