Σαν επικήδειος… «Κάποτε εκεί… µιλούσαν τα φύλλα στα δέντρα. Κι εκείνα ύστερα, ψιθύριζαν στους ανέµους τα µυστικά της γης. Τραγουδούσαν τα πουλιά τις ώρες της µέρας και η ζωή ανέπνεε στην κάθε ρίζα, στη δροσιά της σκιάς και στα τρεχαλητά των ζώων. Τώρα εκεί… µόνο σιωπή. Μια σιωπή παχιά, πνιχτή, σαν στάχτη στο λαιµό. Η φύση έσβησε απότοµα, σαν κερί µέσα σε θύελλα. Το χώµα καίει ακόµα. Κανένα χρώµα. Μόνο γκρι. Τα δέντρα, κοκάλινα φαντάσµατα, στέκουν µάρτυρες µιας κραυγής που χάθηκε µε µια σπίθα. Μα κι η κραυγή ξεχάστηκε. Κανείς δεν την άκουσε τελικά. Ή µήπως την άκουσε και προσπέρασε; Η φύση κάποτε φλύαρη, τώρα στέκει άφωνη. Και σ’ αυτόν τον ακίνητο τάφο, πώς θα φυτρώσει ξανά η ελπίδα; Αφού µονάχα η καύτρα από τις σπίθες του τέλους, κάθεται βαριά στις ψυχές εκείνων που θυµούνται τι είχαν και τι δε θα έχουν ποτέ ξανά…»
Πολλοί συνάνθρωποί µας, ξύπνησαν ένα πρωί µε τον ήλιο θολό. Όχι από σύννεφα, αλλά από καπνό. Κι ο αέρας αποπνιχτικός, µύριζε στάχτη και φόβο. Ένα ακόµη καλοκαίρι φλεγόµενης καταστροφής, σε λίγο µας αποχαιρετά. Για µια ακόµη φορά βλέπουµε από µια οθόνη, ή από το παράθυρό µας, τη χώρα µας σε πολλά µέρη, να γίνεται κάρβουνο. Και δεν είναι η πρώτη φορά. Και µάλλον, ούτε η τελευταία… Κι εσύ, στέκεσαι αµήχανος µπροστά στην τηλεόραση, µπροστά στο κινητό, µπροστά στην ίδια σου τη συνείδηση. Κοιτάς τους χάρτες. Πράσινα βουνά γίνονται γκρι. Φυσικές περιοχές εξαφανίζονται µέσα σε λίγες ώρες. ∆ρυµοί, βιοποικιλότητα, µικροί παράδεισοι, καίγονται µε µαθηµατική ακρίβεια. Σαν να ήταν προγραµµατισµένο. Θυµώνεις µε τους εµπρηστές, µε το κράτος, µε το σύστηµα, µε την αδράνεια. Και µετά σιωπή. Συνεχίζεις. Και ξεχνάς. Μα το δάσος δεν ξεχνά. Ούτε η ζωή που κάηκε µαζί του ξεχνά, ούτε οι άνθρωποι που έχασαν τα σπίτια τους, τα ζώα τους, τα χωράφια τους ξεχνούν. Και ακούγονται στις συζητήσεις οι απορίες… «Γιατί η Ελλάδα να καίγεται κάθε χρόνο όλο και πιο πολύ; Γιατί την καίνε συντονισµένα, οργανωµένα, µεθοδικά;» Και ακολουθούν αναλύσεις επί των αναλύσεων εν µέσω καφέ και αναψυκτικού. Κι ύστερα πάλι σιωπή. Και κάπου εκεί, είναι και κάποιοι, που µπορεί να «καίγονται» µέσα στη σιωπή τους και να αναρωτιούνται: «Πόσες φωτιές χρειάζονται ακόµα, για να πούµε όλοι µαζί δυναµικά «Αρκετά!».
Και αλήθεια, πόσο θ’ αντέξει ακόµα αυτός ο τόπος, που δεν είναι µόνο η φωτιά που τον τρώει; Είναι και η αδιαφορία. Είναι και το σκοτάδι που σκεπάζει τις αιτίες. Είναι και η έλλειψη ενδιαφέροντος και ερωτήσεων. Αλλά είναι και η απουσία πράξεων»…
Κι ωστόσο, όσο συµβαίνουν τα παραπάνω και όσο οι φλόγες «αλωνίζουν» ατέλειωτες εκτάσεις, είναι και άλλα που ακούγονται και γράφονται, όπως… «Μήπως το τυχαίο είναι τελικά σχέδιο; Μήπως πίσω από τη φωτιά στέκεται συµφέρον, βολή, χειραγώγηση; Και µήπως πίσω από τη σιωπή µας, στέκεται η συνενοχή; Μήπως η Ελλάδα δεν καίγεται µόνη της, αλλά τη βάζουν να καίγεται όσοι σιωπούν; Και όσοι ψηφίζουν µε κριτήριο το βόλεµα; Και όσοι θεωρούν το δάσος απλώς άχρηστη γη; Και όσοι οραµατίζονται τσιµέντο εκεί που φυτρώνουν δέντρα; Και όσοι βλέπουν την οικολογία ως εµπόδιο και όχι ως προϋπόθεση ζωής; Πώς γίνεται να βλέπουµε την ίδια ανικανότητα, την ίδια καθυστέρηση, τα ίδια λάθη και να συνεχίζουµε σαν να µη φταίει κανείς;» Αυτά και άλλα πολλά παρεµφερή…
Όπως και να ‘χει, όπου κι αν βρίσκεται η αλήθεια, κάθε καλοκαίρι «παρελαύνουν» µπροστά στα µάτια µας, οι ίδιες εικόνες: Ελικόπτερα, κάµερες, καµένα δέντρα και σπίτια, δηλώσεις για «ανασυγκρότηση». Κι εµείς, µοιάζει να έχουµε εθιστεί στον καπνό… Μπορεί τώρα να σκέφτεσαι: «∆εν µπορώ να κάνω τίποτα. Αφού πρόκειται περί σχεδίου». Εντάξει! Αλλά και περί σχεδίου να πρόκειται, µήπως εσύ, µπορείς να φωνάξεις και να απαιτήσεις; Να εκπαιδεύσεις; Να ενηµερωθείς; Να ψηφίσεις αλλιώς; Να γίνεις εθελοντής; Να σεβαστείς το δέντρο και να µη χτίσεις στο καµένο; Και… βέβαια, να µη σιωπήσεις; Αφού -και νοµίζω θα συµφωνήσεις- όταν καίγεται το δέντρο καίγεται το µέλλον. Όταν καίγεται η γη µας, καιγόµαστε κι εµείς µέσα µας και χάνουµε κάτι πιο βαθύ από το δάσος που κάηκε. Χάνουµε την ψυχή µας.
Εν τέλει, πέρα από σχολιασµούς και από σκέψεις αµφισβήτησης και αναρωτήσεων, µήπως αυτό που χρειάζεται αυτός ο τόπος, για να µη χαθεί εντελώς, είναι ανθρώπους που δε φοβούνται να «καούν» για το σωστό; Και ίσως ύστερα, µε αυτούς µπροστά, να µπορέσει να αναγεννηθεί από τις στάχτες του…
*Η Μαρία Σαρρή – Σαββάκη, ∆ασκάλα Ειδικής Αγωγής – Συγγραφέας