Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου, 2021

Σαλής Χελιδονάκης

Καθότανε στου Ζέπου νομίζω ή σε κάποιο παραδιπλανό μαγαζί. Θα ήμουν εννιά – δέκα χρονών και κατευθυνόμουν προς το μαγαζί του πατέρα μου στο Σαντριβάνι. Στο ροζιασμένο μαύρο δουλεμένο του χέρι κρατούσε μια χαρτοσακούλα με κουλουράκια ή κάτι τέτοιο και τ’ άπλωσε προς το μέρος μου:
– Ο Γρηγόρης είσαι; Ελα, πάρε δύο κουλουράκια… Ξέρω γιαγιά μου ο μπαμπάς σου έχει να σου δώσει, αλλά πάρε κι από μένανε!…
– Ευχαριστώ, μπάρμπα Σαλή!…
Λέω καμιά φορά -καθ’ υπερβολήν ίσως- ότι γεννήθηκα αντιρατσιστής και για τρεις κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι ότι κάτω από το σπίτι που γεννήθηκα στον Τοπανά, έμενε μια γυναίκα που δεχότανε άντρες.
Η μακαρίτισσα η μητέρα μας, λοιπόν, έλεγε στις αδερφές μου -πέντε ως δώδεκα χρόνια μεγαλύτερές μου- «όταν βλέπετε αυτήν τη γυναίκα, μην ακούτε τις γειτόνισσες που της μιλάνε άσχημα. Να της λέτε καλημέρα κυρία Αρετή, τι κάνετε, μα ο καθένας, από το ποδαράκι του θα κρεμαστεί, μόνο ο Θεός μπορεί να κρίνει τους ανθρώπους».
Εγώ, τότε, δεν καταλάβαινα τι το αξιόμεμπτο έκανε, παρατήρησα όμως ότι η μοναδική ίσως γυναίκα που αποκαλούσε “κυρία” ήταν η μάνα μας: «Καλημέρα κυρία Μαρίκα, τι κάνετε;», ενώ τις άλλες, τις αποκαλούσε “μωρή”, ανταποδίδοντάς τους τα ίσα.
Επίσης η μητέρα μας, που, γεννημένη το 1905, είχε προλάβει τους Τουρκοκρητικούς έλεγε ότι «ντρεπόσουνα να μπεις στο σπίτι της χανούμης, από τη νοικοκυροσύνη και την καθαριότητα». Και γενικά δεν μιλούσε με εχθρότητα για κείνους τους ανθρώπους.
Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη δασκάλα που είχαμε σε δύο τρεις τάξεις στο 2ο Δημοτικό.
Οταν ήθελε να τιμωρήσει ένα αγόρι, το έβαζε να καθίσει μαζί με ένα κορίτσι. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί αποτελεί τιμωρία να καθίσω στο ίδιο θρανίο μ’ ένα κορίτσι!
Μα το χειρότερο είναι όταν μας έβαλε -άκουσον – άκουσον- μια τάξη ολόκληρη να.. φτύσουμε τη συμμαθήτριά μας την Ολγα, επειδή εντάχθηκε στην Εκκλησία των διαμαρτυρομένων (στην Πεντηκοστή, που βρισκόταν τότε στο Σαντριβάνι). Λες και το κοριτσάκι πήγε από μόνο του, δέκα χρονών παιδί να… αλλαξοπιστήσει. Και βέβαια λες και το να ασπάζεσαι διαφορετική θρησκεία είναι έγκλημα.
Συχωρεμένη ας είναι εκείνη η δασκάλα. Άθελά της έστω, με προφύλαξε από το φαρμακερό κουσούρι του ρατσισμού, στα πιο τρυφερά μου χρόνια. Ποιος ξέρει τι ρατσισμό είχε υποστεί κι η ίδια σαν παιδάκι, προσφυγοπούλα ήτανε, από τους “καθαρόαιμους Ελληναράδες” γονιούς και παππούδες μας! Είχε κι ένα κορίτσι με λαγώχειλο, μεγαλοκοπέλα. Μας χτυπούσε με τον χάρακα, τουλάχιστον όμως μας έμαθε γράμματα.
Ο τρίτος λόγος, αν όχι ο πιο σοβαρός, όμως ο πιο χτυπητός, είναι ο μπάρμπα – Σαλής, λόγω της έντονης αντίθεσης θρησκείας και φυλής: Ο Σαλής ήτανε μαύρος σαν τον έβενο, ήταν και μουσουλμάνος.
Η προσωποποίηση δηλ. του διαφορετικού μέσα σε μια κουλτούρα όπου «ο αράπης παίρνει τα κακά παιδιά» κ.λπ. Αλλωστε, και στην αραβική, αλλά και στην ασιατική γενικά κουλτούρα ο “αράπης” είναι μια αρνητική οντότητα, μια έννοια με αρνητικό πρόσημο.1
Μολανταύτα νοιώθω την ανάγκη να τονίσω, πως ο Σαλής ήταν ο πιο καλός Χανιώτης στη νεώτερη ιστορία μας και τον αγαπούσαν οι περισσότεροι. Αυτό δεν είναι μόνο δική μου πεποίθηση, αλλά και των περισσότερων που είχαν την τύχη να γνωρίσουν τον άγιο αυτόν άνθρωπο.
Οταν λέω καλός, το λέω με την ενεργητική του έννοια, δηλ. καλός για μένα δεν είναι αυτός που δεν πειράζει κανέναν, αυτός που δεν κλέβει, δεν πατάει μυρμήγκι, δεν αδικεί. Καλός είναι κείνος που βάζει το μυαλό του να δουλέψει για το καλό· που βάζει το κορμί του να κουραστεί για το καλό, που βάζει το χέρι του στην τσέπη για να μοιράσει την αγάπη του, που βάζει το χέρι του στον ώμο του άλλου, τη στιγμή που χρειάζεται. Αυτός που προσθέτει στη ζωή. Αυτά λοιπόν όλα, νομίζω, ήταν ο Σαλής.
Ο Σαλής Χελιδονάκης, όπως ήταν τ’ όνομά του ολόκληρο, δεν ήταν χαλικούτης, δεν άνηκε δηλ. στους βεδουίνους που μεταφέρθηκαν από τα Βόρεια της Αφρικής στην Κρήτη το 1884. Ηταν γόνος μαύρων δούλων που είχαν φέρει Αραβες δουλέμποροι πολύ νωρίτερα. Το έτος 1856, με τη δημοσίευση του Χάτι Χουμαγιούν, καταργήθηκε η δουλεία και αρκετοί απ’ αυτούς παρέμειναν εργαζόμενοι ως αχθοφόροι κ.λπ. και αργότερα συγχρωτίστηκαν με τους Χαλικούτηδες γι’ αυτό υπάρχει αυτή η σύγχυση.2
“Λεμβούχος” στο λιμάνι των Χανίων, από τους πρώτους Χανιώτες που ασφαλίστηκαν στο ΙΚΑ. Τίμιος, εργατικός με απίστευτα κατορθώματα στο ενεργητικό του: «…Και πόσο θαύμαζε τους Βαρκάρηδες, μια στην κορφή της κουπαστής του βαποριού και μια στα ίσαλα το κύμα κι έπρεπε αυτοί οι ήρωες να σιμώσουν το ποστάλι που είχε ριγμένες τις άγκυρες έξω από το λιμάνι για να παραλάβουν επιβάτες τα εμπορεύματα… Ηρωας τότε ο νεαρός Σαλής Χελιδονάκης, ήρωας κι ο Τσιριγώτης κι όλοι οι βαρκάρηδες που κέρδιζαν με τόσο μόχθο το ψωμί τους». 3
– Σκληρή ζωή, μα όμορφη, γιαγιά μου!
Θα συμπληρώσει ο ίδιος ο Σαλής καθώς θυμάται τα παλιά…
«Τίμιος, εργατικός, μεγάλος φιλάνθρωπος, ψυχούλα»4 έχουν να πούνε ότι κάποτε, που κέρδισε το λαχείο, όλα τα λεφτά τα ‘δωσε σε φτωχές οικογένειες.
Αλλά και όποτε λάβαινε τη σύνταξή του, αγόραζε τσάντες με τρόφιμα και τις άφηνε αθόρυβα πίσω απ’ τις φτωχές εξώπορτες. Φτωχός ο ίδιος, βοηθούσε τους πιο φτωχούς! Λένε πως προίκισε κορίτσια μεσ’ απ’ τη φτώχεια του, πράγματα που μαθεύτηκαν μετά τον θάνατό του στον Τοπανά την άνοιξη του 1967.
Θλιβόταν κι έκλαιγε όταν κάποια μικρά τρόμαζαν με την παρουσία του. Τον θυμάμαι να κλαίει γοερά όταν πέθανε ο Βασιλάκης, ένας νέος είκοσι ενός ή είκοσι δύο χρονών που έφυγε από μια παράξενη αρρώστια, γεροντίαση είπαν.
Μερικά χρόνια κατοικήσαμε στο σπίτι που σήμερα φιλοξενεί την καφετέρια “Ταράτσα”. Στο ισόγειο υπήρχαν τρεις μεγάλες αποθήκες, στη γωνιακή έμενε ο Σαλής. Κι αν για λίγα πράγματα στάθηκα τυχερός στη ζωή μου, ένα απ’ αυτά θεωρώ είναι που γνώρισα τον Σαλή. Ενας φίλος πρόσφατα λίγο μικρότερός μου μού έλεγε, πως, όταν ήταν μικράκι, η μάνα του τον πήγε στον Σαλή να τον φιλήσει «για να μην τον πιάνει το μάτι». Τέτοια ήταν η φήμη για την αγαθοεργό “αύρα” του Σαλή.
Ωστε, λοιπόν, διατηρώ μια σοβαρή ένσταση όταν ο συμπολίτης μας αυτός κατατάσσεται στους “τύπους” της εποχής εκείνης, που επί το πλείστον ήσαν άνθρωποι με σωματική ή διανοητική αναπηρία, ακόμα και ο σεμνότατος Μιχάλης Γρηγοράκης5 πέφτει σ’ αυτό το λάθος. Βεβαίως η συμπεριφορά του κοινωνικού περίγυρου απέναντι σ’ αυτούς τους ανθρώπους, έστω κι όταν περιβάλλεται με τον μανδύα της “αθώας” καζούρας, έστω κι όταν φαίνονται πως και οι ίδιοι συμμετέχουν και την επιζητούν, αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστής έρευνας και αναφοράς, ως έκφραση ιδιότυπου ρατσισμού.
Αυτούς τους ανθρώπους τους αδίκησε η φύση· τον Σαλή απεναντίας η φύση τον προίκισε με σωματική ρώμη, με μυαλό και προπαντός με απέραντη καλοσύνη και παιδική ψυχή.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ – ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

1. Βλέπε “χίλιες και μία νύχτες”
2. Γιάννης Τσιβής: “Χανιά 1252-1940” Εκδόσεις “Γνώση”
3. Μάρω Δούκα: “ΑΘΩΟΙ ΚΑΙ ΦΤΑΙΧΤΕΣ” Κέδρος, Πατάκης
4, 5. Μιχάλης Γρηγοράκης: “ΧΑΝΙΩΤΙΚΕΣ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΕΣ”, εκδ. Χανιώτικα Νέα.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες