» Tezer Özlü (µτφρ. Νίκη Σταυρίδη, εκδόσεις Τσουκάτος)
Μια θέση προνοµίου. Μπορώ να ρωτάω, σας άρεσε κάποιο βιβλίο που διαβάσατε τελευταία. Να ακούω την απάντηση, κυρίως να αντικρίζω το βλέµµα. Την Τεζέρ Οζλού δεν την γνώριζα. Οι κόρες των µατιών του διαστάλησαν ενώ έλεγε: διάβασα ένα πολύ ωραίο βιβλίο. Σηµείωσα τις λεπτοµέρειες. Ανάµεσά τους το όνοµα της µεταφράστριας. Νίκη Σταυρίδη. ∆ική της µετάφραση το αριστούργηµα του Ογούζ Ατάι, Αποσυνάγωγοι, δικαίως εντάχθηκε στη σειρά Orbis Literae. Ήµασταν, λίγο αργότερα, καλεσµένοι και οι δύο στο Πατάρι, τη σαββατιάτικη σύναξη των εκδόσεων Gutenberg. Το πάθος, ο λόγος, η στάση της. Η κυρία Νίκη µετέφρασε και το Ταξίδι στην άκρη της ζωής. Τα νήµατα έγιναν ξεκάθαρα, η επιθυµία να διαβάσω άµεσα το βιβλίο αυτό επιτακτική.
Συγγραφέας και βιβλίο έξω και πέρα από την επικράτεια της προσδοκίας. Ούτε την έκδοση ως έκδοση δεν είχα υπόψη µου. Τι και αν περνάω το µεγαλύτερο µέρος της µέρας µου ανάµεσα σε βιβλία. Η επαφή µε τη λογοτεχνία θρέφει την αυτοπεποίθηση, η επαφή µε τη λογοτεχνία την γκρεµίζει. Αν κάτι µένει, είναι η άγνοια, είναι η αίσθηση αδυναµίας ελέγχου, ευτυχώς, αν µε ρωτάτε. Το γκρέµισµα της προσδοκίας θεριεύει την έκπληξη. Είχα το βλέµµα του, είχα το όνοµα της µεταφράστριας. Αυτά είχα. Από τις πρώτες σελίδες ένα σοκ. Αυτό είναι ένα φοβερό βιβλίο, σκεφτόµουν.
Γεννήθηκε το 1943, πέθανε το 1986. Έζησε πολλά χρόνια µακριά από την πατρίδα της την Τουρκία. Πέθανε στη Ζυρίχη αυτοεξόριστη. Φοίτησε σε σχολείο Αυστριακών καλογριών, τα γερµανικά ήταν σχεδόν µητρική της γλώσσα, εξάσκησε τη µετάφραση.
Παλιά, στρέφαµε τη φωτογραφική µηχανή προς το µέρος µας, βγάζαµε φωτογραφία τον εαυτό µας, το αποτέλεσµα ήταν συνήθως αποκαρδιωτικό. Αργότερα, στην ψηφιακή εποχή, δεν χρειάζεται αυτό, καδράρουµε τους εαυτούς µας, δοκιµάζουµε όσες φορές θέλουµε, σβήνουµε όσες δεν θέλουµε, διαµοιραζόµαστε όσες µας κολακεύουν. Στο ενδιάµεσο η φωτογραφία εαυτού απέκτησε όνοµα, σέλφι. Τι ήταν εκείνο που κάναµε παλιά; Σκέφτοµαι πως η αντανάκλασή µας είναι η διαφορά.
Η Λ. είπε: τι και αν δεν είχε όνοµα, η αυτοµυθοπλασία υπήρχε από χρόνια. Αναφερόταν στη λογοτεχνία της Οζλού, µεταξύ άλλων. Σκέφτοµαι πως η αντανάκλασή µας είναι η διαφορά. Τα εργαλεία του µάρκετινγκ, επίσης, η ολοένα και µεγαλύτερη ροπή στην ιδιώτευση. Όταν κυκλοφόρησαν τα βιβλία της, η τουρκική κριτική δεν είχε υπόψη της κάτι ανάλογο. Ακόµα αποκαλείται: η θλιµµένη πριγκίπισσα της τουρκικής λογοτεχνίας. Με εκνευρίζει ο χαρακτηρισµός αυτός, εκείνη ίσως να την έκανε να γελά, σκέφτοµαι. Οι κανόνες, τα ήθη και τα έθιµα της λογοτεχνίας είναι από τα πλέον επιβλητικά πλαίσια, εκτός αυτών δεν σου επιτρέπεται να κινηθείς. Αν είσαι τυχερή, κάποιοι κάποτε θα διακρίνουν τις αρετές, τη σπουδαιότητα, εσύ θα είσαι νεκρή πια.
Το βιβλίο γράφτηκε αρχικά στα γερµανικά υπό τον τίτλο: Στα ίχνη µιας αυτοκτονίας. Βραβεύτηκε, µεταφράστηκε σε άλλες γλώσσες. Η ίδια το µετέφερε στα τουρκικά, ο εκεί εκδότης ούτε που ήθελε να ακούσει για τον πρωτότυπο τίτλο, η Οζλού συµβιβάστηκε µε το Ταξίδι στην άκρη της ζωής, λιγότερο απαισιόδοξο, θύµιζε και το ταξίδι του Σελίν.
Το µυθιστόρηµα διαπραγµατεύεται όντως ένα ταξίδι, χιλιόµετρα διανυθέντα, διανυκτερεύσεις σε πάµπολλα ξενοδοχεία, η Πράγα του Κάφκα, η Τεργέστη του Σβέβο, το Τορίνο του Παβέζε. Τα αποσπάσµατα από το έργο του αυτόχειρα Παβέζε αναµειγνύονται µε τις σηµειώσεις του ταξιδιού αυτού. Η Οζλού δεν γράφει για να αποκαλύψει, αλλά ούτε και για να αποκρύψει. Τι και αν το εγώ είναι διαρκώς παρόν. Τι και αν κάνει αλλεπάλληλες εναλλαγές απεύθυνσης, απευθυνόµενη συχνά στην εαυτή της µε ένα εσύ που δοκιµάζει να δηµιουργήσει µια απόσταση, ικανή για παρατήρηση και στοχασµό, µια προσωρινά λυτρωτική έξοδος από το σαρκίο, από την καρδιά και το µυαλό. Η Οζλού γράφει σ’ ένα περιβάλλον αναγκαιότητας, σαν να µην µπορούσε να κάνει αλλιώς, αλλά διαφεύγει αυτής της ανάγκης, δεν την προβάλει, δεν κρύβεται πίσω της, δεν παίρνει την εαυτή της στα σοβαρά, αλλά δεν την περιφρονεί κιόλας. Η πρόζα της είναι καθηλωτική, µια διαρκής διερεύνηση της επάρκειας των λέξεων να φέρουν την εµπειρία της ζωής στο χαρτί, να ανακουφίσουν, όχι, όχι αυτό, σίγουρα όχι να ανακουφίσουν. Κοµίζει τιµαλφή στη λογοτεχνία, αντίδωρα για όσα έλαβε, ένα παράδοξα ανθρώπινο ανταποδοτικό τέλος.
Η λογοτεχνία είναι έντονα παρούσα από άκρη σε άκρη. Ένα απόσπασµα είναι αντιπροσωπευτικό, για το πώς η λογοτεχνία και η ορµή της διαφυγής συναποτελούν την ύπαρξή της. «Το πρωί βλέπω ένα µεγάλο µέρος της πόλης από το παράθυρο. Έπρεπε τάχα να γνωρίσω τόσο πολλές χώρες, τόσο πολλούς ανθρώπους, τόσο πολλούς ήρωες µυθιστορηµάτων; Έπρεπε οι στενότεροι φίλοι µου να είναι οι συγγραφείς που βρίσκονται πίσω από τους ήρωες µυθιστορηµάτων; Έπρεπε τάχα να ανέβω σε τόσο πολλά αεροπλάνα, τρένα, λεωφορεία; Να ζήσω την προέκταση της νύχτας διάφορων πόλεων και ξυπνώντας το πρωί να περπατήσω στις µακριές λεωφόρους τους; Γιατί η ζωή µου δεν περιορίστηκε σε µια µικρή πόλη µε µια πλατεία και µερικούς δρόµους; Αφήνω την ενατένιση της πλατιάς θέας της πόλης και κάθοµαι στο τραπέζι». Κάπου αλλού θα αναρωτιέται ποιος θα της έλεγε όταν µετέφραζε τις Άγριες φράουλες του Μπεργκµαν πως κάποια χρόνια αργότερα θα βρισκόταν στη Σουηδία µαζεύοντας αυτό το φρούτο.
Ένιωσα µέσα µου να συµπληρώνεται µια αγία τριάδα, το νεότερο µέλος της η Οζλού, στο πλευρό της Λισπέκτορ και της Μπάχµαν. Αλλά πολλές φορές αναλογίστηκα τον Ζέµπαλντ, τον τρόπο µε τον οποίο σχεδίαζε τα καλοκαιρινά του ταξίδια, χειµώνα στην Αγγλία.
Το σκεφτόµουν και µε αφορµή τον Μάλινα της Μπαχµαν που επίσης διάβασα πρόσφατα. Όποια και αν είναι η αγαθή πρόθεση τοποθέτησης, κάθε ταµπέλα απλά περιορίζει, χτίζει ένα µικρό δωµάτιο εντός του οποίου η σπουδαία λογοτεχνία ασφυκτιά, περισσότερο και από την ασφυξία που δηµιουργοί όπως η Οζλού ένιωθε στην ίδια της την ύπαρξη. Είναι αντιπατριαρχικό, είναι φεµινιστικό, είναι αυτοµυθοπλασία, είναι ωδή στη λογοτεχνία, είναι ροή συνείδησης, είναι φιλοσοφικό, είναι ταξιδιωτικό, είναι άλλα τόσα, δεν είναι µόνο αυτά. Τέτοιες ταµπέλες µας βοηθούν να φέρουµε στα µέτρα µας έργα όπως αυτό της Οζλού, εξοµαλύνουν το δέος του ανοίκειου, παρέα µε τις ταµπέλες και οι µονοσήµαντες ερµηνείες, αυτό και εκείνο θέλει να πει, γι’ αυτό γράφει.
Η Οζλού, πρώτη και κύρια, µήτε την εαυτή της, µήτε τη λογοτεχνία την ίδια τις αντιµετωπίζει ως κάτι που µπορεί να φέρει στα µέτρα της, να ελέγξει και να εξηγήσει. ∆ιερευνά και αποδέχεται, ευγνωµονεί τα νήµατα που τις προσφέρονται, τα επεξεργάζεται µε προσοχή, µέρος του όλου νιώθει να είναι. Η στάση της, που δεν είναι η ταπεινότητα που τη χαρακτηρίζει, απαλλάσσει τη γραφή της από δύο συνήθης νόσους, τουλάχιστον στην εποχή αυτή που ζούµε, τη διδαχή και τον αυτοθαυµασµό. Η λογοτεχνία της είναι κάτι το πολύ διαφορετικό, φαινοµενικά ιδιωτική, αλλά µε τον τρόπο της συµπεριληπτική, φαινοµενικά αναχωρητική, αλλά έντονα πολιτική, φαινοµενικά απότοκο της συγκεκριµένης χωροχρονικής συνθήκης, αλλά πέρα και έξω από κάθε τι συγκεκριµένο, φαινοµενικά ποιητική, αλλά εξόχως ρεαλιστική, ένας χαµαιλέοντας γραφής που παίρνει το χρώµα δέρµατος που έχει το βλέµµα που τον αντικρίζει.
Είχα καιρό να πάθω τέτοιο σοκ. Έψαξα και βρήκα και τα άλλα δύο βιβλία της που κυκλοφορούν στα ελληνικά, το ένα, Οι κρύες παιδικές νύχτες, εξαντληµένο, το άλλο, Παλιός κήπος Παλιά αγάπη, επίσης σε µετάφραση Νίκης Σταυρίδη, κυκλοφορεί. ∆ιαβάζοντας τα βιβλία της Οζλού µου έρχονταν κατά νου αναγνώστριες στις οποίες θα άρεσε πολύ η συγγραφέας αυτή. Οι αναγνώστριες είναι πιο ανοιχτές σε δοκιµές, ίσως γιατί θυµούνται πώς ήταν/πώς είναι τα πράγµατα εκεί έξω, η λογοτεχνική πατριαρχική συντήρηση, παρότι µοιάζει να πνέει εδώ και χρόνια τα λοίσθια, µέσα από τις στάχτες της αναγεννιέται και κρατάει µε µανία το ρόπτρο της θύρας της αίθουσας της καλής λογοτεχνίας, ποιος θα µπει και ποια θα µείνει απέξω.
∆εν υπάρχει αυτόφωτο αστέρι στον λογοτεχνικό γαλαξία. Υπάρχουν ωστόσο αστέρια ταµιευτήρες φωτός, που ακόµα και όταν βιολογικά σβήσουν, µοιάζουν µε ήλιους. Τέτοια (και) η περίπτωση της Οζλού.


