18.4 C
Chania
Κυριακή, 19 Απριλίου, 2026

Ρούσα Μαρκάκη: «Η τέχνη δεν θα αλλάξει τον κόσμο αλλά μπορεί να ανάψει μια σπίθα»

«Η τέχνη µπορεί να ανάψει µια σπίθα. ∆εν είναι σε θέση να δηµιουργήσει φωτιά και δεν θα αλλάξει τον κόσµο. Μπορεί, όµως, να βάλει µικρά-µικρά φιτιλάκια».

Η ηθοποιός και σκηνοθέτις Ρούσα Μαρκάκη µαζί µε την artistic performance team «Ανάµεσα στο Φως και τη Σκιά», παρουσιάζουν αυτή την περίοδο το έργο «Το είδωλο του Αντονέν Αρτώ». Μια παράσταση που µιλάει για την ταραχώδη ζωή και το αντισυµβατικό έργο του Γάλλου -µε ελληνική ρίζα- ηθοποιού, ποιητή, σκηνοθέτη και θεωρητικού του θεάτρου.
«Αν έχουµε την παραµικρή ελπίδα να ξαναγίνει για µας η τέχνη αναγκαία, θα πρέπει να της επιτρέψουµε να µας δώσει όλα όσα βρίσκονται στον έρωτα, στο έγκληµα, στον πόλεµο – και στην τρέλα», διαβάζουµε στο σηµείωµα του έργου που αποτέλεσε και την αφορµή για τη συνέντευξη που ακολουθεί.

 

Τι θα δουν οι θεατές που θα παρακολουθήσουν την παράστασή σας;
Οι θεατές θα πάρουν µια συµπυκνωµένη ιδέα για τη ζωή και το έργο του Αντονέν Αρτώ. Ο Αρτώ ήταν Γάλλος ηθοποιός, συγγραφέας, σκηνοθέτης, ποιητής, ενώ ήταν κι ένας από τους πιο σηµαντικούς θεωρητικούς του θεάτρου. Το βιβλίο του που αφορά στο θεωρητικό κοµµάτι του έργου του, δηλαδή το «θέατρο της σκληρότητας», λέγεται «Το θέατρο και το είδωλό του». Εµείς τα ενώσαµε όλα αυτά και η    παράστασή µας λέγεται «Το Είδωλο του Αντονέν Αρτώ». ∆ύο σηµαντικοί παράµετροι στην πορεία του ήταν το δηµιουργικό έργο του και από την άλλη η αντίδραση που δέχτηκε -και από τον κόσµο της τέχνης του Παρισιού εκείνης της εποχής και τους θεωρητικούς- λόγω της προσωπικής του ζωής και της φιλασθένειάς του. Νοσηλεύτηκε µέσα σε σανατόρια και    ψυχιατρεία και εθίστηκε (στο όπιο). Όταν, λοιπόν, βγήκε από εκεί, έχοντας ολοκληρώσει το θεωρητικό του έργο, το οποίο και αναγνωρίστηκε από τον κόσµο των «επίσηµων εκπροσώπων» της τέχνης, έγινε στο Παρίσι, στο θέατρο Σάρα Μπερνάρ, µία εκδήλωση για αυτόν και για το έργο του. Όµως σε εκείνον δεν του επιτράπηκε η είσοδος, τον άφησαν απ’ έξω φοβούµενοι ότι ίσως κάτι πει, ίσως κάπως αντιδράσει. Φοβούµενοι την όψη του, που µετά από όλο αυτόν τον χρόνιο εγκλεισµό ήταν αλλοιωµένη, κι εποµένως χάλαγε την εικόνα της καλής κοινωνίας.

Σοκαριστικό. Αυτό αποκαλύπτει µε έναν τρόπο κι όλη την υποκρισία της κοινωνίας, ακόµα και του κόσµου της τέχνης, καθώς είναι σαν να λέει ότι η τέχνη είναι καλή αρκεί να µην ενοχλεί πολύ, αρκεί να είναι στα καλούπια τα οποία η κοινωνία θέλει. Είναι κάπως έτσι;
Είναι ακριβώς έτσι. Και το «θέατρο της σκληρότητας», το οποίο δηµιούργησε ο Αρτώ, ακριβώς εκεί στοχεύει. Ο Αρτώ έλεγε, «εµένα δεν µε ενδιαφέρει ένα θέατρο το οποίο είναι για να ψυχαγωγήσει τους ανθρώπους. Για µένα», -έλεγε- «το θέατρο πρέπει να επιτίθεται στις αισθήσεις». Και βέβαια το «θέατρο της σκληρότητας» δεν εννοεί σωµατική βία προφανώς. Εννοεί τη βία της σιωπής, της τελετουργίας, της αλήθειας, των βλεµµάτων, των ήχων. Για τον Αρτώ το θέατρο πρέπει να σπάει τις συµβάσεις, να επιτίθεται στις συµβάσεις, γιατί αν δεν κάνεις αυτή την «επίθεση», δεν θα µπορέσεις ποτέ να σπάσεις το κατεστηµένο και    την υποκρισία την οποία υπηρετεί πιστά το µεγαλύτερο µέρος της τέχνης, τότε αλλά και σήµερα.

Ο Αρτώ είχε πράγµατι µία βασανιστική ζωή. Νοσηλεύτηκε σε σανατόριο, σε ψυχιατρείο, υπέστη ηλεκτροσόκ, εξαρτήθηκε από το όπιο, το οποίο του χορηγούσαν ως µέσο θεραπείας. Ο πόνος και τα βάσανα τροφοδοτούν τη δηµιουργία;
Ο Αντονέν Αρτώ το πίστευε βαθιά αυτό. Αναφέρει σε κάποιο σηµείο, «πες µου πώς είναι να µην πονάς». Ο ίδιος πόναγε ασταµάτητα από τεσσάρων χρονών όταν προσβλήθηκε από µηνιγγίτιδα. Ο σωµατικός και ο ψυχικός πόνος µας βγάζουν έξω από τον εαυτό µας. Αναγκαζόµαστε να υπερβούµε τις δυνατότητες του εαυτού µας για να µπορέσουµε να ανταποκριθούµε. Όσοι άνθρωποι έχουν περάσει από ασθένειες που περιλαµβάνουν τον πόνο, ξέρουν ότι µε κάτι πρέπει να εξισορροπήσουν αυτή την κατάσταση. Η τέχνη είναι ένας τρόπος, όχι αποκούµπι ή θεραπεία, αλλά αναγκαστικά βάζεις το µυαλό σου να δουλέψει πολύ κι αυτό κάπου σε οδηγεί.

Είπαµε πριν για το σκληρό πρόσωπο της ψυχιατρικής των προηγούµενων χρόνων, µε τα ηλεκτροσόκ. Στις µέρες µας πια συνταγογραφούν την επαφή µε την τέχνη. Όχι για να γίνει κανείς καλλιτέχνης, αλλά για να έρθει σε καλύτερη επαφή µε τα συναισθήµατά του, µε τον εαυτό του, να φωτιστούν πράγµατα που ενδεχοµένως µένουν στη σκιά.
Ναι, γιατί ακουµπάει στην ψυχή. Όσοι παρακολούθησαν τις δύο πρώτες παραστάσεις στο Καφέ του Αρχαιολογικού Μουσείου Χανίων, είτε ήταν άνθρωποι που είχαν ξανά έρθει σε παραστάσεις µας ή τους βλέπεις γενικά να παρακολουθούν την καλλιτεχνική δηµιουργία της πόλης, είτε άνθρωποι που δεν είχαν καµία ιδέα,    όλοι έλεγαν το ίδιο πράγµα: «Μα τι είπε αυτός ο άνθρωπος!». Το κείµενο δηλαδή ακουµπάει τόσο πολύ, τόσο βαθιά, γιατί δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, αλλά απλά καταθέτει την αλήθεια του.

Είπατε ότι ήταν ο εµπνευστής του «θεάτρου της σκληρότητας». Στις µέρες µας η κοινωνία είναι σαν να έχει απευαισθητοποιηθεί απέναντι σε σκληρά πράγµατα που συµβαίνουν γύρω µας: απέναντι στον θάνατο, την κακοποίηση, τη φτώχεια, την ανισότητα. Σαν να είναι όλα φυσιολογικά. Μπορεί η τέχνη µπορεί να µας προσφέρει ένα δηµιουργικό σοκ, όπως αυτό που οραµατίστηκε ο Αρτώ;
Νοµίζω ότι το πολιτικό σύστηµα έχει καταφέρει πάρα πολύ καλά    να µας απο-ανθρωποποιήσει κι όλα τα περνάµε, θάνατο, βία, κακοποίηση, πόλεµο, σαν να µην τρέχει τίποτα. Η τέχνη µπορεί να ανάψει µια σπίθα. ∆εν είναι σε θέση να δηµιουργήσει φωτιά και δεν θα αλλάξει τον κόσµο. Μπορεί, όµως, να βάλει µικρά-µικρά φιτιλάκια.    ∆εν ξέρω αν θέλει. ∆εν ξέρω αν τολµάει. (14:03) Προσωπικά εκτιµώ ότι υπάρχουν φωτεινά παραδείγµατα παντού, σε όλες τις µορφές της τέχνης, σε όλες τις πόλεις. Παρ’ όλα αυτά θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ µικρό το ποσοστό γιατί έχει µπει και ο καλλιτεχνικός κόσµος στη διαδικασία του να µην ενοχλήσω ή να ακουµπήσω τα πράγµατα πολύ απαλά. Όπως γίνονται οι χειραψίες, όσες γίνονται ακόµα. Ένα «τσακ», τόσο όσο, ενώ κανονικά σε µια χειραψία πρέπει να σφίγγεις το χέρι του αλλουνού, να του µεταφέρεις αυτό που νιώθεις. Ότι π.χ. έχεις να τον δεις πολύ καιρό, ότι σου έχει λείψει, ότι τον αγαπάς…

Ο Αρτώ είχε και σχέσεις µε το κίνηµα του σουρεαλισµού, που έφερε στο προσκήνιο τα όνειρα και υποσυνείδητο. Αισθάνεστε ότι χρειαζόµαστε σήµερα ένα νέο υπερεαλισµό, να επανασυνδεθούµε µε τα όνειρα, µε τα οράµατα;
Ο Αντονέν Αρτώ, ενώ συµµετείχε στο κίνηµα των σουρεαλιστών, διέκοψε τις σχέσεις µαζί τους από ένα σηµείο και µετά, γιατί διαφώνησαν, µεταξύ άλλων, για το ζήτηµα της αυτόµατης γραφής, δηλαδή της γραφής που δεν χρησιµοποιεί πολύ τη λογική.
Πρέπει, δηλαδή, να έχουµε τα όνειρά µας, πρέπει να αφήνουµε ελεύθερο το µυαλό µας και την ψυχή µας, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να βάζουµε και τη λογική µας µέσα. Συµφωνώ, δηλαδή, απόλυτα µαζί του. Επίσης, ένα µέρος των σουρεαλιστών    θεωρούσαν ότι το θέατρο είναι για να περνάνε καλά οι αστοί, ενώ ο Αρτώ, θεωρούσε ότι το θέατρο πρέπει να επιτίθεται στις αισθήσεις, να τις ξυπνάει, να ξυπνάει υποσυνείδητο και να βγάζει πράγµατα. Οπότε, νοµίζω ότι χρειάζεται ένας συνδυασµός πραγµάτων: Να αφήσουµε να ξαναγεννηθούν τα όνειρα και να σηκώσουµε το κεφάλι µας ψηλά για να δούµε έναν άλλο ουρανό, αλλά ταυτόχρονα µε την λογική µας και ρεαλιστικά να τα βάλουµε όλα κάτω. Και την τέχνη και την πολιτική και το πού ανήκουµε εµείς.

Θα λέγαµε ότι ο Αρτώ ενσάρκωσε το πρότυπο ενός αντισυµβατικού ανθρώπου. Από πού ξεκινάει κανείς για να ανοίξει ένα τέτοιο µονοπάτι, για να διεκδικήσει ένα µεγαλύτερο κοµµάτι ελευθερίας;
Από τον εαυτό του νοµίζω. Ο Αρτώ είπε ότι στα άσυλα, όχι µόνο τα ψυχιατρικά ή τις φυλακές, αλλά ευρύτερα τους θεσµούς, η κοινωνία φυλακίζει ότι την ενοχλεί, ότι της χαλάει την εικόνα και επίσης φυλακίζει τα φωτεινά µυαλά, αυτά που σκέφτονται λίγο περισσότερο.
Γι’ αυτό έλεγε ότι πρέπει να ερχόµαστε σε ρήξη µε τους θεσµούς. Οπότε ας δούµε λοιπόν λιγάκι τον εαυτό µας. Αυτό που κάνουµε είναι κάτι το οποίο µπορεί να µας πάει ένα βήµα παραπέρα; Είναι κάτι για το οποίο δεν ντρεπόµαστε; Είναι κάτι για το οποίο µπορούµε να το υπερασπιστούµε µε πάθος; ∆εν µπορούµε να σκεφτόµαστε µόνο τον περιορισµό -στον οποίο µας αναγκάζουν- των µικρών υλικών αγαθών. Και λέω µικρών, γιατί των µεγάλων δεν µπορούµε έτσι κι αλλιώς. Είναι πολύ λίγο. Είναι πολύ φτηνό. Για τον άνθρωπο. Τον οποιοδήποτε άνθρωπο.
Οπότε, ναι, από εκεί νοµίζω ότι πρέπει να ξεκινήσουµε. Να πάρουµε µια απόφαση ότι υπάρχουν και σπουδαιότερα πράγµατα. Πρέπει να αλλάξουµε όλο αυτό το σύστηµα το οποίο µας καταπιέζει, µας πνίγει. Το πώς είµαστε στη δουλειά µας, στις σχέσεις µας, στην οικογένειά µας, µε τους φίλους µας. Πόσο τολµούµε όσοι να κάνουµε µια ρήξη. Οι θεσµοί έχουν µια φοβερή ικανότητα να µας καταπίνουν. Ας ρισκάρουµε κι εµείς λίγο.

 


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα