19.4 C
Chania
Κυριακή, 12 Απριλίου, 2026

Σπουδή θανάτου: Κρητική Ταφική Τελετουργία και Ποίηση

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ πρόσφατο θάνατο ενός αγαπηµένου µου προσώπου, εντρύφησα σε κρητικά πεζά/ποιητικά κείµενα, σχετικά µε το  µοιραίο, το αναπόφευκτο γεγονός. Πώς γινόταν η ταφική τελετουργία στην Κρήτη, πως καταγράφεται ο στοχασµός των ζωντανών, πως περιγράφεται το µεταίχµιο ζωής/θανάτου, οι σκέψεις για το µετέπειτα.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ “πληµµυρίζει” την κρητική ιστορία που “γέµει ηρωϊσµών”, λόγω των πάµπολλων υπέρ Ελευθερίας εξεγέρσεων και αγώνων. Έτσι, ο θάνατος αποτελεί βίωµα εντονότατο που αντιµετωπίζεται άλλοτε περιφρονητικά κι άλλοτε δραµατικά τόσο στην κρητική ποίηση, λογοτεχνία και µαντινάδες, όσο και στο δηµοτικό τραγούδι και την παράδοση.

…ΤΟ 2001 επανεκδόθηκε ένας ογκώδης τόµος (περίπου 600 σελίδων) µε τίτλο “ΚΡΗΤΗ” των εκδόσεων Παπαδήµα. Περιείχε διαχρονικά δηµοσιεύµατα για τη Μεγαλόνησο του περιοδικού ‘ΗΩΣ’. Μεταξύ πολλών ενδιαφερόντων θεµάτων, υπήρχε και η παρακάτω, σύντοµη περί σφακιανών ταφικών εθίµων µελέτη του Αλεξανδρινού κριτικού και συγγραφέα, Μανώλη Γιαλουράκη (1921-1987). Τράβηξε την προσοχή µου, επειδή έτυχε να γνωρίζω τη συγγραφική τέχνη του Μ.Γ. από τα “Κριτικά Φύλλα” του Συµιακού λογίου Ιωάννη Χατζηφώτη. Το κειµενάκι είναι σοκαριστικό, πλαισιωµένο από έναν ωµό ρεαλισµό για ταφικά έθιµα, που φορές παραπέµπει στην αρχαιότητα:

Γιὰ τὸν κάτω κόσµο

Γιάντα, αδερφέ µου, το ‘κανες, ανθέ µου,  ἐτοῦτο – δὰ τὸ πράµα, φρόνιµέ µου;

Μᾶς ἔφυγες καὶ µίσεψες, αητέ µου, εἰς τὸν ἀνθὸ τζῆ νιότης,  ατυχέ µου.

Θα πώ γιὰ θάνατο που καταποντίζει τα πάντα… Από ποια χρόνια πανάρχαια κρατάει τὸ ἔθιµο; Οι Σφακιανοί κοιτάνε το µέλλον στὰ κόκκαλα τῆς ωµοπλάτης των ζώων, διακρίνουνε κεῖ τὰ µελλούµενα, τὸ Θάνατο που έρχεται βέβαιος, το τέλος που φθάνει. Κράζει κ’ ή κότα σαν κόκορας  κάποτε, ἡ συφορὰ θὰ ρηµάξει σπίτι.  Μέρα γιὰ νύχτα, όποιαν ώρα, ή καµπάνα παίζει αργά, µακάβρια, σὰ λάχει καὶ πεθάνει κανένας. «Σέρνουνε τις φωνές» οι δικοί του, κλαίνε, φωνάζουνε. Καλότυχοι οἱ νεκροί ποὺ τοὺς προλάβανε ζεστοὺς νὰ τοὺς ἀλλάξουν. Στὸν κὰτω, σὰν καὶ τὸν πάνω κόσµο, οἱ καλότυχοι λίγοι. Πλύνουνε το νεκρό µε κρασί, µετὰ τὸν τυλίγουνε σε πανιά λουρίδες, δένουνε τὰ χεροπόδαρα, δένουν καὶ τὸ κεφάλι µὲ τὸ σαγόνι. Τὸν βάζουνε ὕστερα στο «καδελέτο», νεκροκρέββατο κοινό για όλους, ποὺ ἀνήκει στὴν ἐκκλησία, µὲ λιόφυλλα καὶ λεµονόφυλλα προσκεφάλι. Τὰ µάτια τοῦ τὰ κλείνουνε ἀκόµη καὶ µὲ βία, ρίχνουνε χώµα στα βλέφαρα νὰ µὴ µετανοίξουνε. Αν δὲν τὰ καταφέρουνε, συµφορά µεγάλη. Κι ἄλλον θα πάρει ἀπ’ τὸ σπίτι γιὰ τὰ πέρα…

Στη θέση που ξεψύχησε καίει ἕνα λυχνάρι· θὰ καίει κει σαράντα µερόνυχτα. Σκεπάζουνε τους καθρέφτες, ξεκρεµούνε τις φωτογραφίες, οἱ τοίχοι ὁλόγυµνοι πενθούν κ’ εκείνοι. Κάθουνται γύρω στο καδελέτο οἱ γυναίκες µὲ µαλλιὰ ξέπλεγα, ἡ πιο κοντινή τοῦ πεθαµένου, κουρεµένη. Χτυπούν τὰ στήθεια τους, τραβούν τα µαλλιά, ή κουρεµένη πέταξε κιόλας τις πλεξίδες της στο καδελέτο, ἀρχίζει τὸ µοιρολόϊ – θρήνος ἀκράτητος- ένα µοιρολόι µαύρο κοράκι.

Κ’ οἱ µοιρολοΐστρες, στις ατέλειωτες ώρες αὐτοσχεδιάζουνε στίχους, όλο το βράδυ θὰ ξενυχτίσουνε σιµά του καὶ θέλει τραγούδια, δάκρυα · θέλει καὶ στερνά χαιρετίσµατα. Τὴν ἄλλη µέρα θὰ τὸν θάψουνε ἀφοῦ τοῦ λύσουνε χέρια, πόδια, να περπατεί στὸν Άδη πια ἐλεύτερος. Σαράντα µέρες φτιάχνουν φαγητά γιὰ τοὺς φτωχούς, νὰ τρώει καὶ νὰ εὐφραίνεται ὁ πεθαµένος.  Ανάβουν θυµιατό, βάζουν λιβάνι, παίρνουνε µια σταγόνα νερό, µια σταγόνα κρασί, ένα ψίχουλο καὶ τὰ ρίχνουν ἐπάνω, σταυρώνουνε µὲ τοῦτα τὸ τραπέζι µὲ τὰ φαγητά καὶ τὰ µοιράζουνε στη γειτονιά. Γυναίκα τὰ µοιράζει νηστική καὶ καθαρή, κ’ εἶναι νηστίσιµα πάντα. Τρώνε καὶ σχωρούνε του οἱ φτωχοί, συχωρεµένος να ‘ναι λένε κ’ οἱ ἄλλοι. Μοιράζουνε καὶ τὰ ρούχα του, µαυροφορούνε, ἀφήνουνε τὸ σπίτι ἀσοβάτιστο, ἡ χήρα θὰ πεθάνει µὲ τὰ µαῦρα, µὲ τὸν καϋµό του, µὲ τὸ µαράζι του. ∆ὲν ξέρω πιὸ θλιβερή γωνιὰ τῶν χωριῶν ἀπὸ τὸ κοιµητήρι. Οι τάφοι άγριοι στη θωριά, ἀκαλαίσθητοι, µακάβριοι όγκοι. Κάπου ένας τάφος δὲν κλείστηκε καλά, ὁ Θάνατος σοῦ φλοµώνει τὰ ρουθούνια. Ἡ ἐκκλησία εἶναι καὶ κείνη µαύρη κι ἄραχνη, ή παγερή του µεγάλου Αγνώστου ριπή τῆς συνεπήρε κάθε της χάρη. Τὰ κοιµητήρια στα Σφακιά εἶναι ἀκόµη φριχτότερα, οἱ πεθαµένοι κι οι  ζωντανοί µένουν αντάµα. Κανείς Σφακιανός δεν ἐπέθανε, τοῦ συχνοκουβεντιάζουνε οι δικοι του. Βγάζει τὸ τσεµπέρι της ἡ χήρα καὶ τ’ ἀποθέτει πλάι στὰ φαγητὰ τῶν φτωχών· σίγουρα τότες θὰ φανεῖ ὁ νεκρός στ’ ὄνειρό της. ∆ὲν τὴν φοβίζει ἐτοῦτο τ’ ἀποζητά. Βγάζει το τσεµπέρι της µε κρύφια χαρά και τ’ αποθέτει…” (1)

…ΑΛΛΑ, το µακάβριο δεν λείπει κι από τις σύγχρονες µαντινάδες:

“Και ποθαµένη θα πονώ/κι ας νεκρωθεί το σώµα,

χώµα και σκόρπια κόκκαλα/θα σ’ αγαπούν ακόµα!” *

  ΥΠΑΡΧΕΙ, ευτυχώς και ο ελεγειακός λυρισµός… Με διαφορά 24 χρόνων, γράφει στα ∆ίφορά του,  ο Ηρακλείωτης Κωστής Φραγκούλης ευχόµενος το ανέφικτο:

“O ποθαµὸς εἶναι πρικύς, κρυγιὸ τὸ µαῦρο χῶµα /κι ὁ χωρισµὸς τῶν ἐδικῶ, στὰ σωθικὰ µαχαίρι.

Μὰ πιὰ δριµώνει καὶ πονεῖ ὄντε ξεφλεβαρίζει,/ποὺ ξεσταχυάζουν τὰ σπαρτά, µαυροµαχοῦν τὰ χόρτα

δετάδες καὶ παραβολὲς ἀσφαραγγιοῦ κι ἀθίζου /καὶ χαλασάδες κι ἐγκρεµοὶ ξεφέγγου καὶ µερώνου.

Σὰν ξηµερώσει ἔτσα καιρός, δῶσε τοῦ Χάρου, Θέ µου,/µιὰ διάτα, νὰ καταλαγιά, τὸ µαῦρο του νὰ δένει,

µνῆµα νὰ µὴν ἀνοίγεται, τὰ δάκρυα νὰ στεγνώνου/τὰ καθελέτα νὰ σκολοῦν µὲ τσὶ µοιρολοΐστρες.

Κι ὅλ’ οἱ γι ἀθρῶποι ἀπρίκατοι, κι ἀσπροφουνταλλαµένοι, /κι ἄχολοι συναλλήλως τως νὰ χαίρουνται τὸν κόσµο.

Τσὶ κάµπους, τὰ ψηλὰ βουνά, τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι,/τῶν ἄστρω τὴν κεροδοσά, τσῆ ταχυνῆς τὰ ρόδα,

τ᾽ ὄµορφο µῖσµα τῶν πουλιῶ ποὺ πρωτοζευγαρώνου. /Τὰ µάτια νὰ χορτάσουνε, τὰ χείλη νὰ γευτοῦνε,

τοῦ ψεύτη κόσµου τσὶ χαρές, π’ ἀγύριστες µισεύγου,/σὰν τὸ γλυκότατ᾽ ὄνειρο π’ ὄντε ξυπνᾶς τὸ χάνεις!

… ΟΥΤΕ φυσικά σταµατά το πάθος, σήµερα, για συνεχή σύνδεση µε τον απελθόντα:

“Αγάπη µου στον τάφο σου/ αν δεις νερό στην άκρη

δεν είναι απο την βροχή/ µον’ ειν’ το δικό µου δάκρυ! **

ΘΑΝΑΤΟΣ και ΖΩΗ, λοιπόν,  παίζουν διελκυστίνδα στο νησί.  Περιέχουµε ήδη αφότου γεννηθούµε, το θάνατο, όπως λέει στην “Ασκητική” του ο Καζαντζάκης.  Όµως, παρελθόν και “µελλούµενα” είναι και παραµένουν άγνωστα… Κι ο Κρητικός ζει το π α ρ ό ν, µε όλη την ψυχή του, ξεγελώντας έτσι πολλές φορές το θάνατο… (21-11-2025)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) Μ. Γιαλουράκης (1921-1987),  “Για τον κάτω κόσµο”,  ΗΩΣ, αφιέρωµα στην ΚΡΗΤΗ του εκδοτικού οίκου Παπαδήµα (α’ εκδ. 1964, β’ έκδ. 2001, σελ. 188)

(2) Κωστής Φραγκούλης (1905-2005), “Τα ∆ίφορα”, Β’ τόµος (1988), “Τ’ Ονειρο”, σελ. 32)

————————

Μαντινάδες από την εφηµερίδα ΠΑΤΡΙΣ:

* του/της  maura_matia/ ** του/της  mon_cheri


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα