25.4 C
Chania
Τετάρτη, 13 Μαΐου, 2026

Τα κουλουράκια της Λαµπρής!

Ξέρεις Φωτεινή κι εµείς φτιάξαµε φέτος κουλουράκια!! Μου είπε ευτυχισµένη και καταχαρούµενη η µικρή Μαρίκα. Στα δώδεκα, δεκατρία, δεκαετία του πενήντα, η µεγαλύτερη από τ’ αδερφάκια. Έξι έφτα από ‘κει και κάτω… Το Αντωνάκι, η Αθηνούλα, η Άννα, η Ελένη, το Θανασάκι, η Κατίνα, η Αργυρώ… Αν θυµούµαι καλά.

Όλα ισχνά, όλα χλωµά, όλα ξυπόλυτα, όλα αγέλαστα…

Τώρα όµως, χαµογελούσαν όλα, φως πληµµύριζε τα οστεώδη προσωπάκια και «φλύαρη δροσιά» τα µατάκια τους!

Πολύχρωµα. Καστανά, µελιά, µαύρα, γαλαζοπράσινα, απ’ όλα!

– Φέτος, λοιπόν, τα καταφέραµε κι εµείς, έλεγε η «ανακοίνωση» µε πολλή αγάπη προς εµένα.

Κι εγώ χάρηκα τόσο.

Μου ‘φεραν και τη λαµαρινίτσα να µου τα δείξουν! Μα τι υπέροχα! Καταστρόγγυλα πλεξουδάκια, µικρά, αρκετά, θα χωρούσε πάνω από 35 µπορεί και σαράντα, µπόλικα για τα «ανυπόδητα αγγελούδια» της υστέρησης! Τα µετρούσαµε, εξηγούσαµε τα σχήµατα!

Το εντυπωσιακό, όµως, ήταν άλλο!

Άλλο ήταν! Το χρώµα τους!

Αχ εκείνο το χρώµα!

Χρήµατα δεν υπήρχαν για το αλεύρι το «χάσικο» ένδειξη σαφή κάποιας «ευµάρειας» ας πούµε, και τα έξοχα «καλλιτεχνικά» κουλουράκια της φωτισµένης Γιορτής ήταν… σκούρα!

Σκούρα, σκούρα, µελαχρινά!

Είχαν πλαστεί µε κριθαρένιο αλευράκι.

Μερικά µε «µιγαδένιο». ∆εν ήξερα γιατί το ‘λέγαν έτσι. ∆εν τα είχαν αλείψει µε αβγουλάκι, πού τέτοιο πράγµα!

Είχαν πάντως λίγο σησαµάκι πάνω.

Τα πήγαµε στον φούρνο. Κρυφά γελάκια, κοροϊδευτικά κρύβονταν στη θέα τους, όµως τα παιδιά δεν νοιάζονταν! Ήταν γαληνεµένα, χαρωπά. Τώρα που ανακαλώ τα αγιασµένα βιώµατα εκείνου του καιρού, πώς φαίνονται όλα σαν άστεγα σκούρα παιδουλάκια της δυστυχίας της πείνας και της ερηµιάς, ολόιδια παιδάκια στις αδειανές αγκαλιές, έρηµες κι απελπισµένες.

Πως µου φάνηκε αν τα πιτσιρίκια της αναγκεµένης ζωής, αν επιθυµούσαν να προσφέρουν στον Αναστηµένο Ολόλαµπρο Σωτήρα να κεραστεί από τη λαµαρίνα τους, ο Χριστός, θα ‘παιρνε ευχαρίστως ένα δύο µαυριδερά κουλουράκια ζεστά- ζεστά να δοκιµάσει την Αγάπη έτσι καυτή – καυτή, µόλις έβγαινε από τον φούρνο.

Πως µου φάνηκαν προσφυγάκια που µε αξιοπρέπεια πρόσφεραν το «έχειν» τους, σωστό «αντίδωρο», στην κυριολεξία µε καλοσύνη και καµάρι.

Πως µου φάνηκαν εκπρόσωποι των αγγελικών ταγµάτων, όχι και των εννέα, των εφτά – οκτώ όµως ναι. Εκείνων που έτρεξαν να προσφέρουν στον Πονεµένο το ψωµάκι της ευλογίας Του!

Λένε πως κάθε φορά που αδικείται ο Άνθρωπος, «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται».

Εδώ, όµως, ο ίδιος ο ατιµωτικός θάνατος του Αθώου από την ελεεινή πρόθεση των αχρείων εχθρών Του, «ακυρώθηκε» χάρη στην Αθωότητα της Αγιότητας των φτωχών παιδιών που ΄φτιαξαν τα Λαµπρινά κουλουράκια τους µε φτηνό αλεύρι, αλλά τόσο ακριβή χαρά!

Και του χρόνου.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα