Κάτι πολύ σηµαντικό εξελίσσεται αυτή τη στιγµή στη Μέση Ανατολή, και η ουσία του κινδύνου συχνά χάνεται µέσα στον θόρυβο των εικόνων και των επικεφαλίδων.

Καθώς οι στρατιωτικές επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ εντείνονται εναντίον του καθεστώτος του Ιράν, δοκιµάζεται µια θεµελιώδης υπόθεση της παγκόσµιας ισορροπίας: θα αναλάβουν πραγµατική, στρατιωτική δέσµευση υπέρ του Ιράν οι σύµµαχοι του, η Κίνα και η Ρωσία; Η απάντηση αυτή, θα κρίνει εάν η κρίση παραµείνει περιφερειακή ή µετασχηµατιστεί σε ένα ευρύτερο, πολυπολικό και πολυκεντρικό ρήγµα µε παγκόσµιες επιπτώσεις.
Σε πρώτη ανάγνωση, οι συνδέσεις της Τεχεράνης µε τη Μόσχα και το Πεκίνο µοιάζουν να προσφέρουν ένα «δίχτυ ασφάλειας» καθώς είχαν κοινές ασκήσεις, εξαγωγές όπλων, υπάρχουν ενεργειακοί δεσµοί και πολιτικός συντονισµός στη Συρία και αλλού. Η «στροφή προς τα ανατολικά» που ακολούθησε το Ιράν µετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συµφωνία του 2018 οικοδόµησε τη λογική πως, αν το Ιράν αποµονωθεί από τη ∆ύση, µπορεί να αντλήσει ασφάλεια από τους µεγάλους ανατολικούς εταίρους του. Στο χαρτί όµως οι συµµαχίες δεν είναι πάντα δεσµεύσεις αµοιβαίου κινδύνου. Πολλές φορές είναι διευθετήσεις συναλλαγής συµφέροντα που συνυπάρχουν αλλά δεν υπαγορεύουν απαραίτητα αντίσταση απέναντι σε µια υπερδύναµη.
Οι τελευταίες ηµέρες επιβεβαιώνουν αυτή την σκληρή πραγµατικότητα. Η ένταση και το εύρος των αµερικανο-ισραηλινών χτυπηµάτων, µαζί µε τις µετακινήσεις δυνάµεων στη θάλασσα και τον αέρα, δείχνουν ότι η Ουάσινγκτον µπορεί να αναπτύξει µακράς διάρκειας και σύνθετες επιχειρησιακές ικανότητες, αεροπορικά πλήγµατα, ικανοποιητική κάλυψη αεράµυνας και υποστήριξη µεγάλων επιχειρήσεων. Αυτή η ικανότητα αλλάζει τα δεδοµένα στο επίπεδο του ρίσκου που αναλαµβάνουν τυχόν τρίτοι παίκτες.
Η Μόσχα απάντησε µε καταδίκες και διπλωµατικά διαβήµατα εκφράζοντας σκληρή ρητορική, αίτηµα σύγκλησης του Συµβουλίου Ασφαλείας και υποσχέσεις για «διπλωµατική στήριξη», αλλά όχι για άµεση στρατιωτική αντιπαράθεση µε την Ουάσινγκτον. Το γεγονός ότι η ρωσική αντίδραση περιλάµβανε συµβολικές κινήσεις, περιορισµένες παραδόσεις αµυντικού υλικού και ρητορική καταδίκη, υποδηλώνει ότι η Μόσχα επιλέγει, τουλάχιστον προς το παρόν, την οδό της πολιτικής πίεσης και όχι της ανοικτής εµπλοκής σε ένα νέο µέτωπο. Αυτή η πρόταση ενισχύεται από το γεγονός ότι, ιστορικά, η ρωσική δέσµευση πληρώνεται σε είδος και περιορισµένη τεχνολογική στήριξη, αλλά σπανίως συνίσταται σε άµεσες στρατιωτικές συγκρούσεις εναντίον ενός πύργου ισχύος της ∆ύσης.
Από την πλευρά του, το Πεκίνο επιλέγει την «µακροπρόθεσµη γραµµή». Η Κίνα ζητά άµεση αποκλιµάκωση και διάλογο, εκφράζει ανησυχία για το διεθνές δίκαιο και ταυτόχρονα προειδοποιεί για τις συνέπειες που θα είχε µία περαιτέρω διεύρυνση της αναµέτρησης, ιδιαίτερα για τη ροή ενέργειας και το παγκόσµιο εµπόριο. Ωστόσο, η κινεζική στρατηγική είναι βαθιά ρεαλιστική: η Κίνα χρειάζεται σταθερότητα για να προστατεύσει τις εµπορικές γραµµές της και να αποφύγει ευρείες κυρώσεις ή διακοπές που θα πλήξουν την αλυσίδα εφοδιασµού. Η άµεση πολεµική αντιπαράθεση µε την Αµερική για χάρη του Ιράν θα ήταν για το Πεκίνο αυτοκτονική ως προς τα ουσιαστικά οικονοµικά του συµφέροντα.
Αυτό το τρίπτυχο — ισχυρή αµερικανική ικανότητα προβολής ισχύος, ρωσική πολιτική καταδίκη µε περιορισµένη στρατιωτική δέσµευση, κινεζική προτίµηση στη σταθερότητα και τη διπλωµατία — σχηµατοποιεί την απάντηση στο ερώτηµα της «πραγµατικής» υποστήριξης προς το Ιράν: οι Μόσχα και Πεκίνο δεν φαίνεται διατεθειµένες να µετατρέψουν τις σχέσεις συναλλαγής σε δεσµεύσεις πολεµικής κλίµακας. Ακόµη και όταν παρέχουν οπλικά συστήµατα ή οικονοµική ανακούφιση, το κάνουν µε όρους που περιορίζουν τον ίδιο τον κίνδυνο να βρεθούν σε ανοιχτή αντιπαράθεση µε την Ουάσινγκτον.
Οι συνέπειες αυτής της δοκιµασίας είναι πολλαπλές και σηµαντικές. Πρώτον, αναδεικνύουν ότι οι συµµαχίες στη σύγχρονη εποχή συχνά είναι «στρατηγικές συναλλαγές» και όχι σύνολα αδιάσπαστης αλληλεγγύης — γεγονός που µειώνει την ελπίδα του Ιράν για εξωτερική στρατιωτική ασφάλεια. ∆εύτερον, το σενάριο επιβεβαιώνει πως η παγκόσµια οικονοµία και οι ενεργειακές ροές —ειδικά µέσω του Στενού του Ορµούζ— παραµένουν κεντρικοί µοχλοί πίεσης και ευαλωτότητας. Οποιαδήποτε διακοπή εκεί έχει άµεσες συνέπειες στους ενεργειακούς δείκτες και στην παγκόσµια οικονοµική σταθερότητα. Τρίτον, η κρίση δοκιµάζει την ευρωστία των διεθνών θεσµών: εάν οι Ηνωµένες Πολιτείες και το Ισραήλ θεωρούν ότι η χρήση ισχύος συνιστά µόχλευση για πολιτικές αλλαγές, τότε το διεθνές θέµα θα απαιτήσει µεγαλύτερη συµµετοχή οργανισµών που µπορούν να εκτονώσουν και να ελέγξουν την κλιµάκωση.
Τι πρέπει να κάνουν οι διεθνείς παράγοντες τώρα; Η πιο ρεαλιστική επιλογή είναι να διατηρηθούν—και να ενισχυθούν—οι δίαυλοι διπλωµατίας και ο περιορισµός των κινήσεων που οδηγούν σε αλυσιδωτές αντιδράσεις. Η εµπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι οι µεγάλες δυνάµεις υπολογίζουν πρώτα κόστη και οφέλη. Όταν το κόστος άµεσης αντιπαράθεσης µε τη ∆ύση υπερβαίνει το όφελος, η στρατηγική συχνά κλίνει προς την αυτοσυντήρηση και την επιρροή µέσω µη στρατιωτικών µέσων.
Η παρούσα κρίση στο Ιράν δεν είναι απλώς ένα τοπικό επεισόδιο βίας. Είναι µια µεγάλη παγκόσµια δοκιµασία που αποκαλύπτει τα όρια της «ανατολικής» προστασίας που επιδίωξε η Τεχεράνη. Το κρίσιµο δίληµµα για το διεθνές σύστηµα είναι εάν θα βρει τρόπους να µετατρέψει τη δοκιµασία αυτή σε µοχλό για πολιτική διευθέτηση και θεσµική ανάσχεση, ή εάν θα αφήσει το πεδίο σε πιο επικίνδυνες σπείρες κλιµάκωσης. Η απάντηση σε αυτό το ερώτηµα θα καθορίσει όχι µόνο το µέλλον του Ιράν, αλλά και την εµπιστοσύνη µας στους κανόνες και στις δοµές που προσπαθούν να εξηµερώσουν τη χρήση της ισχύος στον σύγχρονο κόσµο.
Οι ΗΠΑ παραµένουν η µόνη χώρα που είναι ικανή για ταυτόχρονη, παγκόσµια προβολή ισχύος στον αέρα, στη θάλασσα, στον τοµέα των πληροφοριών και των συµµαχιών, κάτι που τοποθετεί την αµερικανική ισχύ πέρα από τον απλό περιφερειακό ανταγωνισµό, όχι ως άποψη αλλά ως επιχειρησιακό δεδοµένο. Η γεωγραφία δεν περιορίζει την αµερικανική εµβέλεια και όταν µια συµµετρία φτάνει σε αυτό το µέγεθος, η ορθολογική κίνηση για τον ασθενέστερο παράγοντα είναι να υποχωρήσει.
Όλα αυτά µαζί δηµιουργούν την αίσθηση της αναπόφευκτης πίεσης, δηλαδή, την αντίληψη στο εσωτερικό του ασθενούς αντίπαλου ότι η αντίσταση του Ιράν δεν µπορεί να αλλάξει τα αποτελέσµατα και αυτή η αντίληψη είναι ο πυρήνας της αποτροπής. Το Ιράν υστερεί σε σύγχρονη αεροπορική ισχύ, ικανότητες stealth, παγκόσµια επιτήρηση και ναυτική δύναµη, απέναντι σε αµερικανικά αεροπλανοφόρα και αεροσκάφη τα οποία δεν µπορεί να ανταγωνιστεί. Οπότε η στρατηγική του Ιράν δεν είναι να νικήσει την αµερική, αλλά είναι να καταστήσει τη σύγκρουση δαπανηρή.
Ο µεγαλύτερος κίνδυνος για ένα κράτος δεν είναι ο εχθρός µπροστά σου, αλλά είναι ο λογαριασµός που θα έρθει µετά. Και το Ιράν έχει ήδη δαπανήσει πάνω από 500 δις δολάρια για να αποσταθεροποιεί την περιοχή εξοπλίζοντας τους πληρεξούσιούς του. Στις αρχές του χρόνου χρειαζόταν 42.000 ιρανικά ριάλ για 1 δολλάριο ΗΠΑ, σήµερα χρειάζονται 1.314.313,00 ιρανικά ριάλ για να αγοραστεί 1 δολάριο. Οι ηγέτες που κυνηγούν τη δόξα εις βάρος της σταθερότητας, δεν κατανοούν µια θεµελιώδη αλήθεια ότι κάθε απόφαση στο πεδίο της µάχης είναι, τελικά, απόφαση για τη δηµοσιονοµική φερεγγυότητα του έθνους.
Και αν υπολογίσεις λάθος, δεν χάνεις µόνο στρατιώτες, αλλά χάνεις την ηγεσία του κράτους.
*Ο Γιώργος Ατσαλάκης είναι oικονοµολόγος, αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης Εργαστήριο Επιστηµονικών ∆εδοµένων


