14.4 C
Chania
Σάββατο, 17 Ιανουαρίου, 2026

Τα Ελληνικά Βουνά ως Τόποι Νοήµατος, Μνήµης, Γνώσης

» …και όχι στυγνής ορθολογικής εκµετάλλευσης
» Με αφορµή την Παγκόσµια ηµέρα Βουνού – 11 ∆εκεµβρίου

Υπάρχει µια ιδιότυπη ένταση όταν το βλέµµα µας συναντά µια βουνοκορφή. Πέρα από το µεγαλείο που νοιώθουµε, αισθανόµαστε ήρεµοι µπροστά της γιατί εκτός από την απέραντη οµορφιά της, τη νοιώθουµε ως εικόνα σταθερή και αµετάβλητη. Στην πραγµατικότητα όµως, τα βουνά και όλες οι οµορφιές που σκορπούν απλόχερα µε τις “στατικές εικόνες” τους, αποτελούν δυναµικά συστήµατα, δοµές και αποτελέσµατα γεωλογικών διεργασιών εκατοµµυρίων ετών κίνησης, σύγκρουσης, διάβρωσης και µακρόχρονων φυσικών ισορροπιών.

Η Ελλάδα, µε µία από τις µεγαλύτερες πυκνότητες ορεινών όγκων στην Ευρώπη, αποτελεί ιδανικό τόπο για τη µελέτη αυτής της διττότητας: της διάρκειας και της µεταβολής. Στα βουνά συναντώνται η γεωλογική µνήµη, ο πολιτισµικός συµβολισµός και η οικολογική λειτουργικότητα, υφαίνοντας µια σχέση που διατρέχει το σύνολο της ελληνικής ιστορίας και παράδοσης, υλικής και πνευµατικής, που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση µε τη στυγνή και πρόσκαιρη εκµετάλλευση που τα απειλούν.
Αυτή τη σχέση της διττότητας και της πολυµερούς λειτουργικότητας έχει αναδείξει πριν αιώνες µε µοναδικό τρόπο ο Alexander von Humboldt (1769 –1859), ο οποίος αναγνωρίστηκε ως ο «εφευρέτης της φύσης» επειδή κατανόησε τον φυσικό κόσµο ως ενιαίο και αλληλοσυνδεδεµένο σύστηµα [1]. Στα έργα του Humboldt, από το ‘Essay on the Geography of Plants’ (1807) [2] έως το ‘Kosmos’ (1845) [3], ο Humboldt ανέπτυξε µια θεώρηση όπου Γεωλογία, Οικολογία, Κλιµατολογία, Αισθητική και ανθρώπινη εµπειρία συνιστούν πτυχές ενός ενιαίου συνόλου. Η οπτική αυτή προσφέρει ένα γόνιµο πλαίσιο κατανόησης των ελληνικών βουνών: όχι ως ουδέτερα ανάγλυφα, αλλά ως «χώρους νοήµατος», όπου η φύση, η ιστορία και η ανθρώπινη σκέψη αλληλοεπιδρούν. Ο Humboldt, στις εξερευνητικές του αποστολές στις Άνδεις, αναγνώρισε πρώτος ότι τα βουνά λειτουργούν ως ζωντανά αρχεία του γεωλογικού χρόνου: «Στα βουνά, η φύση αφήνει τα σηµειωµατάριά της ανοιχτά» έγραψε στο ‘Voyage aux régions équinoxiales’ (1814 [4]). Κάθε στρώση πετρώµατος αποτελεί καταγραφή µιας µεταβολής: καταβύθιση, ανύψωση, διάβρωση, κλιµατική µεταβολή, θαλάσσια εισχώρηση.

Πορτρέτο του Humboldt από τον Joseph Karl Stieler (1843) [5].
Η Ελλάδα, µε τις επάλληλες ορογενετικές φάσεις, τους τεκτονικούς της κύκλους, τις αλληλουχίες των ιζηµατογενέσεων σε διαφορετικά αποθετικά παλαιοπεριβάλλοντα, τις απολιθωµατοφόρες ενότητες, τα φαράγγια, τις κοιλάδες, τα καρστικά σπήλαια… ενσαρκώνει αυτήν την αντίληψη που παρουσίασε ο Humboldt: το βουνό ως συµπυκνωµένο χρόνο και τη σταθερότητα που αντιλαµβανόµαστε να είναι στην πραγµατικότητα, έκφραση µεταβολής. Για τον Humboldt, η σηµασία των βουνών δεν είναι µόνο γεωλογική αλλά και λειτουργική. Στο περίφηµο διάγραµµα του Chimborazo [2] αλλά και γενικότερα των Άνδεων [6], στο οποίο αποτύπωσε την κατανοµή της χλωρίδας ανά υψοµετρική βαθµίδα και θεµελίωσε την αντίληψη της «κατακόρυφα εξαπλωµένης φύσης»: το υψόµετρο δεν είναι ουδέτερος χώρος, αλλά αποτελεί καθοριστικό ενεργό παράγοντα που συνδέει µεταξύ τους το δίκτυο µικροκλιµατικών, βιολογικών και υδρολογικών µεταβολών.

Οι ελληνικές οροσειρές αποτελούν ζωντανή εφαρµογή αυτής της αρχής. Ο Όλυµπος, ο Ψηλορείτης, ο Ταΰγετος, η Πίνδος, Τα Λευκά… παρουσιάζουν έντονες εναλλαγές οικοσυστηµάτων, από εύκρατα δάση έως υψηλοαλπικές ζώνες. Στο ‘Kosmos’, ο Humboldt περιέγραψε τα βουνά ως «σπόνδυλους του πλανήτη», όπου συναντώνται γεωλογία, κλίµα, υδρολογία και ζωή [3]. Η ορεινή Ελλάδα αποτελεί ενσάρκωση αυτής της ιδέας, καθώς η υδρολογική, γεωργική και οικολογική της ισορροπία εξαρτάται βαθιά από την ορεινή της γεωγραφία. Αυτή η λειτουργικότητα επεκτείνεται στο ανθρώπινο πεδίο. Ο Humboldt υποστήριξε ότι το τοπίο δεν είναι ουδέτερο υπόβαθρο του ανθρώπου, αλλά επηρεάζει την αισθητική, ηθική και πνευµατική συγκρότησή του [7]. Η ελληνική παράδοση φαίνεται να γνώριζε αυτό το νόηµα πριν αποκτήσει θεωρητική διατύπωση. Ο Όλυµπος ως τόπος κατοικίας θεών, ο Ψηλορείτης ως πεδίο µύθων και αντίστασης, τα Λευκά Όρη ως σκηνικό υπαρξιακής αναζήτησης για τον Καζαντζάκη [8], αποτυπώνουν την έννοια του βουνού ως χώρου νοήµατος, όχι ως τοπίου. ∆ιαχρονικά οι ορεινές κοινότητες υπήρξαν θεµατοφύλακες γνώσης: υδρονοµία, διαχείριση ορεινών πόρων (υδάτων, λιβαδιών), βοτανική «σοφία», οικολογικές πρακτικές. Ο Humboldt θα αναγνώριζε και στην χώρα µας αυτό που βρήκε µελετώντας τις ιθαγενείς κοινωνίες της Λατινικής Αµερικής [6] και σήµερα εµπεριέχεται στον ορισµό της «εγγράµµατης εµπειρικής οικολογίας» («literate empirical ecology»).
Ωστόσο, η σύγχρονη Ελλάδα βρίσκεται αντιµέτωπη µε µια αντίφαση: τα βουνά αποκτούν ξανά «ρητορική αξία», περιβαλλοντικό συµβολισµό, ενεργειακή προσφορά, µέσω της τουριστικής τους προώθησης ή/και της ενεργειακής τους «αξιοποίησης», ενώ η ουσιαστική τους αξία φθίνει. Οι ορεινές κοινότητες εγκαταλείπονται, η παραδοσιακή οικολογική διαχείριση χάνεται, τα τοπία µετατρέπονται σε πεδία βιοµηχανικής εκµετάλλευσης ή ανεξέλεγκτης τουριστικοποίησης. Όπως του ήταν ήδη φανερό στις περιγραφές του για τις Άνδεις, ο Humboldt διαπίστωσε πως «όταν η κοινωνική εµπειρία και γνώση αποσύρεται, αυτή δεν αποκαθίσταται»!! [6]. Τα οικοσυστήµατα δεν γίνονται «άγρια φύση», αλλά ασταθή [7]. Το ίδιο φαινόµενο παρατηρείται σήµερα στην Ελλάδα: οι ορεινοί όγκοι όταν εγκαταλείπονται αναδασώνονται άναρχα, γίνονται εύφλεκτοι, οι πληµµύρες εντείνονται, οι πλαγιές καθίστανται ευάλωτες από τη φυσική διάβρωση έως τη ληστρική και πρόσκαιρη εκµετάλλευση. Παράλληλα, οι κορυφές αντιµετωπίζονται ως τόποι ενεργειακής ή χωροταξικής επέκτασης: εγκατάσταση ανεµογεννητριών, διάνοιξη δρόµων, υποδοµές τουρισµού µεγάλης κλίµακας. Στο ‘Views of Nature’, ο Humboldt κατέγραψε µε διορατικότητα αυτή τη διαδικασία (πάνω από δύο αιώνες πριν!!!), σηµειώνοντας πως τα ορεινά οικοσυστήµατα συχνά µετατρέπονται σε «αποικιακούς χώρους πόρων» [7]. Η ελληνική πραγµατικότητα σήµερα: τα Άγραφα, η Πίνδος, τα οροπέδια και οι βουνοκορφές της Κρήτης, επιβεβαιώνουν αυτή την παρατήρηση: οι οροσειρές γίνονται πεδία σύγκρουσης συµφερόντων. Το βουνό χάνει τη φωνή του, όχι επειδή έπαψε να µιλά, αλλά επειδή εµείς παύουµε να το ακούµε.
Μπροστά σε µια τέτοια προοπτική ο Humboldt έχει προτείνει κάτι κρίσιµο, που θα πρέπει να µας προβληµατίσει όλους και όλες: η προστασία του ορεινού τοπίου δεν είναι τεχνικό πρόβληµα αλλά γνωσιακό. Ο Humboldt δεν προσέγγιζε τις αναβάσεις του ως κατακτήσεις, αλλά ως µαθησιακές διαδικασίες. Η θέα από την κορυφή ήταν «προοπτική σκέψης» [3]. Έτσι, το ερώτηµα για τα ελληνικά βουνά δεν είναι αν πρέπει να προστατευθούν αλλά πώς πρέπει να ιδωθούν. Η κυρίαρχη σήµερα οπτική είναι: drone shots, θέαση, κατανάλωση, απόδοση ενέργειας…., που αποκόπτει το βουνό από την υπαρξιακή του θέση. Το ανάγλυφο γίνεται σκηνικό και όχι βιβλιοθήκη.
Αν ο Humboldt περπατούσε στο φαράγγι της Σαµαριάς, πιθανότατα πέρα από το απολαυστικό της µοναδικής διαδροµής στους στενωπούς της πέτρας, θα διάβαζε αυτό που αποτελεί το µνηµειώδες του χώρου, που ο µέσος περιπατητής δεν µπορεί να αντιληφθεί: στα ανάγλυφα ασβεστολιθικά τοιχώµατα θα διάβαζε ό,τι διάβασε στις Άνδεις: πανάρχαιες θάλασσες που άφησαν πίσω τους δεκάδες θέσεις µε τα χνάρια τους, όπως απολιθωµένες αποικίες σπόγγων. Τεκτονικά επεισόδια που άφησαν έντονες πτυχές και µοναδικές ρηγµατώσεις, κλιµατικές µεταβολές που γέµισαν την περιοχή πηγές, σπήλαια και κορήµατα, τις γνωστές σάρες, για να αναφέρουµε επιγραµµατικά λίγα από τα φυσικά αναγνώσµατα που παραµένουν άγνωστα στην πλειονότητα των περιπατητών. Στα εγκαταλειµµένα χωριά θα αναγνώριζε την απώλεια της «κοινωνικής οικολογίας», όπως κατέγραψε για τη Λατινική Αµερική: «όταν οι κοινότητες φεύγουν, εξαφανίζεται η γνώση, όχι µόνο η χρήση του τόπου» [4].
Το ελληνικό ορεινό τοπίο διαθέτει όλα τα υλικά των βουνών που περιέγραψε ο Humboldt: πυκνές οροσειρές, διαφοροποίηση υψοµέτρων, κοινωνίες που ζούσαν σε αγαστή συνεργασία µε τη φύση, ιστορική σχέση µεταξύ τοπίου και ταυτότητας. Αυτό που λείπει σήµερα δεν είναι οι κορυφές, αλλά η οπτική του, η δική του µατιά!! Η γνώση του βουνού µετατράπηκε διαχρονικά σε εικόνα του βουνού. Η πολιτική του βουνού περιορίζεται σε όρους προστασίας ή/και ανάπτυξης και όχι γνώσης και νοήµατος. Σε αυτό το πλαίσιο, η σκέψη του Humboldt είναι ριζικά επίκαιρη: «δεν προστατεύουµε ό,τι δεν γνωρίζουµε και δεν γνωρίζουµε ό,τι δεν µελετούµε» [3].
Η πρόκληση είναι λοιπόν γνωσιολογική: να αποκαταστήσουµε την ιδέα της κορυφής ως παιδευτικής εµπειρίας. Να µετασχηµατίσουµε την τουριστική, οικονοµική, ή/και συµβολική χρήση του βουνού σε κατανόησή του ως Γεωλογικού και Οικολογικού ενιαίου συστήµατος µε πολιτιστικές παρακαταθήκες, προτρέποντας τα σχολεία να διδάξουν γεωλογία, οικολογία και πολιτισµό, όχι ως ξεχωριστά αντικείµενα, αλλά ως ενιαίες πτυχές του τοπίου. Γιατί πάντα οι ορεινές κοινότητες µπορούν να λειτουργήσουν, όχι µόνο ως µνηµεία του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανά επικαιροποιηµένα εργαστήρια οικολογικής και πολιτιστικής γνώσης του µέλλοντος. Γι΄αυτό και οι πολιτικές χρήσης γης θα πρέπει να προκύπτουν όχι από την εξωτερική µόνο εικόνα του τόπου αλλά από την κατανόηση της συνολικής του εικόνας, από αυτό που ο Humboldt αποκαλούσε «αισθητική της ενότητας» [3].

Σκίτσο του Humboldt και των συνεργατών του που αναπαριστά τη χωρική κατανομή των φυτών σε σχέση με το υψόμετρο στις Άνδεις [3].
Αν ο Humboldt είχε ανέβει στον Όλυµπο, πιθανά να έγραφε ότι «οι θεοί δεν κατοίκησαν εκεί επειδή ήταν ψηλά, αλλά επειδή µόνο από την κορυφή µπορεί κανείς να δει το σύνολο» [1].
Τα βουνά µας υπενθυµίζουν όχι µόνο τη διάρκεια αλλά και τη σχετικότητα. Η σηµασία της κορυφής δεν βρίσκεται στο υψόµετρο αλλά στην εσωτερική θέση της: εκεί όπου ο άνθρωπος µαθαίνει ότι ανήκει, όχι ότι κατακτά. Αυτή ίσως είναι η ουσία της παρακαταθήκης του Humboldt που µπορούµε να µεταφέρουµε και στον τόπο µας: να στεκόµαστε απέναντι στα βουνά µας όχι ως θεατές αλλά ως µαθητές, όχι ως καταναλωτές εικόνων, αλλά ως φορείς κατανόησης. Τα βουνά εµπεριέχουν την παλαιότερη σοφία αυτού του αέναου κόσµου και µας καλούν να ξαναµάθουµε να τα ακούµε.

*Ο Μανόλης Μανούτσογλου είναι καθηγητής και τέως κοσµήτορας της Σχολής
Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης

Αντλήθηκαν στοιχεία, µεταφράστηκαν, τροποποιήθηκαν και προσαρµόστηκαν από:
[1] Wulf, A. (2015). The Invention of Nature: Alexander von Humboldt’s New World. London: John Murray.
[2] Humboldt, A. von (1807). Essay on the Geography of Plants. Tübingen: Cotta.
[3] Humboldt, A. von (1845). Kosmos: Entwurf einer physischen Weltbeschreibung. Stuttgart: Cotta.
[4] Humboldt, A. von (1814). Voyage aux régions équinoxiales du Nouveau Continent. Paris: Schoell.
[5] https://en.wikipedia.org/wiki/Alexander_von_Humboldt
[6] Dettelbach, M. (1999). The Face of Nature: Humboldt and the Mountain World. Studies in History and Philosophy of Biological and Biomedical Sciences, 30(4), 491–504.
[7] Humboldt, A. von (1808). Ansichten der Natur / Views of Nature. Tübingen: Cotta.
[8] Καζαντζάκης, Ν. (2019) Αναφορά στον Γκρέκο. Αθήνα: Εκδόσεις Καζαντζάκη.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα