Είχαν προλάβει ν’ ανέβουν κιόλας στην κορυφή του βουνού που είδαν τον Ήλιο το βασιλιά να ανατέλλει και ήταν βαθιά η χαρά τους που συνάντησαν το φως του. Το αθόρυβο φως που απλώνεται σαν κύµα για να συναντήσει και να φωτίσει όλη τη δηµιουργία στην οικουµένη, που το περιµένει να έρθει, που συναντά την πέτρα και το χώµα για να χαρίσει δύναµη και πνοή και να δώσει στον κόσµο ζωή. Οι συναντήσεις των φυσικών δυνάµεων για τη λειτουργία του αισθητού κόσµου είναι γεγονός.
Το βουνό άλλες φορές συναντούν η αχλύδα και η οµίχλη και το ψυχρό και κατάλευκο χιόνι που εµποδίζουν την εξέλιξη και την ανάπτυξη για να ξανάρθουν πάλι οι µέρες που θα συναντήσει µιαν αυγή τις κορυφές του βουνού του Ήλιου η µαρµαρυγή και θα σαλέψει η δροσιά της οµίχλης και του χιονιού στη Γη που το βουνό από ψηλά αγναντεύει για να φέρει το µήνυµα της ζωής και τη χαρά της ανάστασης.
Στο διάβα της η ζωή συναντά εµπόδια δύσκολα που κάνει αγώνα για να βρει τρόπους να τα ξεπεράσει και να το νικήσει και φωλιάζει µαζί τους για να συνεχίζεται να µη σταµατά. Άλλοτε η ζωή τολµά να φτάσει ως την έρηµο την ακατοίκητη µε τις λιγοστές βροχές που θα συναντήσει τη ζέστη και την καυτή άµµο για να δηµιουργηθεί το υπέρλαµπρο θέαµα µε τις κατά τόπους οάσεις που υπάρχουν και µε τα πολύ λίγα είδη δέντρων που µερικά αποθηκεύουν νερό στους καρπούς των για να ξεδιψούν οι διαβάτες και η ψυχή ποθεί να αναζητά και να µεγαλύνει τον κτίστη.
Οι δεκαπεντάχρονοι στην ηλικία υπερασπιστές της πατρίδας τους που ονοµάζονταν Γελεκτσίδες ήθελαν εκούσια να βοηθήσουν στην άµυνα της πόλης τους και αποφάσισαν να συναντηθούν µε τους πολεµιστές και τους στρατηγούς του Μεσολογγίου κατά τη διάρκεια της πολύµηνης πολιορκίας από τους Τούρκους και τους Αιγύπτιους. Ο πόθος µικρών και µεγάλων µαχητών ήταν να µείνει ελεύθερος ο τόπος που γεννήθηκαν και δεν έχασαν το θάρρος τους να συναντηθούν µε το θάνατο, τότε που οι περιστάσεις το καλούσαν. Τα σπαθιά των εχθρών της πατρίδας που ήταν τόσοι πολλοί έκοβαν τις σάρκες των υπερασπιστών που λίγο πριν ολόκληρη η πόλη είχε κοινωνήσει. Και έφθασε το αίµα και ο πόνος των θυµάτων του Μεσολογγίου ως το θρόνο του Θεού και δεν άργησε να εκπληρωθεί ο πόθος τους να συναντηθούν µε τη λευτεριά, που είναι γεµάτος ο τορβάς της ψυχής τους, οι ελεύθεροι πολιορκηµένοι Έλληνες. Η λευτεριά που βγαίνει και µοιράζει χαµόγελα σ’ αυτούς που την ποθούν που προκαλεί θαυµασµό η λαχτάρα και ο πόθος τους να τη συναντήσουν που δαµάζει το φόβο και τις αδικίες που µαραίνουν την ψυχή. Ο πόθος των ανθρώπων για τη λευτεριά είναι το αγαθό που δε µπορούν να στερηθούν όποιο κι αν είναι το τίµηµα.
Που κηρύττεται διαχρονικά στον τόπο µας και που ο εθνικός µας Ύµνος που έγραψε ο ∆. Σολωµός αναφέρεται στη λευτεριά και εκφράζει τους πόθους και τις επιδιώξεις των Ελλήνων, όπως διατυπώνεται στα λόγια των δύο πρώτων στίχων: «Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τροµερή…. Και από τα κόκκαλα βγαλµένη των Ελλήνων τα ιερά…» που φανερώνουν µία σκέψη που ληµεριάζει στα ιερά και στα όσια και δεν προσκολλιέται στον πλούτο και στα υλικά αγαθά αυτού του κόσµου.
Έχουν επίγνωση οι άνθρωποι ότι αυτή η ζωή έχει τέλος και ησυχάζουν και αναπαύονται µόνο όταν εκείνα που κάνουν είναι σπουδαία. Με τις µάταιες διεκδικήσεις και τις σκοπιµότητες που ριζώνουν ρηχά δε συναντούν τη χαρά. Με δοσµένα αξιώµατα µε ψεύτικα προσόντα σταµατά η πρόοδος και δηµιουργείται κενό που δε µπορεί να καλυφθεί και χάνεται η ηρεµία της ψυχής.
Τα ψυχικά στοιχεία ασκούν επίδραση στο υποσυνείδητο που το κάνουν να ποθεί το κάλλιστον και το άριστον και όχι τις εντυπώσεις, τις θέσεις και τις υπηρεσίες που δεν αξίζουν. Ο ενδόµυχος πόθος των Ελλήνων και όλων των ανθρώπων είναι να συναντούν σε κάθε τους βήµα την ηρεµία και την πνευµατική προαγωγή που είναι βγαλµένη από τη ζωή και τον πολιτισµό των προγόνων τους. Να συνεχίζουν τις παραδόσεις µε τους άγραφους ηθικούς κανόνες και να τους τηρούν που δε µπορούν να αντικατασταθούν και δεν αλλάζουν ποτέ, µε το παρόν να συναντά το µακρινό παρελθόν. Με την ευλαβή µονοτήρηση αυτών των κανόνων οι άνθρωποι συναντούν τη χαρά, έχουν αξιοπρέπεια και ενότητα και δύναµη ψυχής σε κάθε ηλικία και γίνονται κήρυκες των ιδεών της ειρήνης. Για τις ηθικές αρχές και την ειρήνη που ποθούν οι Έλληνες έχουν κάνει θυσίες και είναι µνήµονες εκείνων χωρίς όνοµα που έπεσαν στα βουνά και στα χιόνια, στα πρόχειρα οχυρώµατα, στις τάφρους και στη θάλασσα που δε γύρισαν ποτέ στα σπίτια τους, που µε την τόλµη και την προσήλωσή τους σ’ αυτές τις αρχές συναντούν τη λευτεριά που ποθούνε.
Οι θνητοί θέλουν να κάνουν συναντήσεις και έχουν πολλές επιθυµίες και πόθους στη ζωή τους. Ο Φαέθοντας ύστερα από µεγάλο ταξίδι στους κάµπους και στις θάλασσες που ήθελε να συναντήσει τον πατέρα του τον Ήλιο, έφθασε στο ολόχρυσο παλάτι του που ήταν χτισµένο στην κορυφή του βουνού. Του ζήτησε να του δώσει να οδηγήσει µόνος του το άρµα του µία µέρα µόνο. Επειδή επέµενε του το έδωσε παρά την αντίθετη γνώµη του, που του στοίχισε η παράτολµη επιθυµία και ο πόθος του αυτός τη ζωή του.
Ο Ορφέας που ζούσε στα δάση και έπαιζε τη λύρα του και τραγουδούσε µια µέρα συνάντησε τη νύφη Ευρυδίκη και την πήρε γυναίκα του. Καθώς περπατούσαν όµως, µαζί στο δάσος ένα φαρµακερό φίδι την δάγκωσε και πέθανε. Ο πόνος του Ορφέα ήταν τόσο µεγάλος που ράγιζαν και οι πέτρες όταν περνούσε. Τίποτα δεν τον παρηγορούσε. Μία µέρα πήρε τη λύρα του και κατέβηκε στον Άδη για να συναντήσει την αγαπηµένη του που τόσο ποθούσε. Η κλαψιάρικη µουσική της λύρας του, σαγήνεψε το φύλακα τον Κέρβερο και τις ψυχές των νεκρών και ο Πλούτωνας συγκινήθηκε και την άφησε να την πάρει και να τον ακολουθήσει αλλά να µην γυρίσει να τη δει µέχρι να φθάσουν στη Γη. Αυτός όµως που την ποθούσε τόσο πολύ δεν άντεξε, έχασε την υποµονή του και γύρισε το κεφάλι του να δει το πρόσωπό της. Αµέσως αυτή χάθηκε και γύρισε στο σκοτεινό Άδη για πάντα.
Στη Γη στον απάνω κόσµο τον υλικό, οι θνητοί ποθούν πολλά από αυτά που βλέπουν µε τα µάτια του σώµατος. Με τα µάτια της ψυχής και της σκέψης που µηδενίζουν τις αποστάσεις και βλέπουν µακριά ποθούν τις αξίες και τις αλήθειες που υπάρχουν σ’ ένα άλλο κόσµο που είναι πάντα ζωντανός που δεν φθείρεται στην αιωνιότητα και δεν αλλάζει και αυτές τις αξίες θέλουν να συναντήσουν. Σ’ αυτόν τον κόσµο που φθείρεται και αλλάζει δηµιουργούνται εχθρότητες και µίση που κάνουν µαχητές για την κατάκτησή του που καταδιώκουν τους αντιπάλους τους και τους κυνηγούν όπως το πεινασµένο κυνηγάρικο όρνιο κυνηγά την τροφή του. Οι αντίπαλοι δίνουν µάχες µε µανία και προσπαθούν να αφανίσουν ο ένας τον άλλο και η Γη βάφεται µε αίµα και γεµίζει µε πτώµατα σαν να έπεσε κεραυνός ανάµεσά τους.
Την ώρα της µάχης και του µακελειού έρχεται ο πόθος της απελευθέρωσης και οι χαµένοι ναυαγοί στη σκλαβιά του µίσους ξαναβρίσκουν τη λευτεριά τους και σταµατούν σαν ακούστηκε µέσα τους φωνή δυνατή να τους λέει, «πάψετε και χωριστείτε αυτός ο κόσµος δεν ανήκει σε κανένα και δεν κατακτιέται και δεν κερδίζεται και κανένας θνητός δεν τον νίκησε ποτέ. ∆εν θα τρέξει άλλο αίµα. Σταθείτε και σταµατήστε τη σφαγή».
Όταν ακούγεται αυτή η φωνή σταµατούν και πάνε κοντά όλοι, χωρίς ανθρώπινη διαταγή, εχθροί και φίλοι χωρίς όπλα που τα έχουν πετάξει µε φιλική διάθεση, όταν το αίµα αχνίζει ακόµη και δίνουν τα χέρια και αγκαλιάζονται που συνάντησαν τη δόξα του θεού της Ειρήνης για να ζήσουν µε αυτή ως αδούλωτοι στα υλικά αγαθά αυτού του κόσµου. Τότε στο στερέωµα ξεχώρισαν τις ανταύγειες τις χρωµατισµένες µε µενεξεδένιες πινελιές….., που είδαν τον Ήλιο το βασιλιά να ανατέλλει και να τους φωτίζει και ήταν βαθιά η χαρά τους που συνάντησαν το φως Του.
*O ∆ηµήτριος Παυλάκης είναι π. Ανώτερος Υπάλληλος και Συνδικαλιστής


