Ο σχολικός εκφοβισµός και η βία αποτελούν ένα πολυδιάστατο φαινόµενο που εξαπλώνεται ανησυχητικά τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, µε σοβαρές συνέπειες στην διαµόρφωση των αυριανών πολιτών.
Στην Ελλάδα, σύµφωνα µε τα ευρήµατα της Πανελλήνιας ΄Ερευνας του ΕΠΙΨΥ 2022 για τις συµπεριφορές που συνδέονται µε την Υγεία των Εφήβων Μαθητών στο πλαίσιο του διεθνούς ερευνητικού προγράµµατος HBSC/WHO σε αντιπροσωπευτικό δείγµα 6250 µαθητών 11,13 και 15 ετών µε θέµα µεταξύ άλλων την ενδεχόµενη εµπλοκή τους σε βίαιους καβγάδες και σε περιστατικά εκφοβισµού στο σχολείο ή ηλεκτρονικά, διαπιστώθηκε ότι σχεδόν ένας στους 4 µαθητές (22,1%) βίωσε πολύ πρόσφατα (τους τελευταίους 2 µήνες) εκφοβισµό στο σχολείο, ενώ ένας στους 8 (12,1%) έχει ο ίδιος πολύ πρόσφατα συµµετάσχει σε εκφοβισµό κάποιου άλλου µαθητή στο σχολείο.
Αξιοσηµείωτα επίσης αποτελούν τα πορίσµατα της τελευταίας Πανελλήνιας ΄Ερευνας που διεξήγαγε το Κέντρο για τη Βία και τον Εκφοβισµό του Οργανισµού «Το Χαµόγελο του Παιδιού» το διάστηµα 2023- 2024 σε αντιπροσωπευτικό δείγµα 2047 µαθητών, όπου ένα στα 3 παιδιά που δηλώνει ότι ξοδεύει πολλές ώρες σε οθόνες ηµερησίως βιώνει σχολικό εκφοβισµό αλλά και ένα στα 4 παιδιά αισθάνεται ότι το σχολείο δεν του µαθαίνει να µην εκφοβίζει τους συµµαθητές του.
Βάσει των παραπάνω δεδοµένων διαπιστώνεται για πολλαπλή φορά η σοβαρότητα του προβλήµατος, αφού ο σχολικός εκφοβισµός δεν πρόκειται για «παιχνίδι» ούτε για µεµονωµένα επεισόδια µεταξύ των µαθητών, αλλά για µία σύνθετη κοινωνική και ψυχολογική πραγµατικότητα που απαιτεί επιστηµονική και συστηµατική κατανόηση και αντιµετώπιση.
Σύµφωνα µε το κοινωνικό-οικολογικό µοντέλο των Fried & Fried (1996), κανένα παιδί δεν γεννιέται «θύτης» ή «θύµα». Η επιθετικότητα των ανηλίκων είναι αποτέλεσµα πολλών παραγόντων που επιδρούν στο παιδί: η οικογένεια, το σχολείο, η κοινότητα, ο πολιτισµός, αλλά και προσωπικά χαρακτηριστικά διαδραµατίζουν καθοριστικό ρόλο.
Πρόκειται για ένα οµαδικό φαινόµενο στο οποίο εµπλέκονται εκτός από τους θύτες και τα θύµατα, οι παρατηρητές – µαθητές που είναι παρόντες ή γνωρίζουν τι συµβαίνει, εκπαιδευτικοί, άλλοι εργαζόµενοι στη σχολική µονάδα ακόµη και γονείς. Η σιωπή όλων αυτών, δυστυχώς πολλές φορές, ενισχύει τον εκφοβισµό.
Ιστορικά πρωτοπόρος στην έρευνα του φαινοµένου, υπήρξε ο Σουηδός ψυχολόγος Dan Olweus ο οποίος όρισε τον σχολικό εκφοβισµό ως την κατάσταση κατά την οποία ένα παιδί «εκτίθεται κατ’ επανάληψη και διάρκεια χρόνου, σε επιβλαβείς πράξεις από ένα ή περισσότερα άτοµα». Ωστόσο ο ίδιος ο Dan Olweus τονίζει τη διαφορά µεταξύ εκφοβισµού και πειράγµατος στο πλαίσιο του παιχνιδιού, όπου το πείραγµα εκδηλώνεται µεταξύ φίλων, δεν περιλαµβάνει πρόκληση πόνου και τα δύο µέρη φαίνεται να το απολαµβάνουν.
Αντιθέτως ο εκφοβισµός αφορά επιθετικές συµπεριφορές που στοχεύουν στην εσκεµµένη και επαναλαµβανόµενη τροµοκράτηση των πιο αδύναµων µεταξύ ατόµων που δεν συνδέονται φιλικά.
Βάσει διεθνούς βιβλιογραφίας πέντε είναι τα βασικά χαρακτηριστικά στα οποία συγκλίνουν οι ερευνητές:
Η πράξη γίνεται εσκεµµένα για να προκαλέσει σωµατική βλάβη ή συναισθηµατικό τραυµατισµό.
Είναι απρόκλητη, δηλαδή το θύµα δεν έχει κάνει κάτι για να την προκαλέσει.
Επαναλαµβάνεται στον χρόνο.
Υπάρχει ανισορροπία δύναµης ή εξουσίας είτε αντικειµενική (πχ σωµατική) είτε αντιληπτή ( πχ κοινωνική θέση).
Συµβαίνει στο χώρο του σχολείου και εκτός όπως στα πάρκα, σε αθλητικούς χώρους ή χώρους αναψυχής, στο διαδίκτυο µε αποτέλεσµα τα παιδιά να νιώθουν ότι δεν υπάρχει πουθενά για αυτά ένα «ασφαλές καταφύγιο».
Πρόσφατες έρευνες, ωστόσο, επισηµαίνουν ότι ακόµη κι ένα µεµονωµένο περιστατικό µπορεί να είναι εξαιρετικά βλαβερό για την ψυχική υγεία του µαθητή – ειδικά στον ηλεκτρονικό εκφοβισµό, όπου ένα προσβλητικό βίντεο ή µήνυµα µπορεί να µείνει για πάντα στο διαδίκτυο.
Σύµφωνα µε τους ερευνητές οι κυριότερες µορφές σχολικού εκφοβισµού οι οποίες εµφανίζουν έξαρση στις ηλικίες µεταξύ 11 και 15 ετών και οι οποίες µπορεί να είναι άµεσες ή έµµεσες, είναι οι κάτωθι:
Σωµατικός ή άµεσος εκφοβισµός: ο θύτης µεταχειρίζεται φυσική βία όπως xτυπήµατα, σπρωξίµατα, κλωτσιές ή άρπαγµα και φθορά προσωπικών αντικειµένων. Συχνά ασκείται από µεγαλύτερους µαθητές σε µικρότερους, µε εγκλεισµούς σε τουαλέτες ή αποθηκευτικούς χώρους.
Λεκτικός εκφοβισµός: ο θύτης πειράζει κατ΄επανάληψη το θύµα µε περιπαικτικές εκφράσεις και βωµολοχίες, τον παρενοχλεί µε τηλεφωνήµατα και δύσκολα αντιµετωπίζεται καθώς οι θύτες αρνούνται τις πράξεις τους ελλείψει αποδείξεων.
Κοινωνικός/έµµεσος εκφοβισµός: µε κοινωνική αποµόνωση του θύµατος και αποκλεισµό από παρέες, µέσω της χειραγώγησης της οµάδας οµηλίκων.
Οπτικός εκβιασµός: όπου ο θύτης γράφει προσβλητικά σχόλια σε σηµειώµατα ή σε εµφανή σηµεία του σχολείου για κάποιο παιδί.
Εκφοβισµός βάσει διάκρισης: ρατσιστικός εκφοβισµός (για την φυλή, την καταγωγή, την θρησκεία, τη γλώσσα), οµοφοβικός/τρανσφοβικός εκφοβισµός (για τον σεξουαλικό προσανατολισµό και την ταυτότητα φύλου), εκφοβισµός λόγω αναπηρίας (σωµατική, νοητική αναπηρία), κοινωνικός/ταξικός εκφοβισµός( για την κοινωνική θέση, την οικονοµική κατάσταση).
Σεξουαλικός εκφοβισµός: ο θύτης πράττει ανήθικες χειρονοµίες, αγγίγµατα, σχόλια ή δηµοσιοποίηση προσβλητικού υλικού.
Ηλεκτρονικός (cyberbullying): προσβλητικά µηνύµατα ή σχόλια στο διαδίκτυο, δηµοσίευση φωτογραφιών και βίντεο χωρίς συναίνεση, απειλές ή χλευασµός µέσω social media και chats, διάδοση φηµών, υποκλοπή στοιχείων.
Εκφοβισµός µε εκβιασµό (extortion): οποιαδήποτε απειλή ή πίεση για να αναγκαστεί κάποιος να δώσει χρήµατα, αντικείµενα ή να κάνει κάτι που δεν επιθυµεί.
Σε κάθε περίπτωση οι επιπτώσεις των παραπάνω µορφών σχολικού εκφοβισµού τόσο για το θύµα, τον θύτη και την ευρύτερη κοινότητα είναι άκρως σοβαρές και επιβλαβείς.
Συχνά τα παιδιά θύµατα αρνούνται να πάνε σχολείο, εµφανίζουν διαταραχές ύπνου, άγχος, κατάθλιψη, ψυχοσωµατικά προβλήµατα (πονοκεφάλους, πόνους στην κοιλιά) και το κυριότερο χάνουν την αυτοεκτίµησή τους και την ικανότητα να διαχειριστούν δύσκολες καταστάσεις αφού τις περισσότερες φορές παραµένουν µόνα, δεν ζητούν βοήθεια ούτε από τους γονείς ούτε από τους εκπαιδευτικούς.
Από την άλλη τα παιδιά θύτες, δυσκολεύονται να ελέγξουν τον θυµό τους, αδυνατούν να τηρήσουν κανόνες και κινδυνεύουν στο µέλλον να εκδηλώσουν αντικοινωνικές συµπεριφορές επιζήµιες για ολόκληρη την κοινωνία, αφού η νεανική επιθετικότητα µπορεί να αποτελέσει προγνωστικό δείκτη της επιθετικότητας των ενηλίκων.
Εν τέλει το θέµα της βίας στα σχολεία αποτελεί ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβληµα οι παρεµβάσεις αντιµετώπισης του οποίου καλό είναι να διαθέτουν ολιστικό χαρακτήρα οπότε και να απευθύνονται σε µαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς ταυτόχρονα, όχι µε στόχο την συµπτωµατική και πυροσβεστική αντιµετώπιση ενός προβλήµατος αλλά τη δηµιουργία µιας ασφαλούς και συνεκτικής εκπαιδευτικής κοινότητας, µέσα στην οποία η έννοια της συµπερίληψης θα αγκαλιάζει τους ΄΄ διαφορετικούς΄΄, δεν θα τους αφήνει αβοήθητους και δεν θα δηµιουργεί στερεότυπα εις βάρος τους.
Για τους παραπάνω λόγους ως γονείς οφείλουµε να διαπαιδαγωγούµε τα παιδιά µας µε πίστη στον εαυτό τους και σεβασµό απέναντι στους άλλους ανθρώπους, χωρίς ετικέτες, αλλά µε ενσυναίσθηση, η οποία στηρίζει και δεν καταστρέφει τον κάθε ΄΄άλλο΄΄ διαφορετικό από εµάς.
Οι εκπαιδευτικοί αντίστοιχα καλούµαστε να υπερβούµε τους γνωστικούς στόχους του σχολείου και µε τα µάτια της ψυχής, να ΄΄ αντικρύσουµε΄΄ όλα τα παιδιά, προκειµένου εγκαίρως να µπορούµε να αναγνωρίζουµε τα σηµάδια που αφήνει επάνω τους η οποιαδήποτε απειλή και άσκηση βίας.
Και φυσικά η πολιτεία ως ένας ΄΄ καλός γονιός΄΄ που βοηθάει τα παιδιά του να αναπτύξουν τις απαραίτητες δεξιότητες ζωής, παράλληλα µε τα άλλα µέτρα που χρειάζεται να θεσπίσει, σε επίπεδο πρόληψης να στηρίζει εκπαιδευτικούς, γονείς και µαθητές µε τα κατάλληλα επιµορφωτικά προγράµµατα προκειµένου κανένα παιδί να µη δηλώνει ότι το σχολείο δεν το διδάσκει να µην εκφοβίζει τους συµµαθητές του και ως άνθρωποι να αποκτήσουµε φωνή για ένα πρόβληµα που πρέπει να πάψει να σιωπείται.
«Γιατί ο σχολικός εκφοβισµός αφήνει πληγές. Κι αυτές που δεν φαίνονται είναι αυτές που σιωπούνται».
*H Αλεξάνδρα Τερεζάκη είναι Κοινωνιολόγος ΜSc, υπεύθυνη Κέντρου Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας Περιφερειακής Ενότητας Χανίων σε συνεργασία µε τον Εθνικό Οργανισµό Πρόληψης και Αντιµετώπισης των Εξαρτήσεων (Ε.Ο.Π.Α.Ε)


