Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου, 2021

Τα κρίματα και τα καζάντια τωνε

Σάϊκα κατέτε κι εσείς τα όσα λένε πως παθαίνουνε, εκείνοινα απου κακαποδώνουνε και πάνε οι πσυχές τωνε στη γ-κόλαση.

Τόχα κι απ΄ αλλού γροικισμένο αλλά κι ένας θεολόγος μασε φοβέριζε με κάτι καζάνια, απού ΄ναι γεμωσμένα με πίσσα, βραστά λάδια γή νερά, δε γ-καλοθυμούμαι, δεν είνιε κι οψές απου εβαταλάλιε και τσι βάνουνε μέσα. Τάλεγε σα γ-και να τα ΄χε θωρεμένα με τα μάθια ν-του, μον΄ απου δεν έλεγε πόσους χωρούνε μέσα γή ανε βάνουνε ένα-ένα τσι κριματισμένους, γή πολλούς μαζί, γή ανε ν-τα γανώνουνε κιόλας. Έτσα απού τον εγροίκουνα εσκέφτουμνε πως, ανε μπεις σε εκείνανα τα καζάνια είναι χειρότερα απου το να πέσεις στο καζάνι με τα στράφυλα, οντε βγάνεις τσικουδιά.
Για να κακαποδώσει και να πάει η πσυχή σ΄ εκείνανα τα καφτά λάδια γή τσι πίσσες θα πρέπει, όπως τόχω εγώ καταλαβωμένο, νάχει καμωμένα κρίματα ο άθρωπος εις τη ζωή ντου από κσαβατζαίρνουνε από τσι καλοσυνάδες, στο μέτρος γή στο βάρος, δεν γ-κατέω ποιο απού τα δυο μετρά πλια πολύ. Σας είχα πωμένο, όπως τα θωρώ εγώ, και λιγάκι παράνω να κσαβατζαίρνουνε τα κρίματα, βγαίνει η φυλοστόκα ειστοναιωνατοναπαντα.
Ελέγανε στα χωριά μας για ένα απου από τα δεκοχτώ έκανε κακές παρέες, έκλεφτε, είχε μοτσάρει και καμπόσους συχωριανούς του. Για ένα χρόνο εκακολάλιε, δεν επάθιε σε μοναστήρι να λουτρουηθεί, και στα δεκαννιά ν-του, πριχού πήξει το μυαλό ντου, απόθανε. Όπως τάλεγε ο θεολογος, για τούτουνα τον ένα χρόνο κι ας μην είχε πήξει το μυαλό ν-του, ήτονε παωμένος στη γ-κόλαση.
Έμενα μου φαίνεται, δε γ-κατέω κι εσάς, πως δε μπορεί νάναι ντίπις ετσα τα πράματα, μπορεί να μην τόχουμε καταλαβωμένο σωστά οι γι-αθρώποι. Μου φαίνεται πολλά βαρύ να κάνει κιανείς κρίματα για λίγο γ-καιρό και να τυραγνιέται για παντοτινά. Είναι δύσκολο για ένα χρόνο κακής ζωής του άγγουρου απου σας είπα, να βασανίζεται δίχως σταματημό, στσι ατέλειωτους καιρούς.
Τα πράματα είναι χειρότερα ανε γ-κάνεις αμαρτίες και με το νου. Ο Μαθαίος μαθητής του Χριστού, όπως τόχω ακουστά απου τον αναγνώστη στο χωριό, έλεγε πως ανε δεις μια ν΄ όμορφη γυναίκα και σκεφτείς πονηρά πράματα, έεις καμωμένη αμαρτία. Άμα συβαίνει ετούτονα δε γ-κατέω ανε υπάρχει άντρας απου δεν έει στο φάκελό ν-του τεθοιες αμαρτίες.
Σάϊκα οι κριματισμένες πσυχές θα πρέπει να διαχωρίζουνται, και να πγαινουνε, άλλες σε λιγότερο κακούς κι άλλες σε πολλά κακούς τόπους. Δεν μπορεί να πάει στον ίδιο ν-τοπο τση κόλασης όποιος έκλεπσε ένα γή μερικά ωζουλάκια μ΄ εκείνονα απου ΄κλεβε κουράδια συγκούδουνα γή και χώρις τα λέρια, (επειδής εκσετσαφαρώνανε τα έχνη να μην γ-κανουνε σαλαούδα όντε τα λαλούσανε).
Μπορεί σε όσους εκάμανε λίγα κρίματα να τσι βάλουνε σε ΄να ν-τόπο απού έχει λιγότερο βράσιμο στα καζάνια. Ετουτονα βολέβει όσους είναι απού την Αφρική, θα περνούνε καλά, θα νάναι σαν το σπίτι ν-τωνε. Είναι όμως και τ΄ άλλο. Όσοι μπούνε στα πολλά βραστά καζάνια, με τα χρόνια γή με τσ΄ αιώνες, θα τα συνηθίσουνε και θα κρυγιώνουνε χώρις τονε. Ετότεσας η τιμωρία θα ν΄ είναι να τσι βγάλεις απου ΄κεια.
Ούλοι κατέτε το καλαμπούρι με το γιο τση θεοσεβούμενης χήρας, απού είχε ξεστρατίσει λιγάκι, απόθανε κιόλας. Επαρακάλιε το Θεό να δει, απις αποθάνει κι γ-ίδια, πως απόδωκε. Τσή ΄καμε ο Θιος τη χάρη, τον είδε μέχρι το λαιμό στσι βρωμιές κι είπε όφου παιδί μου. Λέει ο γιος –σώπα μάνα, δε γ-κατέεις ποιο πατώ. (Στο καλαμπούρι λένε ποιο πατεί, αλλά εγώ δε θέλω να το πω).
Δύσκολη δουλειά έει εκείνοσας απου ζυγιάζει γή βάνει στο μέτρος τα κρίματα και τσι καλοσυνάδες. Καλιά νάσαι σα γ- κι έναν άλλο απού φορεί σκούρα ρούχα σε κάτι σόχωρα, γήπεδα θαρρώ πως τα λένε και κουμαντάρει εικοσιδυό ντεγλαράδες απου φορούνε κοντά πατελονάκια και κυνηγούνε ένα τόπι. Βαστά μια σφυρίχτρα, όλο φρου και φρου είναι, αλλά του λένε τα σέρν΄ η παρασύρα, σαράντα γή κι ογδόντα χιλιάδες νοματαίοι. Μπορεί όμως νάχει η κάθα πσυχή το δικό τζη μετράρι, κι αναλόγως ό,τι γράπσει, θα παίρνει το δρόμο τζη, απεις σταματήσει η αναπνιά εκείνουνα απου τη γ-κουβαλεί. Σιμώνει η γ-ώρα απου θα βάλουνε κι εμάς ένα μηχανηματάκι για να κατένε και πότες πχγαίνομε στον απόπατο, επειδής, μονο ετούτονα τονε ξεφεύγει. Να μου θυμίσετε μιαν άλλη βολά να σασε αναστορήσω κατά πως θωρώ εγώ, το κοινιάτο απου κάνει η πσυχή με το κορμί.
Η πσυχή όντε φτάξει στο μ-Πλάστη πρέπει πως παίρνει τα σουσούμια του αθρώπου απου την εκουβάλιε στη γής και δεν αλλάζει μπλιο. Άμα ρίξεις στο κορμί του ανθρώπου βραστό λάδι εκάηκε και του αφήνει σημάδια. Η πσυχή πρέπει πως δεν σημαδεύεται, παρά μόνο βασανίζεται στα καζάνια με τα βραστά λάδια, απου μπαίνουνε γδυτοί κι ανάκατοι ασερνικοί και θηλυκοί. Εκειά πρέπει πως δεν υπάρχει αποθυμιά του ασερνικού για το θηλυκό και τ΄ ανάποδο. Μόνο ο μουχαμέτης λέει στα στραβωμένα παλληκάρια ν-του πως θα των έει πολλές γυναίκες, πολλά πιλάφια και παντοτινή αποθυμιά για τσι γυναίκες. Για τσι ίδιες τσι γυναίκες δε λέει πράμα, μα δε τσι υπολόγισε και ποτές στα λεγόμενά ν-του.
Δε γκατέω πόσες ζευγαρές χωράφια βαστούνε τα καζάνια τση κόλασης, απου όλο και πλησιαίνουνε. Αμα σκεφτείτε πως, μέσο λαπάντες, σε εβδομήντα χρόνους θα νάναι άλλα δέκα δισεκατομμύρια γή και παράνω διαφορετικοί αθρώποι, πέστε μου εδα άλλα πόσα καζάνια θα χρειγιαστούνε για να χωρούνε ετόσανα μιλιούνια. Και τούτονα θα συνεχίζετε οσότου θέλ΄ ο Πλάστης
Ετόσανα όμως καζάνια, πόσα κσύλα θέλουνε για τη φοθιά και πόσους θέλουνε για να τηνε συμπαίνουνε. Όξω κι αν είναι σαν τα ηλεχτρικά, απου δε χρειγιάζεται κιανένα να συμπαρδουλίζει τσι φωθιές. Δε μπιστέβγω νάναι στο πρόγραμμα, απάνω απου συνηθίζουνε τα πολά καφτά, να χαμηλώνει το βράσιμο και να το ξανανεβάζουνε. Εκείνοινα απου καίνε τα δάση θα ν΄ έπρεπε να πάνε εκεια να παλαίβγουνε τσι φωθιές και να τσι πετούνε ώρες ώρες απάνω στην ίδια την αφουνάρα.
Και κάθα μέρα θα πρέπει να θειάζουνται χιλιάδες καζάνια για τσι κανούριους μουσαφίρηδες. Μουδέ η Κίνα δε θα ν΄ επρολάβαινε να τα θειάζει και να τα μπέμπει. Κι αν είναι σιντερένια και τα θειάζανε αθρώποι δεν θα ν΄ έφτανε ούλο τα σίντερο τση γης.
Μα για σκεφτείτε εδά. Έχει δέκα δισεκατομμύρια αθρώπους η γης. Χρισιανοί Ορθόδοξοι διακόσα πενήντα εκατομμύρια ποθές. Μόνο απού τούτουσας όσοι είναι καλοί γη φύγουνε μιτσά κοπέλια βαφτισμένα, θα πάνε στο μ-παράδεισο. Οι αποδέλοιποι θα πάνε σούμπιτοι στη γ-κόλαση με ούλους τσ΄ άλλους απου δεν έχουνε τη σωστή πίστη.
Ο πάπας και τα τσιράκια ν-του, λένε για μας πως έχομε λάθος πίστη, είμαστονε στη λάθος μπάντα κι ούλοι, καλοί κακοί οι ορθόδοξοι, έχουμε βγαρμένο το πασαπόρτι για τη γ-κόλαση. Ε γούι ν-του όντε θα βουτά στα καζάνια.
Ο κινέζος, όσες καλοσυνάδες και να γ-κάμει, γλυτωμό απου τα καζάνια τση κόλασης αφού στο μ-παράδεισο θα πάνε μόνο οι γι-ορθόδοξοι απου ξεδιαλεχτούνε απού το διάβα ντωνε στη ζωή. Εγώ ανε με καλορωτήξετε πιστέβγω πως ο παράδεισος θα νάναι ένας τόπος σαν τη Κρήτη, κι όσοι είναι στη Κρήτη είναι στο μ-παράδεισο τση γης. Ας είναι δα, κάθα γεις μπορεί να τα λέει κατά πως τα θωρεί.
Πάντως όσο και να πσάχνουνε, ως εδά δεν έει βρεθεί ο Παράδεισος κι γι΄ Ατλαντίδα. Πάνε ταχτικά στο φεγγάρι, σε μερικό γ-καιρο θα πχγαίνουνε και για σουλάτσο τα Σαββατοκύριακα και δεν εβρέθηκε. Επήγανε στον Άρη κι ακόμης πολύ παραπέρα, ποθές ο Παράδεισος. Για τη γ-κόλαση δε λέω πράμα γιάντα δεν τη πσάχνει κιανείς, αλάργα από μας. Δικά που, ανε μασε πάνε δε θα μασε ρωτήξουνε, όη να τηνε πσάχνουμε κιόλας.

*ο ΚατωΚεφαλιανός

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα