Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου, 2022

Στη Φαλκονέρα ναυαγός με το καράβι “ΑΔΡΙΑΣ”…

(Αφιερωμένο ευλαβικά στην ιερή μνήμη των γονιών μου)

(Αφορμή γι’ αυτό το δημοσίευμα μου έδωσε το αρχιερατικό τρισάγιο στο μνημείο του ναυαγίου του F/B “ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ” την Κυριακή 8/12 στις 11 το πρωί, με τις Αρχές μας και λίγο κόσμο, που… ακόμη θυμάται αυτήν την τόσο τραγική ιστορία του τόπου μας…).

002Στις 5 του Οκτώβρη του 1951 στα Χανιά έκανε “τον κατακλυσμό του Νώε”. Είχα έρθει από το χωριό, τον Καμπανού Σελίνου, στο σπίτι του θείου μου του Στέλιο (Μπουλταδάκη, δ/ντή, τότε, Γεωργίας Κρήτης) κι είχα πάει στο πρακτορείο: “Συνεργαζόμεναι Ατμοπλοΐαι Τόγια” κι είχα βγάλει εισιτήριο, κατάστρωμα (δρχ. 59.000) γι’ απόψε το βράδυ: Σούδα – Πειραιά, με το πλοίο “ΑΔΡΙΑΣ”.
Η θεία μου έλεγε: να μην ταξιδέψω, γιατί ο καιρός είναι πολύ ανάποδος· εγώ όμως λυπόμουνα να χάσω το εισιτήριο, αν αποφάσιζα ματαίωση, γιατί χρήματα δεν επέστρεφαν και τα μαθήματα του δεύτερου έτους στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ρόδου που φοιτούσα άρχιζαν από μεθαύριο.
Παίρνω, λοιπόν, τα πράγματά μου, νωρίς το απόγευμα: μια υφασμάτινη πρασινωπή παλιά βαλίτσα με δύο ζώνες για να συγκρατεί τις απέξω τις υφαντές κουβέρτες μου. Φόρεσα το παλτό μου, μια μπλε βαμμένη εγγλέζικη μαντύα στρατιωτική και εγγλέζικες αρβύλες, όλα αγορασμένα από τη “Σταφιδική”, είδη πάφνητα στρατιωτικά.
Στη Σούδα όλοι αγωνιούσαν για τον τόσο άγριο καιρό κι υπολόγιζαν πως κι αν μας κουνάει πολύ το πλοίο στην αρχή, γύρω στα μεσάνυχτα οι γι’ άνεμοι θα κοπάσουν.
Το “ΑΔΡΙΑΣ” ξεκίνησε στις 8 το βράδυ με σκαμπανεβάσματα μεσ’ από το λιμάνι. Εγώ καθόμουν στο κατάστρωμα το χαμηλό, δίπλ’ από μια σκάλα, π’ έβγαινε ζέστη από κάτω, φαίνεται ήταν οι μηχανές. Δίπλα μου είχα τη βαλίτσα μου με τις πατανίες. Τέσσερις και είκοσι (4.20 ώ) τα ξημερώματα ακούγεται ένας τρομερός τρανταγμός· κι αμέσως ο τόπος εκεί που ήμουν έγινε θεοσκότεινος κι εγέμισε κατάμαυρα νερά. Επρόφτασα μαζί με πολλούς άλλους συνεπιβάτες ν’ ανεβούμε από τις σκάλες ψηλότερα…
Εκεί ήταν σωσίβια κι ο καθένας έβανε ό,τι μπορούσε. Εγώ βρήκα ένα σαν μαξιλάρι, με τρύπα στη μέση για το λαιμό κι ένα στη μέση σαν φασκιά, που με βοήθησε ο χωριανός μου ο Μανώλης Γρ. Ζερβουδάκης που βρέθηκε τυχαία μπροστά μου· πήγαινε στη Θήβα στρατιώτης με μετάθεση. Σ’ αυτήν την ταραχή του έπεσε το όπλο του και χάθηκε κι εγώ τη βαλίτσα μου ούτε την ξαναθυμήθηκα ούτε την… ξαναείδα ούτε τις κουβέρτες.
Το πλοίο είχε γείρει απελπιστικά· σχεδόν βυθιζόταν. Ηταν από κάτω κόκκινο, θυμάμαι, από το φως των δαιμονισμένων αφρών…
Πλάι μας, μέσα στα νερά, δύο γυναίκες θαρρώ πνιγμένες, χτυπιόνταν στους βράχους και στο τοίχωμα του πλοίου· η μια είχε την τσάντα της ανοιχτή στον ώμο της… κρεμασμένη. Κι άλλοι δυο, παρέκει… δεν ξέρω αν σώθηκαν…
Ετσι γειρτοί όλοι οι επιβάτες, περιμέναμε τι θα μας κάμει ο Θεός· οπότε κάποιος σκέφτηκε και πέταξε προς την απέναντι στεριά, μια “γούμενα” από συρματόσκοινο. Εκεί ήταν ναυαγοί φτασμένοι, την άρπαξαν και την προσέδεσαν στα βράχια.
Ηδη όσοι είχαν αντοχή τη χούφτωναν κι εκατηφόριζαν προς τα βράχια, ενώ κάτω τους η αφρισμένη θάλασσα ήταν -λέγανε- άπατη!… Κάποια στιγμή τόλμησα κι εγώ κι αρπάζω τη γούμενα για το ίσια κάτω της διαδρομής, φορώντας και την ολοσούρωτη βαριά μαντύα μου και τις αρβύλες.
Θα ’χα φτάσει στη μέση της διαδρομής, όταν ένας αβάσταχτος πόνος στο χέρι μ’ έκανε ν’ αφήσω τη γούμενα και να πέσω στην αφρισμένη άπατη θάλασσα… μου ’χε σκίσει το σύρμα την παλάμη.
Ή τα σωσίβια ή η μοίρα μου· πάντως μ’ ελυπήθηκε ο Θεός, όπως το λέω συχνά και ξανανέβηκα στην τρικυμισμένη επιφάνεια κι ήμουν λίγο πιο πάνω απ’ τα νερά κι εφώναζα: “Παναγία μου!”, “Μανώλη, πού ’σαι;” μα τίποτε… Κοντά μου ένα τσουβάλι γεμάτο και ραμμένο, τ’ αγκάλιασα κι εφώναζα: “Παναγία μου!” – “Μανώλη πού ’σαι;”…
Κάποια στιγμή ένα κύμα μ’ έφερε κοντά στα βράχια· κι ένας σμηνίτης, άγνωστός μου              -φανερή η θεία Πρόνοια- μ’ άρπαξε από τα μαλλιά και μ’ έσυρε στα βράχια. Ηταν κι άλλοι πολλοί εδώ…
Βλέπω μάλιστα και μια κυρία τυλιγμένη με την πατανία μου την ολόβρεχτη. Η βροχή ασταμάτητη, ρυάκια κατέβαιναν τα νερά απ’ τα ψηλότερα της Φαλκονέρας. Δυο αεροπλάνα, που πετούσαν χαμηλά – χαμηλά, δεν μπορούσαν τίποτε να μας προσφέρουν.
Αλλοι επιβάτες έριξαν μακριές σανίδες ως τα βράχια και κατάφεραν να έρθουν απέναντι…
Το μεσημεράκι ένα ναυαγοσωστικό πλοιάριο με λάστιχα αυτ/του γύρου – γύρου του, θυμάμαι, ήρθε κοντά στον ναυαγισμένο “ΑΔΡΙΑ” τον σφηνωμένο στα βράχια και με τον τηλεβόα μας φωνάζει: «Αγαπητοί επιβάτες του ναυαγισμένου “ΑΔΡΙΑ” η περιοχή εδώ είναι υφαλογενής και δυστυχώς δεν μπορούμε να πλησιάσουμε για βοήθεια. Οι δυνάμενοι, ανηφορίσετε, παρά τις δυσκολίες, ως επάνω στον φάρο του νησιού κι απ’ εκεί η κατηφοριά για το λιμανάκι (που περιμένουν τα πλοία να σας περισυλλέξουν) δεν έχει δυσχέρειες… Για τους ανήμπορους, θα έρθουν τραυματιοφορείς με φορείς και νοσοκόμοι, μόλις αυτό καταστεί εφικτό!». Και έβαλαν μουσική και τραγούδια στο μεγάφωνο για τόνωση του ηθικού μας.
…Πήρα κι εγώ την ανηφόρα με καταρρακτώδη βροχή, όπως όλοι, “μα ο βρεμένος, βροχή δε φοβάται” και πιο πάνω συνάντησα και τον χωριανό μου στρατιώτη τον Μανώλη…
Κι ενώ ανηφορίζαμε το βουνό με το ολισθηρό έδαφος μας κατέβαζε ίσια κάτω, κοντά στα βράχια και την άγρια θάλασσα. Πιο κει το έδαφος ήταν πιο στέρεο και με το βράδιασμα ήμασταν κοντά στην κορυφή, στον φάρο. Εκεί ήπιαμε λασπόνερο από μια λακκούβα που ’χε στεγνώσει ο λαιμός και το στόμα μας.
Κάτω στο βάθος, μισής ώρας απόσταση, το λιμανάκι ήσυχο και με πολλά καράβια, πιο ανοιχτά, να μας περιμένουν, εδώ στο λιμανάκι ήταν οι βάρκες των που μας ανήμεναν.
Οταν εφτάσαμε, πήδησε μέσα ο Μανώλης κι ακολούθησα εγώ, που όμως ήμουν άτυχος, γιατί ο σκαρμός, εκεί στο πλάι, μου ’σχισε το πανταλόνι ως επάνω. Η βάρκα μας ήταν του πλοίου “ΙΟΝΙΟΝ” και σ’ αυτό μας πήγε. Μόλις πατήσαμε κατάστρωμα, μας κατέγραψαν: ονοματεπώνυμο, τόπο προορισμού και μας έβαλαν στο πέτο ένα νούμερο. Ο Μανώλης έψαξε και βρήκε το μηχανοστάσιο του πλοίου, με πήρε μαζί του από κάτι σκάλες χαμηλά κι εδώ ο χώρος ήταν θαρρείς φούρνος. Βγάλαμε τα ρούχα μας όλα, τ’ απλώσαμε κοντά σε καζάνια που μας υπέδειξαν και σε δύο λεπτά ήταν ολόστεγνα και ζεστά. Τα ξαναβάλαμε, ευχαριστήσαμε κι απάνω με τις σκάλες. Τώρα στεγνοί και τυχεροί, χαρούμενοι που επιζήσαμε, νοιαζόμασταν για τη φοβερή μας πείνα. Εχομε να φάμε κάτι, σωστές δύο μέρες…
Σ’ ένα σημείο του πλοίου αντιληφθήκαμε μια στοίβα σακιά που μας μύριζαν… σταφίδα. Ο χωριανός μου βρίσκει τρόπο τρυπά ένα σακί και ξεχύνονται… σταφίδες θαυμάσιες! Κι αρχίσαμε να τραβούμε και να τρώμε… Σε λίγο δίψα ακατάσχετη. Νερό βρήκαμε στους καμπινέδες, ήπιαμε, ακούγοντας το μεγάφωνο: “Παρακαλούνται οι ναυαγοί να προσέλθουν στην τραπεζαρία του πλοίου, για λίγο φιδέ σούπα, γιατί κινδυνεύουν. Αποφύγετε -παρακαλούμε- τη λήψη άλλης τροφής, γι’ απόψε…”.
Νοιώσαμε το κατόρθωμά μας και περιμέναμε σε τι θα μας βγάλει… Η κοιλιά μας είχε φουσκώσει σαν της έγκυας γυναίκας…
Στον Πειραιά την επομένη στις 11 το πρωί. Κατεβαίνοντας για την έξοδο βλέπω την κυρία την τυλιγμένη με την κουβέρτα μου.
“Κυρία, κυρία, φωνάζω. Αυτή η κουβέρτα είναι δική μου. Γράφει και τ’ αρχικά μου στην άκρη: Σ.Α.Α.” που μου τα ’χε ράψει η μάνα μου!
“Δεν αντιλέγω κύριε” μου απαντά με ευγένεια… “Εγώ τη βρήκα να πλέει καθώς ανέβαινα την κλίμακα του πλοίου. Την τυλίχτηκα, γιατί ήμουν μόνο με τα εσώρουχα στην καμπίνα που κοιμόμουν. Μόλις κατέβω, με περιμένει ο σύζυγός μου με ρούχα, θα ντυθώ και θα στην παραδώσω, καταϋποχρεωμένη, γιατί μ’ έσωσε!”.
Αποβιβαστήκαμε στο λιμάνι του Πειραιά. Εφτασε κι η μαύρη πολυτελής κούρσα του συζύγου της ναυαγού. Μπήκε μέσα εκείνη, άλλαξε· και σε μια τσάντα ο σύζυγός της κι εκείνη μου έδωσαν την κουβέρτα, λέγοντάς μου: “Σ’ ευχαριστούμε, πάρε την κάρτα μου -είμαι του Αρείου Πάγου- κι αν μας χρειαστείς, στη διάθεσή σου!” κι έφυγαν… Την κάρτα την έχασα…
Αποχαιρέτησα και τον αγαπητό συγχωριανό μου Μανώλη, που έφευγε για τη μονάδα του και εγώ μιας κι είχα τόσες ώρες, πήγα στον Ηλεκτρικό, ανέβηκα στην Ομόνοια, δε μου ζήτησαν εισιτήριο, εξάλλου δεν είχα δραχμή, ανηφόρισα ως το Πανεπιστήμιο και τυχερός συνάντησα τον συμμαθητή μου στο Γυμνάσιο, φοιτητή Φιλολογίας τώρα, Θεμ. Βολουδάκη, είδε τα χάλια μου, του ’πα τα πάθη μου και μου ’δωσε τις 70 δρχ. που είχε, δακρυσμένος. Κι εγώ κατασυγκινημένος πήρα τον δρόμο πάλι για τον Πειραιά, για το πλοίο “ΙΟΝΙΟΝ” που σε λίγο έφευγε για τη Ρόδο… που πήγαινα κι εγώ…
Στο κατάστρωμα ξαπλωμένοι 110 νεαροί, που πήγαιναν ήδη ντυμένοι στη Σχολή Χωρ/κής Ρόδου. Ξεκινήσαμε απόβραδο και φτάσαμε στη Ρόδο τη μεθεπομένη, στις 10 το πρωί.
Τότε θυμήθηκα γονείς και σπίτι και πήγα στον ΟΤΕ και έστειλα στο σπίτι μας το τηλεγράφημα: “Διεσώθην εκ βεβαίου θανάτου και υγιαίνω. Σταμάτης” (Το βρήκα στα χαρτιά του πατέρα μου, πριν λίγα χρόνια…).
Συνέχισα για την Ακαδημία, στα χάλια που ήμουν. Αποσκευή μου μόνη, η διασωθείσα υφαντή κρητική πατανία μου και το εισιτήριό μου, που… σώθηκε… Στη μεγάλη αίθουσα, μου έγινε αξέχαστα συγκλονιστική υποδοχή. Μ’ έβαλε ο κ. Παγιατάκης -υποδ/ντής Παιδ. Ακαδ. Ρόδου- να διηγηθώ με κάθε λεπτομέρεια τα του ναυαγίου και της διάσωσής μου· κι ύστερα με πήρε στο γραφείο του για “κατ’ ιδίαν” συζήτηση, όπως μου είπε…
Ηθελε να με καθυστερήσει κάπου, ίσως και ν’ αποφορτιστώ από τη συγκίνησή μου. Κι όταν πέρασε μισή ώρα, μπήκε στο γραφείο ο γεν. δ/ντής της Π.Α. Ρόδου κ. Αντ. Ισηγόνης και ο πρόεδρος των Σπουδαστών Γιώργος Παγκάς και μου λένε: “Τα χρήματα που μας είπες πως σου… πνίγηκαν είναι εδώ, δικά σου, σου τα χαρίζουν καθηγητές και συσπουδαστές σου και ό,τι είχε η βαλίτσα σου (ρούχα κ.λπ.) θα πάμε μαζί να τ’ αγοράσουμε σε λίγο. Εχομε και γι’ αυτά συγκεντρώσει τα απαιτούμενα”. Δεν μπορώ να ξεχάσω ποτέ αυτήν τη συγκίνηση!
Πήγα ξανά στο περσινό μου δωμάτιο: Κωνσταντόπαιδος 442 –  Νιοχώρι Ρόδου και στο ίδιο εστιατόριο στο Μαντράκι…
Τράβηξα φωτογραφία την πατανία μου, να τη δει η μάνα μου και να ξεχάσει το μοιρολόι της, ως είπε το ραδιόφωνο για το ναυάγιο…
Σε λίγες μέρες μου ’φερε κι ο ταχυδρόμος μια επιταγή χιλίων λιρετών Ιταλίας από τον θείο μου Στέλιο Μπουλταδάκη, γεωπόνο, που παρακολουθούσε στην Πάδουα “Σύγχρονες εξελίξεις στη γεωπονία”, διάβασε τ’ όνομά μου στους διασωθέντες και μου ’γραφε πίσω στην επιταγή: “Αυτά τα λεπτά, μόνο για πορτοκάλια, να μη σ’ αφήσει «κουσούρι» το ναυάγιο!” Κι εγώ δεν το ’βαλα κάτω… Με βοήθησε ο Θεός ολοφάνερα.
Διάβαζα, αρίστεψα και τον Ιούνιο του 1952 επέστρεψα στο σπίτι μας στο Σέλινο με το πτυχίο μου: Αριστα, 9,28 και τα εισιτήρια όλων των διαδρομών: Ρόδο – Πειραιά – Σούδα – Καμπανό Σελίνου πληρωμένα από την επιβράβευση του άριστα. Δόξα σοι ο Θεός!

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα