(µτφ. ∆ηµήτρης Καρακίτσος, εκδόσεις Γεννήτρια)
Μυθιστορήµατα που έχουν στον πυρήνα τους άλλα µυθιστορήµατα, υπαρκτά ή φανταστικά, και συγγραφείς, αλλά και την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής, είναι πολύ του γούστου µου, η όχι και τόσο ένοχη απόλαυσή µου, η εµπειρία της ανάγνωσης και η αγάπη για τη λογοτεχνία ως βασικό συστατικό της γραφής.
Το οπισθόφυλλο του Τα θέλω όλα µίλησε κατευθείαν στα βάθη της αναγνωστικής µου επιθυµίας, ο συγγραφέας ως φανατικός αναγνώστης, προσκυνητής σε έναν τόπο ιερό, µέσα από τον οποίο έµαθε τα περισσότερα απ’ όσα έµαθε, ένιωσε τα περισσότερα απ’ όσα ένιωσε και άλλη διαδροµή δεν υπήρχε εµπρός του παρά η συγγραφή, µια συγγένεια µεταξύ µας, ένας τόπος κοινός.
Ένας νεαρός wannabe συγγραφέας, που ζει κάπως χίπικα, ζωή που συνίσταται εν πολλοίς στην όσο το δυνατόν ελάττωση των εξόδων, σε µια χώρα πανάκριβη όπως η Αυστραλία, παρέα µε τη σύντροφό του, επίσης επίδοξη συγγραφέα, θα συναντήσει µια µέρα στο κολυµβητήριο µια άγνωστη ηλικιωµένη κυρία, που όµως το πρόσωπό της κάτι του λέει, θα τη φωτογραφίσει στα κρυφά, θα τσεκάρει ξανά και ξανά τη φωτογραφία, θα συνειδητοποιήσει πως πρόκειται για την ερηµίτισσα συγγραφέα, Μπρέντα Σέιλς, δηµιουργό δύο βιβλίων που γνώρισαν τεράστια επιτυχία, που για διάφορους λόγους βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης, της αποθέωσης και της διαφωνίας, µια συγγραφέας που όπως ακόµα λίγοι, ο Πίντσον, ο Σάλιντζερ και η Φεράντε, για παράδειγµα, ζει εν κρυπτώ, η συγγραφέας ως παρατηρήτρια και όχι ως παρατηρούµενη, το βιβλίο ως ένα αυτοδύναµο κατασκεύασµα χωρίς τα εξωκειµενικά παραφερνάλια της ζωής και του λόγου της δηµιουργού του. Η Σέιλς επέλεξε να παραµείνει στο περιθώριο, µόνο µια φωτογραφία της, εκείνη στην έκδοση του βιβλίου, κυκλοφορεί, κανείς δεν ξέρει τι να απέγινε εκείνη η κυρία, παρότι πολλοί δοκίµασαν να µάθουν, ως κύριο ή δευτερεύον σκέλος µιας ακαδηµαϊκής ή κριτικής ενασχόλησης µε το έργο της.
Μια ευκαιρία τεράστια παρουσιάζεται εµπρός του, µια παρεξήγηση θα του επιτρέψει να παρουσιαστεί ως ο εγγονός της, γιος του γιου της που από βρέφος δόθηκε σε υιοθεσία, κάθε δυνατότητα ή συγκυρία ώστε να δείξει ειλικρίνεια απολύεται, ακόµα και στη σύντροφό του λέει ψέµατα, έχει, ωστόσο, ένα βιβλίο για να γράψει, µετά από δεκάδες ατέρµονες απόπειρες, τέλµατα και αποτυχίες, µια ευκαιρία ανατέλλει στον προσωπικό του ορίζοντα, επιτέλους και αυτός στάθηκε λίγο τυχερός, ένα µυθιστόρηµα για µια άγνωστη παρότι διάσηµη συγγραφέα, ένα βιβλίο που σίγουρα θα βρει εκδότη, σίγουρα θα ταρακουνήσει τα ρηχά ύδατα της αυστραλέζικης λογοτεχνίας, µε συνοδοιπόρο την ηχογράφηση του κινητού του θα την επισκεφτεί ξανά και ξανά, ένα βιβλίο γεννιέται.
Όµως, το Τα θέλω όλα δεν είναι το βιβλίο που γράφει, αλλά η ιστορία της συγγραφής του βιβλίου που προτίθεται να γράψει, ένα ηµερολόγιο γραφής και έρευνας, ένας επίδοξος συγγραφέας, µια εξαφανισµένη συγγραφέας, δύο βιβλία σταθµός της εκεί λογοτεχνίας, µια σειρά από συνεντεύξεις, η πραγµατική ζωή που κυλά παράλληλα. Και αν όλα αυτά ίσως µοιάζουν κάπως µπερδεµένα, ο Αµαρένα, στο πρωτόλειο βιβλίο του, καταφέρνει να τα διατάξει µε τρόπο όχι απλώς λειτουργικό αλλά και απολαυστικό, και είναι αυτό, το κοµµάτι της απόλαυσης, κάτι το οποίο ολοένα και περισσότερο παραµερίζεται στη σύγχρονη λογοτεχνία, αυτό το παιγνιώδες της γραφής αρχικά, της ανάγνωσης µετέπειτα, είναι ένα καθοριστικό συστατικό του µυθιστορήµατος αυτού.
Ο συγγραφέας υπονοµεύει εξαρχής τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή, ένα πιθανό άλτερ έγκο του, τον γδύνει από κάθε υψηλό ιδανικό, από κάθε ηθική στάση, τον οπλίζει µε την αποφασιστικότητα της επιθυµίας να γίνει ο σηµαντικότερος Αυστραλός συγγραφέας, η φιλοδοξία αυτή τον τυφλώνει, ακόµα και όταν νιώθει πως ο δρόµος που ακολουθεί είναι γεµάτος βρωµιές και λακκούβες, είναι ωστόσο καλό παιδί, θέλω να πω, παρά τις αµφίβολες αποφάσεις και ενέργειές του δεν γίνεται απεχθής, είναι ένας άνθρωπος, νέος και σύγχρονος της εποχής του, παράγωγο και συστατικό της, ένας από εµάς, τι και αν δεν φιλοδοξούµε, φανερά τουλάχιστον, να γίνουµε σπουδαίοι συγγραφείς, οι ευκαιρίες, µας λένε, µια φορά παρουσιάζονται και αλίµονο σε όποιον δεν τις εκµεταλλευτεί, δεν θα πετύχει.
Από τη µια, λοιπόν, έχουµε τον νεαρό επίδοξο συγγραφέα, που νιώθει και πάλι γεµάτος αυτοπεποίθηση και όρεξη να κάτσει µπροστά από την οθόνη του υπολογιστή του, ενώ από την άλλη, η Σέιλς, που ζει πια σε ένα γηροκοµείο, µετά από δεκαετίες σπάει τη σιωπή της, µιλάει για τα χρόνια που πέρασαν, κυρίως για το πώς έγραψε τα δύο βιβλία εκείνα που ανυψώθηκαν στη σφαίρα του µύθου. Με µια αφήγηση ρέουσα, σε υψηλό τέµπο, ο Αµαρένα παρασέρνει µαζί του τον αναγνώστη σε αυτή την ιστορία, επιτρέποντάς του να πάρει θέση φανερή µέσα στο µυαλό και το δωµάτιο εργασίας ενός συγγραφέα, να του επιτρέψει να δει πώς η πραγµατική ζωή επιχειρείται να µετατραπεί σε λογοτεχνία.
Στον πυρήνα της κατασκευής, είπα κιόλας, βρίσκονται η συγγραφέας και τα δύο εκείνα βιβλία, ο Αµαρένα, ίσως έχοντας στο µυαλό του κάποιο πρότυπο, επινοεί τη φανταστική ζωή µιας συγγραφέα και του έργου της, και, εκτός των άλλων, µε όχηµα το έργο της και την επίδραση που είχε στα λογοτεχνικά και όχι µόνο πράγµατα, κάνει µια βόλτα στις παρελθούσες εκείνες δεκαετίες, µέσα από τα θέµατα που µε οξυδέρκεια η Μπρέντα Σέιλς διαπραγµατεύτηκε, µε επιµονή και καθαρή µατιά στον κόσµο γύρω της, και εξ αυτών αναδύονται οι τότε κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, όπως για παράδειγµα η θέση των γυναικών. Και αν το πρώτο βιβλίο είχε να κάνει µε µια κοπέλα εγκλωβισµένη σε ένα δωµάτιο της πατρικής κατοικίας, αντιµέτωπη µε τους εφιάλτες, τις τύψεις, τις ενοχές και τη βαρεµάρα, µεταξύ άλλων, στο δεύτερο βιβλίο µε τίτλο Οι χήροι, έχουµε τις µαρτυρίες κάποιων ανδρών που στην προοπτική το διαζύγιο να διευκολυνθεί νοµικά, διαµαρτύρονται για την απώλεια της θέσης τους, για την καταστρατήγηση των δικαιωµάτων τους, για την ανατροπή ενός σεπτού τρόπου ζωής.
Το µυθιστόρηµα διαβάζεται αχόρταγα, ο Αµαρένα κατορθώνει να µετατρέψει ένα εγκεφαλικό κατασκεύασµα σε απολαυστική λογοτεχνία, µην αµελώντας το παιγνιώδες, παίρνοντάς το ωστόσο στα σοβαρά, χωρίς εκπτώσεις και βαρετές ευκολίες, µε κάποια µετρηµένα ρίσκα και ξεκάθαρο πλάνο. Η γραφή και η διαδικασία της γραφής, ο λογοτεχνικός κόσµος, η σχέση µυθοπλασίας και πραγµατικότητας, οι αµφιβολίες και οι φιλοδοξίες του συγγραφέα, του κάθε συγγραφέα, σε διαφορετικό βαθµό, η µαταιοδοξία πως έχουµε κάτι να πούµε που αφορά και ενδιαφέρει και τους άλλους, ο φθόνος που συχνά µας τυφλώνει απέναντι στην επιτυχία των άλλων. Ωστόσο, επειδή πρώτιστα επιθυµεί να γράψει ένα µυθιστόρηµα, δεν αµελεί τα ευρήµατα, µικρότερα ή µεγαλύτερα ώστε η πλοκή να προωθείται πιο συντεταγµένα, δεν αµελεί και τις ανατροπές, µικρότερες ή µεγαλύτερες ώστε να υπενθυµίζει διαρκώς στον αναγνώστη πως σε ένα παιχνίδι, εξαπάτησης στην προκειµένη περίπτωση, ποτέ δεν παίζει ένας µονάχα.
Το Τα θέλω όλα, το πέµπτο βιβλίο των νεόκοπων εκδόσεων Γεννήτρια, µε τα προσεγµένα και καλαίσθητα βιβλία, είναι µια σύγχρονη πρόταση από µια αχανή µα λογοτεχνικά όχι αντίστοιχα γνωστή χώρα/ήπειρο, όπως η Αυστραλία.


