Η κυρία Θεοφανώ, ήταν πολύ τυχερή σαν γυναίκα. Γιατί τι θέλει µια γυναίκα για να αισθάνεται τυχερή κι’ ευτυχισµένη; Να της δείχνει έµπρακτα την αγάπη του ο σύζυγός της. Ε και τα δώρα σε κοσµήµατα τονίζουν την αγαπητική πράξη! Ο άνδρας της λοιπόν, ο κύριος Γεράσιµος, τακτικότατα της αγόραζε βραχιόλια, δαχτυλίδια, γενικώς κοσµήµατα και όλα χρυσά βεβαίως. Άσε που τα χρόνια εκείνα, της δεκαετίας του ’50 που αναφερόµαστε, δεν υπήρχαν τα φο µπιζού στην έκταση πού υπάρχουν σήµερα. Τα λίγα ψεύτικα που κυκλοφορούσαν, κάνανε µπάµ από µακριά.
Η κυρία Θεοφανώ ελάχιστες φορές τα φορούσε. Αραιά και πού σε κάποιο γάµο, ή σε κάποια επίσηµη περίσταση. Έτσι έµεναν καλά φυλαγµένα στο σεντούκι και µάλιστα είχαν αποκτήσει και την ονοµασία κειµήλια. Ευτυχώς που µπροστά από την λέξη κειµήλια, µπήκε και η λέξη οικογενειακά και κάπως σώθηκε η λέξη κειµήλιο από την ιερά προδοσία!
Στην εκκλησία δεν τα φορούσε, διότι γνώριζε καλά πως δεν µπορούσε να προκαλέσει τον θαυµασµό του Θεού µε υλικά χρυσάφια. Επίσης δεν ήθελε να αποσπάσει την προσοχή του κόσµου στην εκκλησία µε τα διαµάντια της.
Μέσα σε όλα τα κοσµήµατα και µια καρφίτσα για το µπούστο της κυρίας, που µετρούσε περισσότερα από 10-15 µικρά διαµαντάκια.
Μην φανταστείτε πως ήταν ιδιαίτερα πλούσιοι άνθρωποι, όχι. Ο κύριος Γεράσιµος ο άνδρας της, µαραγκός την εποχή εκείνη, έβγαζε βέβαια το περιπλέον που λένε, αλλά αυτό και τίποτε άλλο. Τώρα τα χρυσάφια που αγόραζε ήταν µια δική του έκφραση αγάπης προς την κυρία Θεοφανώ, την οποία δεν την αγαπούσε απλά, έλιωνε γι΄αυτήν. Κάθε φορά που λάµπανε τα µάτια της όταν της δώριζε κάτι καινούργιο, ο κυρ Γεράσιµος την κοιτούσε και η δική του χαρά ήταν µεγαλύτερη. Την αγκάλιαζε και σχεδίαζε το επόµενο δώρο του, που θα έκαναν τα µάτια της κυρά Θεοφανώς να λάµπουν από χαρά.
Πέρασαν ανάγκες στην ζωή τους, πέρασαν και περίοδοι µικρών οικονοµικών κρίσεων, αλλά για τα κοσµήµατα δεν γινόταν κουβέντα να πωληθούν. Έµεναν εκεί ανεκµετάλλευτα. Τα είχαν στο σπίτι και αισθάνονταν ότι αυτά από την κρυψώνα τους, τούς έστελναν µηνύµατα κοινωνικής καταξίωσης και αξιοπρέπειας. Επίσης αισθάνονταν ότι κάτι έχουν στην άκρη για µια ώρα ανάγκης. Οι ανάγκες ήρθαν και φύγανε, αλλά τα κοσµήµατα έµεναν καλά φυλαγµένα στο σεντούκι. Την λάµψη τους µόνο το σεντούκι απολάµβανε. Μένανε εκεί ακίνητα, περιµένοντας υποµονετικά να ολοκληρώσουν ένα άχαρο µελλοντικό σχέδιο!
Πέρασαν τα χρόνια, πέρασε και η λάµψη της νιότης, γέρασε και το ζευγάρι, και ο κυρ Γεράσιµος αποφάσισε να φύγει πρώτος. Η βέρα που φορούσε και ένα ρολόι, βγήκαν από τα χέρια του, για να µην πάνε στο χώµα µαζί µε τον κυρ Γεράσιµο, και µπήκαν µαζί µε τα υπόλοιπα (κειµήλια) στο σεντούκι να κάνουν παρέα όλα µαζί.
Μετά από κάµποσα χρόνια βαρέθηκε και η κυρά Θεοφανώ. Αποφάσισε λοιπόν ένα απόγευµα, να πάει να συναντήσει τον κυρ Γεράσιµο, που τόσα χρόνια µόνος, όλο και κάποια ανάγκη φροντίδας από την γυναίκα του θα είχε. Λίγο πρίν φύγει η κυρα Θεοφανώ, άφησε στην πιο µεγάλη κόρη την Ειρήνη, το κοµπόδεµά της, µε την εντολή να µοιραστούν δίκαια στην µικρότερη αδελφή την Ελένη, στα εγγόνια και τα δισέγγονα που είχε ωστόσο αποκτήσει.
Πίσω οι δυο κόρες, θάψανε µε τις ίδιες τιµές του πατέρα και την µητέρα τους. Ύστερα αερίσανε το σπίτι, το καθάρισαν, στρώσανε καθαρά σεντόνια και καλύµµατα, πλύνανε, σιδερώσανε, τακτοποιήσανε και ανοίξανε και το σεντούκι! Όσον αφορά τα κοσµήµατα, τα οποία ωστόσο ήταν πάρα πολλά, η µεγάλη κόρη η Ειρήνη, πρότεινε να τα φυλάξει αυτή µαζί µε τα χρήµατα, µέχρι να αποφασιστεί τι θα τα κάνουν. Ο σκοπός της βέβαια ήταν να τα κρατήσει για τον εαυτό της!
Όχι µην νοµίσετε ότι η µικρή αδελφή η Ελένη, ήταν η χαζή της οικογένειας. Κάθε άλλο ήταν η πιο έξυπνη. Η Ελένη είχε θησαυρούς στην καρδούλα της πολύ πιο πολύτιµους από όλα τα χρυσάφια του κόσµου, που την ακολουθούσαν κάθε ηµέρα όπου κι αν πήγαινε.
∆εν φοβόταν µήπως κλέψουν τους θησαυρούς της. Αντίθετα επεδίωκε να συναναστραφεί τέτοιους κλέφτες πνευµατικών Αρετών, για να ωφεληθούν κι’ άλλοι και να έχει κι’ αυτή συντροφιά ανθρώπους αληθινούς.
Αντίθετα η αντίδραση της Ειρήνης, ήταν να δηµιουργήσει εχθρότητα µε την αδελφή της, για να έχει δικαιολογία διακοπής επικοινωνίας µαζί της. Έτσι διάλεξε να κλέψει την νεκρή λάµψη που έµενε ανεκµετάλλευτη στο σεντούκι., αρνούµενη την λάµψη του δικαίου. Αυτή που δίνει λάµψη στην ψυχή και καθιστά τον άνθρωπο µακάριο Θείας ευτυχίας.
Το χρυσάφι της Αγάπης των γονιών, έγινε πρόξενος διχασµού των θυγατέρων. Έγινε αντικείµενο κλοπής και µίσους. Κατάφερε να χωρίσει τις δυο αδελφές για λίγο καιρό. Αργότερα όµως της ένωσε ξανά η Αγάπη και µιας και δεν είχαν κι οι δυό, έφτανε το περίσσευµα της Αγάπης της Ελένης.
Η Ελένη απόφυγε τον καυγά για το κοµπόδεµα και το ορυκτό χρυσάφι, προσθέτοντας περισσότερο χρυσάφι στην ψυχούλα της. Και ξέρετε αυτό το χρυσάφι της ψυχής, φαίνεται και λάµπει γιατί είναι η αντανάκλαση του εσωτερικού µας κόσµου. Λάµπει περισσότερο από το ορυκτό και δεν φοβάσαι την κλοπή, γι’ αυτό και δεν κρύβεται σε σεντούκια. Ακόµα κι’ αν βρεθεί (κλέφτης), δεν το στερεί από αυτόν που το έχει, το αντιγράφει ίδιο κι’ απαράλλακτο µε την ίδια αξία
Τα χρόνια πέρασαν και όταν πιά η Ειρήνη δεν µπορούσε να εξυπηρετεί τον εαυτό της, βρέθηκε στην φροντίδα µιας µονάδας ηλικιωµένων. Πίσω στο σπίτι τα παιδιά της, άνοιξαν, αέρισαν και καθάρισαν στο σπίτι. Άνοιξαν και το σεντούκι και έκπληκτα βρήκαν µια τσάντα γεµάτη µε κοσµήµατα. Τα διαµάντια µιάς καρφίτσας γέµισαν λάµψεις τον χώρο και γυάλισαν και τα µάτια των παιδιών. Έµεναν εκεί ανεκµετάλλευτα, ακίνητα, υποµονετικά να σχεδιάζουν τα επόµενα θύµατά τους. Έµεναν εκεί µε πείσµα και σχέδια να βασανίσουν κι’ άλλους στο µέλλον. Και µπορεί τα σχέδιά τους να βγούν αληθινά, αν το επιτρέψουν οι άνθρωποι.
Ναι, είναι δυνατόν να νικήσουν οι άψυχες πέτρες τον άνθρωπο, αν ο άνθρωπος κοντύνει και χάσει την ψυχή του.
Τα Χανιώτικα Νέα συμμετέχουν στην Πρωτοβουλία Journalism Trust Initiative (JTI) των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα, έχοντας συμπληρώσει και δημοσιεύσει την Αναφορά Διαφάνειας. Η Πρωτοβουλία JTI είναι ένα διεθνές πρότυπο και έχει ως στόχο την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του κοινού στα ΜΜΕ μέσω της ανάδειξης και προώθησης της αξιόπιστης δημοσιογραφίας,
Συμμετέχοντας στην πρωτοβουλία αυτή, αναλαμβάνουμε την ευθύνη να συμβάλλουμε στην καταπολέμηση της παραπληροφόρησης και να προάγουμε την αξιοπιστία και την ηθική στη δημοσιογραφία. Με αυτόν τον τρόπο, στηρίζουμε τις βασικές αρχές της ελευθερίας του τύπου και της δημοκρατίας, προσφέροντας στους πολίτες έναν αξιόπιστο πυλώνα πληροφόρησης.