■ Αναδυόµενα παθογόνα φυτών
Η κλιµατική αλλαγή δεν αλλάζει µόνο τον καιρό. Αλλάζει και τις σχέσεις ανάµεσα στα φυτά και τους µικροοργανισµούς που ζουν γύρω αλλά και µέσα σε αυτά. Τα τελευταία χρόνια, επιστήµονες σε πολλές περιοχές της Μεσογείου παρατηρούν ότι ορισµένοι µύκητες, που µέχρι πρόσφατα θεωρούνταν δευτερογενείς ή σχετικά αδύναµοι παθογόνοι οργανισµοί, εµφανίζονται ολοένα πιο επιθετικοί. Ανάµεσα στις σηµαντικότερες οµάδες βρίσκονται οι µύκητες της οικογένειας Botryosphaeriaceae, οι οποίοι συνδέονται στενά µε το περιβαλλοντικό στρες και ιδιαίτερα µε τις συνθήκες που δηµιουργεί η κλιµατική αλλαγή.
Στην οικογένεια αυτή ανήκουν γένη µυκήτων όπως τα Botryosphaeria, Diplodia, Neofusicoccum, Lasiodiplodia και Dothiorella. Πρόκειται για παθογόνους οργανισµούς που προσβάλλουν κυρίως πολυετείς καλλιέργειες και δέντρα, προκαλώντας έλκη στον κορµό, ξηράνσεις βλαστών και κλάδων, νέκρωση αγγείων και σταδιακή εξασθένηση των φυτών. Σε αρκετές περιπτώσεις, φυτά που φαίνονταν υγιή καταρρέουν αιφνίδια, ιδιαίτερα µετά από περιόδους έντονου θερµικού ή υδατικού στρες.
Το πιο ανησυχητικό χαρακτηριστικό αυτών των µυκήτων είναι ότι συχνά λειτουργούν ως λανθάνοντες οργανισµοί. Μπορούν να εγκατασταθούν στους φυτικούς ιστούς χωρίς να προκαλούν άµεσα συµπτώµατα και να παραµείνουν «σιωπηλοί» για χρόνια. Αν και υπάρχουν πολλά ακόµα να διευκρινισθούν, φαίνεται ότι όταν το φυτό πιεστεί από ξηρασία, υψηλές θερµοκρασίες, αλατότητα ή ακραία καιρικά φαινόµενα, οι µύκητες αυτοί ενεργοποιούνται και η ασθένεια εκδηλώνεται απότοµα.
Η Μεσόγειος θεωρείται σήµερα µία από τις περιοχές που πλήττονται περισσότερο από αυτή τη νέα φυτοπαθολογική πραγµατικότητα. Οι παρατεταµένοι καύσωνες, οι ήπιοι χειµώνες και οι µεγάλες περίοδοι ανοµβρίας δηµιουργούν ιδανικές συνθήκες τόσο για την ανάπτυξη των µυκήτων όσο και για την αποδυνάµωση των φυτών. Η Κρήτη, µε το θερµό και συχνά ξηρό κλίµα της, βρίσκεται ήδη στην πρώτη γραµµή αυτών των αλλαγών.
Το αµπέλι και οι ασθένειες ξύλου
Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το πρόβληµα στο αµπέλι, µια καλλιέργεια µε βαθιά ιστορική και οικονοµική σηµασία για το νησί. Οι Botryosphaeriaceae αποτελούν βασικό τµήµα του συµπλόκου των ασθενειών ξύλου της αµπέλου και συνδέονται µε τη λεγόµενη «Botryosphaeria dieback». Είδη των γενών Diplodia, Neofusicoccum και Lasiodiplodia προκαλούν ξήρανση βραχιόνων, µειωµένη ζωηρότητα και πρόωρη γήρανση των πρέµνων.
Οι υψηλές θερµοκρασίες και η έλλειψη νερού αυξάνουν σηµαντικά την ευπάθεια των αµπελιών, ενώ οι τοµές κλαδέµατος λειτουργούν ως βασικές πύλες εισόδου των παθογόνων. Σε πολλές αµπελουργικές περιοχές της Μεσογείου, οι ασθένειες ξύλου θεωρούνται πλέον από τις σηµαντικότερες απειλές για τη βιωσιµότητα των αµπελώνων.
Η ελιά υπό πίεση
Ανάλογες εικόνες παρατηρούνται και στην ελιά. Η παραδοσιακή αυτή καλλιέργεια, άρρηκτα συνδεδεµένη µε το τοπίο και την οικονοµία της Κρήτης, εµφανίζει ολοένα συχνότερα φαινόµενα ξήρανσης κλάδων και εξασθένησης δέντρων. Είδη των γενών Botryosphaeria και Diplodia έχουν συσχετιστεί µε έλκη και νεκρώσεις σε ελαιώνες, ιδιαίτερα µετά από έντονη ξηρασία ή ακραίες µεταβολές θερµοκρασίας.
Τα γηρασµένα ή καταπονηµένα δέντρα φαίνεται ότι είναι περισσότερο ευάλωτα, ενώ πληγές από κλάδεµα, χαλάζι ή ηλιοεγκαύµατα διευκολύνουν τη µόλυνση.
Το αβοκάντο και οι νέες φυτοπαθολογικές προκλήσεις
Η καλλιέργεια του αβοκάντο αναπτύσσεται ταχύτατα κυρίως στη δυτική Κρήτη και ιδιαίτερα στην περιοχή των Χανίων, όπου το ήπιο µικροκλίµα ευνοεί την παραγωγή. Ωστόσο, το αβοκάντο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στο υδατικό στρες και στις υψηλές θερµοκρασίες.
Σε πολλές χώρες όπως και στην Ελλάδα και συγκεκριµένα στην περιοχή των Χανίων έχουν ήδη καταγραφεί σοβαρές προσβολές από είδη των γενών Neofusicoccum, και Dothiorella, τα οποία προκαλούν ξηράνσεις βλαστών, έλκη και νέκρωση αγγειακών ιστών. Συχνά δε προσβάλλονται και οι καρποί. Οι µύκητες αυτοί φαίνεται ότι ευνοούνται ιδιαίτερα από θερµές και ξηρές συνθήκες, γεγονός που προκαλεί ανησυχία για τη µελλοντική εξάπλωσή τους και στις καλλιέργειες της Κρήτης.
Τα εσπεριδοειδή και οι σιωπηλές προσβολές ξύλου
Και στις καλλιέργειες εσπεριδοειδών, που αποτελούν σηµαντικό τµήµα της γεωργικής παραγωγής σε πολλές περιοχές της Κρήτης, οι µύκητες της οικογένειας Botryosphaeriaceae εµφανίζονται ολοένα συχνότερα. Είδη των γενών Diplodia, Neofusicoccum και Lasiodiplodia έχουν συνδεθεί µε ξηράνσεις κλάδων, έλκη στον κορµό και σταδιακή εξασθένηση δέντρων πορτοκαλιάς, λεµονιάς και µανταρινιάς. Πριν µερικά χρόνια όταν είχαµε δηµοσιεύσει άρθρο µε σχετικές προσβολές είχαµε την πεποίθηση ότι αποτελούσαν δευτερεύον πρόβληµα στην καλλιέργεια των εσπεριδοειδών κάτι που µάλλον δεν ισχύει πλέον.
Η αυξηµένη θερµοκρασία, οι παρατεταµένες περίοδοι ξηρασίας αλλά και τα ακραία καιρικά φαινόµενα φαίνεται ότι ενισχύουν σηµαντικά την ευπάθεια των δέντρων. Ιδιαίτερα µετά από θερµικό στρες ή παγετούς, τα παθογόνα µπορούν να εκµεταλλευτούν πληγές και εξασθενηµένους ιστούς για να εγκατασταθούν. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα συµπτώµατα εµφανίζονται αργά, µε σταδιακή ξήρανση βλαστών και µειωµένη παραγωγικότητα, γεγονός που δυσκολεύει την έγκαιρη διάγνωση και αντιµετώπιση του προβλήµατος.
Οι «σύµµαχοι» των µυκήτων: θερµότητα και ξηρασία
Η σχέση των Botryosphaeriaceae µε την κλιµατική αλλαγή είναι πλέον σαφής. Πολλά είδη της οικογένειας αναπτύσσονται ταχύτερα σε θερµοκρασίες µεταξύ 25 και 35 βαθµών Κελσίου και παράγουν περισσότερα σπόρια σε θερµές συνθήκες. Παράλληλα, τα φυτά που υποφέρουν από έλλειψη νερού εµφανίζουν µειωµένη αµυντική ικανότητα.
Έτσι δηµιουργείται ένας φαύλος κύκλος: το κλιµατικό στρες εξασθενεί το φυτό και οι µύκητες εκµεταλλεύονται αυτή την αδυναµία για να εγκατασταθούν και να εξαπλωθούν.
Ένα νέο µοντέλο φυτοπροστασίας
Η αντιµετώπιση αυτών των παθογόνων δεν µπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Εξάλλου, λόγω της θέσης των παθογόνων αυτών στο εσωτερικό των φυτικών ιστών, είναι δύσκολα προσβάσιµα από τα διαθέσιµα µυκητοκτόνα. Η σύγχρονη προσέγγιση δίνει έµφαση στη συνολική υγεία του φυτού και στη µείωση του στρες.
Η σωστή διαχείριση της άρδευσης, η αποφυγή αυστηρών κλαδεµάτων σε περιόδους υψηλών θερµοκρασιών, η απολύµανση των εργαλείων και η αποµάκρυνση του προσβεβληµένου ξύλου αποτελούν βασικά µέτρα πρόληψης. Παράλληλα, η έρευνα εστιάζει στη χρήση ωφέλιµων µικροοργανισµών, όπως ειδών του γένους Trichoderma, τα οποία µπορούν να λειτουργήσουν ανταγωνιστικά απέναντι στους παθογόνους µύκητες. Ωστόσο, η κατανόηση των βιοχηµικών και µοριακών µηχανισµών που πυροδοτούν την αλλαγή στον τρόπο ζωής (“lifestyle”) αυτών των µικροοργανισµών, από απλά ενδοφυτικά σε επιθετικά παθογόνα, αποτελεί πιθανώς το κλειδί για τη µελλοντική αντιµετώπισή τους. Προς αυτή την κατεύθυνση, ίσως συµβάλει και η αξιοποίηση σύγχρονων προσεγγίσεων φυτοπροστασίας, όπως η τεχνολογία RNAi.
Η περίπτωση των Botryosphaeriaceae αποκαλύπτει µε χαρακτηριστικό τρόπο ότι η κλιµατική αλλαγή δεν αφορά µόνο τη θερµοκρασία ή την παραγωγικότητα.
∆ηµιουργεί νέες οικολογικές ισορροπίες και µεταβάλλει τη συµπεριφορά µικροοργανισµών που µέχρι πρόσφατα θεωρούνταν δευτερεύουσας σηµασίας. Για την Κρήτη, έναν τόπο όπου το αµπέλι, η ελιά, τα εσπεριδοειδή και νέες δυναµικές καλλιέργειες, όπως το αβοκάντο, αποτελούν µέρος της οικονοµίας, της διατροφής και της πολιτιστικής ταυτότητας, η κατανόηση αυτών των αλλαγών αποτελεί πλέον βασική προϋπόθεση για µια βιώσιµη γεωργία στο µέλλον.
*Ο δρ Νεκτάριος Καβρουλάκης είναι διευθυντής Ερευνών (Ερευνητής Α) ΕΛΓΟ-∆ΗΜΗΤΡΑ/Ινστιτούτο Ελιάς, Υποτροπικών Φυτών και Αµπέλου


