■ … ὡς ἱερὸς προστάτης τῶν ἐκτελούντων Καρδιοπνευµονικὴ Ἀναζωογόνηση (ΚΑΡΠΑ)
Στὶς 20 Ἰουλίου ἑκάστου ἔτους ἑορτάζει «ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν προφητῶν ἡ κρηπίς, ὁ δεύτερος πρόδροµος τῆς παρουσίας Χριστοῦ, Ἠλίας ὁ ἔνδοξος». Τὸ ὄνοµά του ἑρµηνεύεται Θεὸς Κύριος ἢ Θεὸς ἰσχυρός. Ὁ προφήτης Ἠλίας ἔζησε τὸν 9ο αἰώνα π.Χ., τὴν ἐποχὴ ποὺ στὸν Ἰσραὴλ βασίλευε ἕνας πανίσχυρος ἀλλὰ πολὺ ἀσεβὴς ἡγεµόνας, ὁ Ἀχαάβ, µαζὶ µὲ τὴν εἰδωλολάτρισσα γυναίκα του Ἰεζάβελ, ἡ ὁποία κατόρθωσε σχετικὰ εὔκολα νὰ ἐπιβάλει τὴ λατρεία τοῦ Βάαλ, τοῦ θεοῦ τῆς βροχῆς, σὲ ὁλόκληρη τὴ χώρα. Μοναδικὸς ἀντίπαλός της ἦταν ὁ προφήτης Ἠλίας, ὁ ὁποῖος µὲ ἰδιαίτερο ζῆλο κατήγγελλε πρὸς πάσα κατεύθυνση τὶς λανθασµένες ἐπιλογὲς τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Γι’ αὐτὸ καὶ χαρακτηρίζεται, µεταξὺ ἄλλων, καὶ ὡς «ἀντιπολιτευόµενος» προφήτης.
Ὁ προφήτης Ἠλίας «ἦν ἄνθρωπος ὁµοιοπαθὴς ἡµῖν» (Ἰακ. 5,17), ἀλλὰ διακρινόταν γιὰ τὸ ζῆλο του ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ζῆλο ποὺ ἔµοιαζε µὲ «τὸ πῦρ», γι’ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος του, ἡ διδασκαλία του καὶ ὁ ἔλεγχός του ἀποτελοῦσαν «λαµπάδα καιοµένη» καὶ ἐπιτυχῶς ὀνοµάστηκε «ζηλωτής». ∆ὲν ἔµενε συνήθως στὶς πόλεις, ὅπου βασίλευαν ἡ ἀσέβεια, τὸ κακὸ καὶ ἡ ἁµαρτία, ἀλλὰ ἀποσυρόταν στὶς κοιλάδες καὶ στὰ βουνά, στὶς σπηλιὲς καὶ στὶς ἀκροποταµιές. Ἐδῶ ἡ ἁγία παρουσία τοῦ Θεοῦ γίνεται περισσότερο αἰσθητὴ καὶ ζωντανὴ καὶ ἡ προσευχὴ ἐκτενὴς καὶ θερµή. Ἐδῶ µόνος, κατάµονος, ὕψωνε τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὰ χέρια του νὰ προσευχηθεῖ, καὶ προσευχόµενος νὰ δοξάζει τὸν µόνο ἅγιο καὶ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόµενο ἀληθινὸ Θεό. «Ζηλῶν ἐζήλωσα Κυρίῳ παντοκράτορι». Ἤθελε ἀπὸ ὅλους νὰ λατρεύεται ὁ Θεός, νὰ δοξάζεται τὸ ἅγιό Του ὄνοµα, νὰ ἐκτελεῖται τὸ Θεῖο θέληµά Του. ∆ίδασκε τὴν ἀληθινὴ εὐσέβεια καὶ πίστη, κήρυττε τὴ µετάνοια, ἔλεγχε ἄρχοντες, βασιλέα καὶ βασίλισσα, γιατὶ ἐγκατέλειψαν «τὸν ζῶντα καὶ ἀληθινὸν Θεὸν» καὶ «ἠκολούθησαν ὀπίσω εἰδώλων». Ἔλεγχε, γιατὶ ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἐγκατέλειψε τὸν Θεὸ τῶν πατέρων του, τὴ δικαιοσύνη, τὴν εὐσέβεια, τὴν πίστη. Αὐτός, ἀκριβῶς, ὁ ζῆλος, αὐτὴ ἡ ἁγιότητα, αὐτὴ ἡ τόσο θερµὴ καὶ ζώσα πίστη δὲν ἔµειναν ἄνευ ἀµοιβῆς καὶ θείων χαρισµάτων. Ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸν προφήτη µας τὸ χάρισµα τῆς θαυµατουργίας. Καὶ τὰ θαύµατα τοῦ προφήτη πολλὰ καὶ µεγάλα.
Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἦταν τὸ κλείσιµο καὶ τὸ ἄνοιγµα τῶν οὐρανῶν: «Προσευχῇ προσηύξατο τοῦ µὴ βρέξαι καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐνιαυτοὺς τρεῖς καὶ µῆνας ἕξ. Καὶ πάλιν προσηύξατο καὶ ὁ οὐρανὸς ὑετὸν ἔδωκε καὶ ἡ γῆ ἐβλάστησε». Γιὰ νὰ ἐλέγξει ὁ προφήτης Ἠλίας τὴν ἀσέβεια τῶν «υἱῶν Ἰσραὴλ» καὶ γιὰ νὰ φανερώσει ὅτι µόνος ἀληθινὸς Θεὸς εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἐκήρυττε, ἔκλεισε τὸν οὐρανὸ καὶ δὲν ἔβρεξε γιὰ τρισήµισι χρόνια, µὲ ὅλες τὶς συνέπειες, καὶ µετά, πάλι µὲ τὴν προσευχή του, ἔδωσε ὁ οὐρανὸς βροχή. Ἀλλὰ οἱ ἀσεβεῖς καὶ παράνοµοι βασιλεῖς Ἀχαάβ καὶ Ἰεζάβελ «οὐκ ἠβουλήθησαν συνιέναι». Ἀλλὰ καὶ φωτιὰ κατέβασε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὁ πύρινος καὶ ζηλωτὴς προφήτης µας καὶ κατέκαψε τὸ θυσιαστήριο καὶ τὰ σφάγια τῶν ἱερέων τοῦ Βάαλ. Σύµφωνα µὲ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας µας, ἡ φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ προτυπώνει τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος.
Τὸ σπουδαιότερο ὅµως, κατὰ τὴ γνώµη µου, θαῦµα ποὺ ἐπιτέλεσε ὁ προφήτης Ἠλίας, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, ἦταν ἡ ἀνάσταση τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας στὰ Σάρεπτα τῆς Σιδωνίας, ὅπως αὐτὴ περιγράφεται στὸ βιβλίο Γ΄ Βασιλειῶν (κεφάλαιο 17, στίχοι 17-24) τῆς Παλαιᾶς ∆ιαθήκης (Π∆). Ἡ νεκρανάσταση τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας ἀποτελεῖ τὴν πρώτη πραγµατικὴ νεκρανάσταση στὴν Ἁγία Γραφή, δηλαδὴ τὴν Π∆ καὶ τὴν Καινὴ ∆ιαθήκη (Κ∆). Πιὸ συγκεκριµένα, στὴν Π∆ περιγράφονται, πλὴν τῆς προαναφεροµένης ἀναστάσεως, δύο ἐπιπλέον ἀναστάσεις νεκρῶν, οἱ ὁποῖες ἔγιναν ἀπὸ τὸν προφήτη Ἐλισσαῖο, ἡ µία ὅταν ζοῦσε (βλ. ∆΄ Βασ. 4, 32-37) καὶ ἡ ἄλλη µετὰ τὸ θάνατό του (βλ. ∆΄ Βασ. 13, 20-21). Στὴν Καινὴ ∆ιαθήκη περιγράφονται ἡ τετραήµερη ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου (βλ. Ἰωάν. 11, 1-44), ἡ ἀνάσταση τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Ναΐν (βλ. Λουκ. 7,11-17) καὶ τῆς κόρης τοῦ ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου (βλ. Ματθ. 9, 18-19. 23-26), καθὼς καὶ ἡ ἀνάσταση σωµάτων πολλῶν νεκρῶν τὴν ὥρα τῆς Σταυρώσεως τοῦ Κυρίου (Ματθ. 27, 52-53). Ὅλες οἱ προηγηθεῖσες ἀναστάσεις νεκρῶν ὄχι µόνο καλλιεργοῦσαν τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ προτύπωναν τὴν ἀνάστασή Του ἐκ τῶν νεκρῶν.
Ὅµως ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ διαφέρει σαφῶς ἀπὸ τὶς ἄλλες νεκραναστάσεις ὡς πρὸς τὸ ὅτι ὁ Χριστός, ὡς Θεός ἀληθινός, ἀνέστησε τὸν ἑαυτό Του, δηλαδὴ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀναστήθηκε ἀπὸ τὴν θεία φύση δυνάµει τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως, ἐνῶ οἱ ἄλλες ἀναστάσεις ἔγιναν µὲ τὴ δύναµη καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, καὶ οἱ δύο προφῆτες τῆς Π∆ (Ἠλίας καὶ Ἐλισσαῖος) µπόρεσαν νὰ ἀναστήσουν τοὺς νεκροὺς υἱοὺς τῶν γυναικῶν (τῆς χήρας στὰ Σάρεπτα τῆς Σιδωνίας καὶ τῆς Σωµανίτιδας), µόνον ἀφοῦ ἀποµονώθηκαν καὶ προσευχήθηκαν πολὺ στὸν Θεό. Κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, οἱ δύο αὐτὲς γυναῖκες ἀξιώθηκαν νὰ λάβουν ἀναστηµένους τοὺς υἱούς των, ἐπειδὴ ἦταν πολὺ πιστὲς καὶ εὐλαβεῖς, καὶ ἐπίσης ἐπειδὴ χωρὶς νὰ ἀποθαρρυνθοῦν παρακάλεσαν πολὺ τοὺς προφῆτες νὰ τίς βοηθήσουν (βλ. Ἑβρ. 11, 35).
Ὑπάρχει ὅµως καὶ µία ἄλλη διαφορά. Οἱ νεκροὶ τῆς Π∆ καὶ τῆς Κ∆ ἀναστήθηκαν γιὰ νὰ ὑποστοῦν καὶ πάλι τὸ θάνατο καὶ τὴ φθορὰ τοῦ σώµατος. Ἡ ἀνάσταση ὅµως τοῦ Κυρίου τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου ἀφ’ ἑνὸς µὲν εἶναι προσωπικὸ γεγονὸς γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστό, γιατὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση Του, ἕνεκα τῆς ἑνώσεώς της µὲ τὴ θεία φύση καὶ ἕνεκα τῆς ἀναµαρτησίας Του, δὲν ὑπέστη τὴ φθορὰ ἀπὸ τὸν ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ θάνατο, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶναι συγχρόνως καὶ συλλογικὸ καὶ πανανθρώπινο γεγονός, γιατὶ ἐγκαινιάζεται, µὲ τὴν παρέµβαση τοῦ Θεοῦ, ἡ καινὴ κτίση. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο, ὁ ἀπόστολος Παῦλος περικλείει τὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν πρόταση «πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν» (Κολοσ. 1, 18).
Ἡ ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι µυστήριο ποὺ ὑπερβαίνει τὴν ἀνθρώπινη κατανόηση καὶ λογική, γιατὶ ἀποτελεῖ τὸ µεταίχµιο τῆς µεταβάσεως ἀπὸ τὴ φθορὰ στὴν ἀφθαρσία, ἀπὸ τὸ χρόνο στὴν αἰωνιότητα, ἀπὸ τὸ παρὸν στὸ ἔσχατο. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ στὶς διάφορες µεταπασχαλινὲς ἐµφανίσεις Του ὁ Χριστὸς εἴτε δὲν ἀναγνωριζόταν ἀπὸ τοὺς Μαθητὲς του εἴτε ἐµφανιζόταν ἐν «ἑτέρᾳ µορφῇ». Στὴν δὲ Μαρία τὴν Μαγδαληνή εἶπε: «µή µου ἅπτου· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα µου» (Ἰωάν. 20, 17).
Ἡ ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶχε µὲν τὶς προτυπώσεις της µὲ τὶς προηγηθεῖσες ἀναστάσεις νεκρῶν, ἀλλὰ τὸ ἐξαίρετο καὶ µοναδικὸ συνίσταται στὸ ὅτι εἰσάγει ὡς πραγµατικότητα µὴ ἀναστρέψιµη τὴν κοινὴ ἐσχατολογικὴ ἀνάσταση ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ποὺ σηµαίνει τὴν ὑπέρβαση τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου καὶ τὴν εἴσοδο στὴν αἰώνια ζωή.
Ἡ µελλοντικὴ ἀνάσταση τῶν σωµάτων λέγεται, ἐξ ἄλλου, παλιγγενεσία καὶ ἀναδηµιουργία, καθώς πρόκειται γιὰ µία νέα δηµιουργία, ὅπου τὰ σώµατα δὲν θὰ ἀποκτήσουν ἄλλο σχῆµα, ἀλλά, ἐνῶ θὰ εἶναι τὰ ἴδια, θὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὴ θνητότητα, ἀφοῦ θὰ εἶναι σώµατα πνευµατικά.
Ὁ προφήτης Ἠλίας συµπονᾷ τὴ θλιµµένη καὶ δυστυχισµένη µητέρα καὶ µὲ κίνητρο τὴν ἀγάπη ἀποφασίζει νὰ ἐπαναφέρει στὴ ζωὴ τὸν υἱό της. Ἀγκαλιάζει τὸ πεθαµένο σῶµα τοῦ παιδιοῦ, τὸ ἐναποθέτει στὸ κρεβάτι τοῦ ὑπερῴου ποὺ διέµενε καὶ παρακαλεῖ τὸν Κύριο νὰ τὸ ἀναστήσει, ἐµφυσώντας τρεῖς φορὲς στὸ πρόσωπό του. Καὶ τὸ θαῦµα τῆς νεκρανάστασης ἔγινε! Μὲ τὴν πράξη του αὐτὴ ὁ προφήτης ἔδωσε πνοὴ ζωῆς στὸ νεκρὸ παιδὶ κάνοντας πάλι τὸ αἷµα νὰ κυκλοφορεῖ, τὰ µάτια νὰ βλέπουν, τ’ αὐτιὰ ν’ ἀκοῦν, τὴ γλώσσα νὰ µιλάει, τὸ σῶµα νὰ κινεῖται. Ἡ αἰτία τοῦ θαύµατος ἦταν ἀναµφίβολα ἡ θεϊκὴ δύναµη. Αὐτὴ ποὺ παλαιότερα ἔδωσε πνοὴ ζωῆς στὸν πηλό, δηµιουργώντας τὸν πρῶτο ἄνθρωπο, τὸν Ἀδάµ, αὐτὴ καὶ τώρα ἐπαναφέρει στὴ ζωή τὸ νεκρὸ παιδί. Μετὰ τὴ νεκρανάσταση τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας στὸ ὑπερῷο, παρέδωσε ὁ ἴδιος ὁ προφήτης τὸ παιδὶ στὴν µητέρα του καὶ τῆς ἀνακοίνωσε ὅτι τὸ παιδί της ζεῖ, προσφέροντας ἔτσι σ’ αὐτὴν µία ἀπρόβλεπτη καὶ τέλεια παρηγοριά.
Ἐπισηµαίνεται ἡ ἀγάπη καὶ ἡ στοργὴ ποὺ ὑπάρχει σὲ κάθε λόγο καὶ ἐνέργεια τοῦ προφήτη. Ἀναµφίβολα, ἡ εἰκόνα τῆς ἐµφύσησης στὸ πρόσωπο ἑνὸς πεθαµένου προσώπου ξαπλωµένου σὲ κρεβάτι παραπέµπει στὴν εἰκόνα τοῦ ἰατροῦ ἢ ἐπαγγελµατία διασώστη ποὺ ἐµφορούµενος ἀπὸ ἀγάπη προσπαθεῖ νὰ ἐπαναφέρει στὴ ζωὴ µέσῳ καρδιοπνευµονικῆς ἀναζωογόνησης (ΚΑΡΠΑ) τὸν ἄσφυγµο, µὲ ἀπώλεια συνείδησης ἀσθενή. Γι’ αὐτὸ καὶ προτείναµε τὸν προφήτη Ἠλία ὡς προστάτη ἅγιο τῶν ἐπαγγελµατιῶν Ὑγείας τῶν ἀσχολουµένων µὲ τὸ ἀντικείµενο τῆς Καρδιοπνευµονικῆς Ἀναζωογόνησης.
Ἀγαπητοί µου ἀδελφοί, ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, µὲ ζῆλο Θεοῦ, µὲ ἀγάπη Θεοῦ, ὁπλισµένος µὲ τὴ δύναµη τῆς προσευχῆς. Ἡ πίστη, ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, ὁ φλογερὸς καὶ ἅγιος ζῆλος, ἡ θερµὴ δέηση καὶ προσευχὴ κάνουν θαύµατα· θαυµατουργοῦν ἡ πίστη καὶ ἡ θερµὴ προσευχὴ καὶ ἔτσι δοξάζεται τὸ ὄνοµα τοῦ Θεοῦ.
Ἐµεῖς προφῆτες δὲν πρόκειται νὰ γίνουµε· µποροῦµε ὅµως νὰ γίνουµε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ· νὰ ἀναπτύξουµε ζῆλο «κατ’ ἐπίγνωσιν» ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Νὰ προσευχόµαστε συνεχῶς, ὥστε νὰ ἐπικρατήσει στὴ γῆ τὸ ἅγιο θέληµά Του καὶ νὰ ἐξαλειφθεῖ κάθε ἀνοµία ἀπὸ γῆς· νὰ βρέξει ὁ οὐρανὸς χάριτες καὶ εὐλογίες, δηλ. τὴν εἰρήνη τοῦ κόσµου καὶ τὸν ἐπανευαγγελισµὸ τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ προφήτης Ἠλίας ὑπήρξε ὁ κατ’ ἐξοχὴν δραστήριος, ὁ ἰσχυρός, µία ψυχὴ φλογερή, µία καρδιὰ τολµηρή, ἕνα στιβαρὸ χέρι, ἕνα στόµα ἐλεύθερο, ἕνας ἄξιος ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ. Ἄς τὸν µιµηθοῦµε. Ὁ Θεὸς διὰ πρεσβειῶν τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ νὰ εὐλογεῖ καὶ νὰ σκεπάζει τὰ σπίτια καὶ τὶς οἰκογένειές µας.
* O ∆ρ Ἠλίας Μαζοκοπάκης είναι πλοίαρχος (ΥΙ) Π.Ν., υποδιευθυντὴς Ναυτικοῦ Νοσοκοµείου Κρήτης, διευθυντὴς Παθολογικῆς Κλινικῆς Ναυτικοῦ Νοσοκοµείου Κρήτης, δρ Ἰατρικῆς Πανεπιστηµίου Κρήτης, δρ Θεολογίας Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστηµίου Ἀθηνῶν