13.3 C
Chania
Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου, 2026

Τα ερπετά της Κρήτης – Ποια είναι ενδημικά, ποιες δοξασίες τα έχουν δαιμονοποιήσει

Βατράχια, φρύνοι, χελώνες, σαύρες, σαµιαµίθια, φίδια… Η Κρήτη µπορεί να µην διαθέτει µεγάλη ποικιλία ερπετοπανίδας, όπως τουλάχιστον επισηµαίνουν οι ειδικοί, ωστόσο, και σε αυτή την περίπτωση, µπορεί να καυχηθεί ότι φιλοξενεί κάποια µοναδικά στον κόσµο είδη.

Ο βιολόγος – ερπετολόγος του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Πέτρος Λυμπεράκης.

Με ξεναγό τον βιολόγο – ερπετολόγο του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστηµίου Κρήτης, Πέτρο Λυµπεράκη, οι «διαδροµές» επιχειρούν σήµερα ένα ταξίδι στον εν πολλοίς παρεξηγηµένο κόσµο των ερπετών της Κρήτης για να «φωτίσουν» γοητευτικές πτυχές των ξεχωριστών αυτών ζώων, αλλά και λαϊκές δοξασίες που άδικα τα έχουν δαιµονοποιήσει.

Λίγα είδη αλλά και κάποια ενδηµικά

Ενήλικο άτομο αρσενικό κρητικού βατράχου, ένα είδος που συγκαταλέγεται στα ενδημικά ερπετά της Κρήτης.
Το σαμιαμίθι της Κρήτης έχει τη δυνατότητα να κόβει την ουρά κατά βούληση, όταν συλληφθεί από θηρευτή (αυτοτομία). Σε αυτή την περίπτωση η κομμένη ουρά ξεκινά να κινείται σπασμωδικά, κάτι που μπορεί να αποσπάσει την προσοχή του θηρευτή και να δώσει χρόνο στο ζώο να δραπετεύσει.
Το «κλωστιδάκι» είναι ενδημικό είδος της Κρήτης που συναντάται στη Δυτική Κρήτη και στις νησίδες Ελαφονήσι, Άρτεμις, Χρυσή, Μικρονήσι, Κουφονήσι Λασιθίου και γύρω νησίδες, Κυμώ, Καβάλλοι, Ελάσα, Παξιμάδα, Δραγονάδα, Πρασονήσι, Αυγό, Δία, Κάργα, Αγ. Νικόλαος Σούδας, Άγιοι Θεόδωροι.

Ξεκινώντας τη συζήτησή µας ρωτήσαµε τον κ. Λυµπεράκη για το αν η Κρήτη διαθέτει πολλά είδη ερπετών: «Όχι», απαντά και διευκρινίζει: «Συγκριτικά µε άλλες περιοχές και σε σχέση µε το µέγεθος της Κρήτης, έχουµε πολύ λίγα είδη ερπετών. Αυτό οφείλεται στη µακροχρόνια αποµόνωσή της η οποία µετράει πέντε εκατοµµύρια χρόνια».
Ωστόσο, παρά τον «φτωχό» αριθµό διαφορετικών ειδών ερπετών υπάρχουν κάποια που συναντώνται µόνο στην Κρήτη: «Πρόκειται για είδη που υπήρχαν όταν ακόµα η Κρήτη ήταν ενωµένη µε την ηπειρωτική Ελλάδα και άλλες περιοχές. Αυτά είναι τα ενδηµικά, τα οποία µετά την αποµόνωση ακολούθησαν µια δική τους εξελικτική πορεία και ξεχώρισαν από τα υπόλοιπα».
Ποια είναι όµως τα ενδηµικά ερπετά της Κρήτης; «Ένα είναι ο κρητικός βάτραχος, ένα ζώο που δεν είναι καθόλου απαιτητικό. Το µόνο που θέλει είναι καθαρό, γλυκό νεράκι. ∆υστυχώς, όµως, στο καθαρό νερό εµείς έχουµε µια έχθρα κι έτσι τα ποτάµια µας είναι πολύ αφιλόξενα, είτε γιατί τα µολύνουµε µε σκουπίδια, µε χηµικά, αγροχηµικά κ.λπ., είτε γιατί εξαντλούµε το νερό τους. Σκεφτείτε ότι σήµερα στην Κρήτη οι ποταµοί µόνιµης ροής είναι ελάχιστοι. Ιστορικά αναφέρονταν πολύ περισσότεροι όµως τους έχουµε εξαντλήσει από κακή χρήση του νερού. Παρ’ όλα αυτά οι κρητικοί βάτραχοι “γαντζώνονται” από όπου µπορούν και παρά τα µπαζώµατα, παρά τις ρυπάνσεις, παρά τις αποξηράνσεις και την κατάχρηση του νερού που κάνουµε, το συναντάµε αυτό το είδος. Σε κάθε περίπτωση, ειδικά στις προστατευόµενες περιοχές, πρέπει να ληφθούν πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση να υπάρχει διαθέσιµο νερό. Άλλωστε από την παρουσία του γλυκού νερού, επωφελούνται πολλά είδη πανίδας, πουλιά, έντοµα, χίλια δυο», σηµειώνει ο κ. Λυµπεράκης.
Το δεύτερο ενδηµικό είδος ερπετού που συναντάται στην Κρήτη είναι το γνωστό σαµιαµίθι: «Το σαµιαµίθι είναι για να το πω σχηµατικά “ο βασιλιάς των βραχονησίδων”. ∆ηλαδή, εκεί που έχουµε βραχονησίδες βρίθει ο πληθυσµός του, ενώ στην “ηπειρωτική” Κρήτη είναι αρκετά σπάνιο. Μιλάµε για ένα ζώο παµπάλαιο που φαίνεται ότι υπάρχει στην περιοχή του Αιγαίου πάρα πολλά χρόνια και που ενώ µορφολογικά δεν διαπιστώνονται µεγάλες διαφοροποιήσεις από περιοχή σε περιοχή, πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι γενετικά έχουνε πάρα πολύ µεγάλη διαφοροποίηση και γι’ αυτό ο πληθυσµός της Κρήτης χαρακτηρίστηκε ως ξεχωριστό είδος.
» Μάλιστα, ένα συγγενικό είδος σαµιαµιθιού φαίνεται να υπάρχει στη Γαύδο, το οποίο βρέθηκε εκεί µε έναν τρόπο που δεν έχουµε κατανοήσει µέχρι σήµερα καθώς οι πιο συγγενικοί του πληθυσµοί εντοπίζονται στη Νότια Τουρκία. Πώς, όµως, έφτασε στη Γαύδο χωρίς να έχει περάσει από Κρήτη; Αυτό είναι ένα ερώτηµα που µας απασχολεί και µάλλον θα απασχολήσει και τους µελλοντικούς επιστήµονες», επισηµαίνει ο βιολόγος – ερπετολόγος του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας.
Το τρίτο ενδηµικό ερπετό της Κρήτης είναι το «κλωστιδάκι»: «Το κλωστιδάκι είναι ένα µικρό σαυράκι που έχει µια περίεργη κατανοµή», αναφέρει ο κ. Λυµπεράκης και εξηγεί: «∆ηλαδή το βρίσκουµε στην Κρήτη από το Ρέθυµνο και δυτικότερα, ενώ στην Ανατολική Κρήτη δεν υπάρχει παρά µόνο γύρω από βραχονησίδες (Χρυσή – Γαϊδρονήσι, ∆ιονυσάδες κ.λπ.)».
Ως προς την ονοµασία της µικρής αυτής σαύρας («κλωστιδάκι») ο κ. Λυµπεράκης αναφέρει ότι προέρχεται από τα Σφακιά: «Οι µόνοι άνθρωποι που το ονοµατίζουν διαφορετικά, και δεν το αναφέρουν γενικά ως σαύρα, είναι στα Σφακιά. Το λένε “το κλωστιδάκι” ή στο πληθυντικό “τα κλωσταρά” για να το ξεχωρίσουν από τη µεγάλη πράσινη σαύρα. Εκεί άκουσα -και συγκεκριµένα στην Ανώπολη- αυτό το όνοµα κι από εκεί του έµεινε».

Ξένοι «εισβολείς»

Ο βουβαλοβάτραχος ήρθε πρόσφατα στην Κρήτη από τον άνθρωπο, καταγράφεται ως εισβολικό / χωροκατακτητικό, και έχει εντοπιστεί στη λίμνη της Αγιάς στα Χανιά.
Η σαύρα της Σικελίας (Podarcis siculus) απειλεί να διώξει την κρητική σαύρα από τα μέρη που έχει εγκατασταθεί ο πληθυσμός του.

Στα αξιοσηµείωτα της ερπετοπανίδας της Κρήτης είναι ότι καταγράφονται αρκετά είδη που τα έφερε ο άνθρωπος στο νησί. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτό έγινε πολύ παλιά και σε άλλες πρόσφατα, ενώ υπάρχουν και ορισµένα είδη που χαρακτηρίζονται «εισβολικά / χωροκατακτητικά» και τα οποία έχουν επιφέρει σηµαντικές αλλαγές στο οικοσύστηµα.
Χαρακτηριστικό παράδειγµα είναι ο βουβαλοβάτραχος που ήρθε πρόσφατα στην Κρήτη από τον άνθρωπο και καταγράφεται ως εισβολικό / χωροκατακτητικό, ενώ, µεταξύ άλλων, ο πληθυσµός του έχει κυριαρχήσει στη λίµνη της Αγιάς στα Χανιά.
«Οι φυσικοί πληθυσµοί του βουβαλοβάτραχου είναι στη βόρεια έως κεντρική Αµερική, ενώ το είδος αυτό χρησιµοποιήθηκε εκτεταµένα για εκτροφές. Έτσι, το πρόβληµα που αντιµετωπίζουµε εδώ, αντιµετώπισε και σε πολύ µεγαλύτερη έκταση όλη η Ευρώπη γιατί µετέφεραν παντού βουβαλοβάτραχους για εκτροφές. Αυτό είχε ως συνέπεια σε πολλά σηµεία να εκτοπίσει τους ντόπιους πληθυσµούς, ενώ στην Κρήτη και στην Αγιά που έφεραν τον βαβαλοβάτραχο φαίνεται να έχει επικρατήσει µια ισορροπία, όπου ναι µεν κυριαρχεί ο βουβαλοβάτραχος αλλά δεν έχει εξαφανιστεί ο κρητικός βάτραχος. Η παρουσία του πάντως έχει επιδράσει στην τοπική πανίδα µε πολλούς τρόπους: αφενός είναι ένα νέο θήραµα για πολλούς θηρευτές αφετέρου είναι πάρα πολύ αδηφάγος, καθώς σε αντίθεση µε τον ντόπιο βάτραχο που τρώει µικρά έντοµα, αυτός πάει και σε φωλιές από πουλιά και τρώει νεοσσούς».
Μια άλλη αντίστοιχη περίπτωση είναι εκείνη της σαύρας της Σικελίας (Podarcis siculus) µίας σαύρας συγγενικής µε το ενδηµικό κλωστιδάκι (Podarcis): «Αυτό το είδος έχει εγκαταστήσει, δυστυχώς, έναν πληθυσµό στα δυτικά, αµέσως µετά από τις εκβολές του Κλαδισού ποταµού στη Νέα Χώρα, και όπως έχουµε διαπιστώσει, όπου έχει πάει σε άλλες περιοχές, είναι πολύ χωροκατακτητικό και διώχνει τα άλλα είδη. Εποµένως, αν δεν ελεγχθεί ο πληθυσµός του, θα διώξει σίγουρα και την κρητική σαύρα, το κλωστιδάκι που υπήρχε εκεί, δηµιουργώντας µεγάλο πρόβληµα».

Λαϊκές δοξασίες και µύθοι

Στην Κρήτη πιστεύεται λανθασμένα πως το λιακόνι είναι δηλητηριώδες και επικίνδυνο ερπετό και πως δηλητηριάζει με την γλώσσα ή την ουρά! Φυσικά πρόκειται για εντελώς άκακο και ακίνδυνο ερπετό, όπως όλες οι σαύρες της χώρας μας. Επίσης κανένα ερπετό στον κόσμο δεν χρησιμοποιεί την ουρά με οποιονδήποτε τρόπο για να διοχετεύσει δηλητήριο.
Λιμνόφιδο. Πρόκειται για δεινό κολυμβητή που κυνηγάει ενεργητικά τη λεία του κυρίως υποβρυχίως. Αν τρομάξει καταδύεται και κρύβεται μέσα στο νερό, όπου μπορεί να παραμείνει χωρίς ανάσα για πολλά λεπτά.
Σπιτόφιδο. Το είδος αναγνωρίζεται λανθασμένα ως είδος οχιάς και του δίνονται διάφορες σχετικές ονομασίες όπως Οχέντρι, Όχεντρα, Αστρίτης, Λιόχεντρα, κ.ά. Πρόκειται φυσικά για εντελώς ακίνδυνο ζώο.
Αγιόφιδο. Το είδος χρησιμοποιείται σε γνωστή θρησκευτική παράδοση στην Κεφαλλονιά τον Δεκαπενταύγουστο όπου πιστοί χειρίζονται τα φίδια με γυμνά χέρια.
Η ονομασία Δενδρογαλιά συνδέεται με τον μύθο του μαστιγώματος με την ουρά, κάτι που δεν ισχύει και θα ήταν ανατομικά αδύνατο. Άλλος μύθος θέλει τη Δενδρογαλιά επιθετική όταν «έχει μικρά» ή «φυλάει τη φωλιά της», κάτι που δεν ισχύει καθώς κανένα φίδι της Ευρώπης δεν φυλάει ούτε τη «φωλιά», ούτε τα αυγά, αλλά ούτε και τα μικρά του.

Τα ερπετά της Κρήτης, όπως και πολλά είδη ζώων, δεν έχουν, όµως, µόνο να αντιµετωπίσουν φυσικούς εχθρούς αλλά και λαϊκές δοξασίες που τους αποδίδουν επικίνδυνες και θανατηφόρες ιδιότητες. Χαρακτηριστικό παράδειγµα τα λιακόνια που λέγεται ότι µπορεί να σκοτώσουν, αλλά και η ύπαρξη δηλητηριωδών φιδιών στο νησί, όπως η οχιά.
Ο Πέτρος Λυµπεράκης αναφέρθηκε σε δύο ενδεικτικές περιπτώσεις, διασκεδάζοντας µύθους και προκαταλήψεις που χρεώνουν άδικα επικίνδυνα χαρακτηριστικά σε ερπετά της Κρήτης: «Η πατρίδα του λιακονιού είναι η Βόρεια Αφρική και υπάρχει µεγάλη ποικιλία λιακονιών, ενώ κι εκεί υπάρχει η δοξασία ότι το λιακόνι είναι επικίνδυνο. Αυτό νοµίζω ότι οφείλεται πρώτον στο ό,τι είναι πολύ γυαλιστερό και δεύτερον ότι συγκριτικά µε το σώµα το έχει πολύ κοντά ποδαράκια κι εποµένως η κίνησή του είναι µάλλον οφιοειδής, δηλαδή κινείται σαν φίδι, κάτι που συνέβαλε στην κακή του φήµη. Αυτό όµως που πρέπει να ξέρουµε είναι ότι δεν υπάρχει κανένα είδος σαύρας παγκοσµίως, εκτός του Gila monster ένα είδος που ζει στις ερήµους της Αµερικής, που να έχει δηλητήριο.
» Από εκεί και πέρα, για τα φίδια µπορούµε να πούµε ολόκληρες ιστορίες. Ο άνθρωπος πάντα εκπλησσόταν από το γεγονός ότι ένα ζώο που δεν έχει πόδια µπορεί να τρέχει τόσο γρήγορα ή µπορεί να σκαρφαλώνει κ.τ.λ. Τον εντυπωσίαζε επίσης ότι τα δηλητηριώδη φίδια µε µία µικρή δαγκωνιά µπορούσαν να σκοτώσουν κάποιον. Γι’ αυτό και στη µυθολογία ή στις λαϊκές παραδόσεις είτε τα θεοποιούσε είτε τα δαιµονοποιούσε. Πάντως, στην Κρήτη δεν έχουµε δηλητηριώδη φίδια. Κι όταν µού λένε ότι σκότωσαν µια οχιά τους απαντώ ότι στην Κρήτη δεν υπάρχουν οχιές. Κι, όµως, παρότι βιογεωγραφικά εµείς µπορούµε να το επιβεβαιώσουµε αυτό είναι αδύνατο να πεισθεί ο κόσµος ότι δεν υπάρχει αυτό το ζώο. Οι οχιές, όµως, έφτασαν στο ελληνικό χώρο αφότου είχε αποµονωθεί η Κρήτη, οπότε δεν κατάφεραν ποτέ να περάσουν από τα ηπειρωτικά. Πάντως, υπάρχουν σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα».
Μάλιστα, όπως τονίζει ο κ. Λυµπεράκης, τα δηλητηριώδη φίδια φαίνεται να είχαν… εξολοθρευτεί από το νησί από την εποχή ακόµα της κρητικής µυθολογίας αλλά κι αργότερα των πρώτων Χριστιανών: «Οι αρχαίοι Έλληνες λέγανε ότι ο Ηρακλής καθάρισε την Κρήτη από τα δηλητηριώδη φίδια, ενώ µετά όταν ήρθε ο Χριστιανισµός, λέγονταν ότι µόλις πάτησε στη νότια Κρήτη ο Απόστολος Παύλος αυτά εξαφανίστηκαν από το νησί».

Από τα σαλόνια σε… λίµνες και ποτάµια

Η αμερικανική νεροχελώνα όπου πίσω από κάθε μάτι εκτείνεται μια κόκκινη (T. s. elegans) ή κίτρινη (T. s. scripta) γραμμή.
Στεριανές χελώνες, του γένους Testudo, είναι ένα είδος ακόμα που έχει έρθει πρόσφατα στην Κρήτη από ανθρώπους.

Το πρόβληµα µε τα ξενικά είδη ερπετών που απαντώνται στην κρητική φύση συχνά οφείλεται στην κακή νοοτροπία ορισµένων ανθρώπων που αντιµετωπίζουν τα ζώα ως παιχνίδι. Ένα «παιχνίδι» που µπορούν όποτε θέλουν να ξεφορτωθούν κι από το… σαλόνι και το σπίτι να το αφήσουν σε µια λίµνη ή ένα ποτάµι µε το πρόσχηµα ότι εκεί µπορεί να ζήσει καλύτερα.
Χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις είναι δύο είδη χελωνών που είναι εµπορεύσιµα ως pets (κατοικίδια) και πλέον τα συναντά κανείς στην άγρια φύση: «Μία τέτοια περίπτωση είναι η ξενική (αµερικανική) νεροχελώνα αυτή που έχει ένα κόκκινο σηµάδι στο κεφάλι. Πρόκειται για ένα είδος πολύ κοινό στα petshop που, δυστυχώς, παρά την απαγόρευση εισαγωγής του από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόµα το βρίσκουµε στα καταστήµατα. Είναι θέµα του ελληνικού κράτους τι ελέγχους κάνει στα τελωνεία και στα καταστήµατα πώλησης γιατί το είδος αυτό δεν έπρεπε να υπάρχει εδώ. Ακόµα, όµως, κι αν υπάρχει και το έχουν άνθρωποι στο σπίτι τους, είναι εντελώς λάθος να απελευθερώνονται στη φύση -δήθεν για να ζήσει καλύτερα- γιατί κάτι τέτοιο ασκεί µεγάλη πίεση στους πληθυσµούς της ντόπιας νεροχελώνας και σε άλλα ζώα. Χρειάζεται, λοιπόν, να υπάρχει συνείδηση και όταν παίρνουµε ένα ζώο να το κρατάµε στο σπίτι µας, κι όχι από µια κακώς εννοούµενη φιλοζωική νοοτροπία να το αφήνουµε ελεύθερο. Αντίστοιχα το ίδιο λάθος γίνεται και µε τις στεριανές χελώνες, του γένους Testudo, που τις έφεραν άνθρωποι στην Κρήτη πρόσφατα από την ηπειρωτική Ελλάδα και την Αττική, της οποίας τα βουνά είναι γεµάτα. Οι χελώνες αυτές δεν έχουν πρόβληµα να ζήσουν και να αναπαραχθούν εδώ, αλλά δηµιουργούν νέους, τεχνητούς πληθυσµούς που πιέζουν τους ντόπιους», τονίζει καταλήγοντας ο κ. Λυµπεράκης.

*Ευχαριστούµε θερµά τον βιολόγο, υποψήφιο διδάκτορα του Τµήµατος Βιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης και παρουσιαστή της εκποµπής «Άγρια Ελλάδα» (ΕΡΤ3) Ηλία Στραχίνη, ο οποίος παραχώρησε στις «διαδροµές» για τις ανάγκες του αφιερώµατος, φωτογραφικό και πληροφοριακό υλικό µέσα από την ιστοσελίδα του https://www.herpetofauna.gr/ .


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

1 Comment

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα