Τρίτη, 13 Απριλίου, 2021

Ποιητές και ριμαδόροι σχολιάζουν την επικαιρότητα

Σήφης Βαλυράκης

Ήτανε μεσοχείμωνο του δύο εικοσιένα
όταν εφτάσαν στα Σφακιά μαντάτα πονεμένα.
Ήταν μαντάτα θλιβερά, πικρά σαν το φαρμάκι
εχάσαμε τον ήρωα, τον Σήφη Βαλυράκη.
Ήτανε εικοστέσσερις του μήνα του Γενάρη
όταν την ζήση ετέλειωσε τ’ ώριμο παλικάρι.
Αυτή η μέρα θα γραφτεί άσκημη, αποφράδα
έφερε θλίψη στα Σφακιά και σ’ όλη την Ελλάδα.
Επήρε με τη βάρκα του τα ψαροντούφεκά του
ήτανε τραγική πολύ η ύστερη ψαριά του.
Για ψάρεμα επήγαινε, μα ήταν πεπρωμένο
να χάσουνε οι Σφακιανοί άντρα αντρειωμένο.
Έπεσε από τη βάρκα του κοντά στο γυρογιάλι
μα μια προπέλα εχτύπησε τ’ ωραίο του κεφάλι.
Ο Σήφης από νεαρός έγραψε ιστορία
στέλεχος στην αντίσταση για την δικτατορία.
Στη φυλακή τον βάλανε για την αντίστασή του
και δυο φορές απέδρασε από τη φυλακή του.
Ιδρυτικός για το ΠΑΣΟΚ, μαζί με τον Ανδρέα
ήτανε στέλεχος κι εκεί, από τα κορυφαία.
Τριάντα χρόνια βουλευτής ήταν σ’ αυτό το κόμμα
που ‘χαν τον ήλιο έμβλημα, στο πράσινό του χρώμα.
Υφυπουργός και υπουργός για χρόνια είχε κάνει
ήτανε γιος του ήρωα του Βαλυράκη Γιάννη.
Μέγαρο αστυνομικό εις τα Χανιά ‘χει φτιάξει
τότε που ήταν υπουργός εις την δημόσια τάξη.
Ετίμησε τον τόπο μας, κι ο τόπος τον ετίμα
μα πρόωρα τον χάσαμε κι ήτανε μέγα κρίμα.
Πρέπει σε δρόμο στα Χανιά να δώσουν τ’ όνομά του
θερμά συλλυπητήρια στην οικογένειά του.

Κανάκης Ι. Γερωνυμάκης

Επέτειος παλιγγενεσίας

Διακόσια χρόνια πέρασαν από την ώρα κείνη
π’ άναψε σπίθα λευτεριάς στου Έθνους το καμίνι.
Και φούντωσε και θέριεψε κι έγιν’ η σπίθα φλόγα
τους πόθους και τα όνειρα ενός λαού μολόγα.
Μνήμες ηρώων ξύπνησαν και θύμισες προγόνων
και πήραν την απόφαση για λύτρωση και μόνο.
Οπλαρχηγοί και προύχοντες εδώσανε τα χέρια
άλλα τραβήξαν τα σπαθιά και άλλοι τα μαχαίρια.
Ελευθερία ή Θάνατος αντήχησε και πάλι
και φέρνει ο αντίλαλος στσ’ εχθρούς ανεμοζάλη.
Κάτ’ απ’ τον τουρκικό ζυγό για τέσσερις αιώνες
οι Έλληνες βρισκότανε κι ας έκαναν αγώνες.
Οθωμανοί κατακτητές υπόδουλους μας είχαν
το βιο μας δεν ορίζαμε, τα έχει μας κατείχαν.
Ώσπου αντήχησ’ η λαλιά ως πότε παλικάρια
που έδωσε το σύνθημα αντρίκια και καθάρια.
Από την Πελοπόννησο και την Αγία Λαύρα
άρχισε ο ξεσηκωμός τα χρόν’ αυτά τα μαύρα.
Δεσπότης Παλαιών Πατρών, το λάβαρο υψώνει
τση λευτεριάς κι ένα λαό σύσσωμο ξεσηκώνει.
Με του Θεού τη δύναμη μια αυτοκρατορία
αντιμετώπισ’ η Ελλάς κι έγραψε ιστορία.
Την λευτεριά κερδίσαμε με επικούς αγώνες
στην κατοχή μας γύρισαν, μνημεία, Παρθενώνες.
Ελάχιστη βοήθεια δεχτήκαμ’ από ξένους
φιλέλληνες που θαύμαζαν τ’ ιδανικά του Γένους.
Κάποοι απ’ αυτούς επέσανε επάνω στον αγώνα
και σε αυτούς οφείλουμε να κλείνουμε το γόνα.
Και να διαφυλάξουμε τα κεκτημένα όλα
που αποκτήσαμε ξανά με προγονών… μπιστόλα.

Εννιαχωριανός

Τα προβλήματα τση Κρήτης

Απής ελευτερώθηκε η δοξασμένη Κρήτη
δε λείψαν τα προβλήματα Μαδάρες – Ψηλορείτη.

Αρχόντοι που περάσανε εκατοντάδες χρόνια
λύση εις τα προβλήματα δε βρήκανε αιώνια.

Οι αρχηγοί κι οι βουλευτές που ήτανε για κρίση
κι αυτοί δεν καταφέρανε να δώσουνε μια λύση.

Λύση να είν’ αληθινή σαν σ’ ούλη την Ελλάδα
όπως δεν ξεχωρίζουμε απού τη φασουλάδα.

Σ’ ούλες του κράτους τσι δουλειές η Κρήτη μάς προσφέρει
διακόσια χρόνια συναπτά αντίρρηση δε φέρνει.

Εδά μελέτες γίνουνται για οδικά νησιού μας
αν πανδημία γλυτώσουμε θα δούμε τ’ όνειρό μας.

Μόνο που πρέπει νάμαστε ούλοι αγαπημένοι
απ’ το Θεό ανε θέλουμε να μαστ’ ευλοημένοι.

Μαδαρίτης

Εικόνες μιας άλλης εποχής

Η μορφονιά

Ρίχνει με χάρη η λυγερή τη σκάφη της στον ώμο
να πάει κάτω στη ρεματιά να πλύνει τα προικιά της,
σαν τη λαφίνα, ανάλαφρη, περπάταγε στο δρόμο
ενώ στον ήλιο έλαμπαν τα μακριά μαλλιά της.

Μύρια πουλιά στην στράτα της
με χάρη κελαηδούσαν,
άλλα ορφανά, ολομόναχα κι άλλα ζευγαρωμένα
κι ενώ τα μοσχολούλουδα θαρρείς τη χαιρετούσαν
όλα τα δέντρα έμοιαζαν σαν νύφες στολισμένα.

Έφθασε η κόρη στην πηγή, κάτω στη ρεματιά,
κι έβγαλε από τη σκάφη της
τα πλουμιστά προικιά της
για να τα πλύνει και τους έριξε μια τρυφερή ματιά
ενώ στο νου της έπλεκε τα ώρια όνειρά της!

Παρέκει η λεύκα κούναγε τα δροσερά της φύλλα
σαν να την καλωσόριζαν, κι η κόρη, στο κορμί της,
μιαν ανεξήγητη ένιωσε γλυκιάν ανατριχίλα,
ενώ μιαν αγαλλίαση απαλή τύλιξε την ψυχή της!

Η κόρη ανάλαφρα, πλένοντας, τραγουδούσε
σαν να ‘λεγε στην μοίρα της να στείλει τον καλό της,
να φτιάξει ήθελε φαμελιά και σπιτικό δικό της…
ενώ τ’ αηδόνι πλάι της σεκόντο της κρατούσε.

Δημήτρης Τυραϊδής

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ 1821 ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

Ο σηκωμός τση Κρήτης 1821 (δημώδες)

Έλα Χριστέ σ’ το στόμα μου[1], Χριστέ μ’ αληθινέ μου,
να θυμηθώ παινέματα[2] να γράψω του πολέμου.
Πρώτο για ν’ αναστορηθώ[3] τη Κρήτη την καϋμένη,
απού τονε είς τον ντουνιά, ροδιά ξεφουντωμένη[4]
κ’ εδά ‘νε κρούσος[5] τση τουρκιάς πολλά βασανισμένη.
Έγραψαν ένα μπουγιουρντί[6] οι Κρητικοί πασσάδες,
να πρεμαζώξουν[7] τ’ άρματα απ’ όλους τσ’ αραγιάδες.
Εμνώξανε[8] είς τον ραμπή[9] ώσαν[10] μπαϊαρμίσουν[11],
να κόψουνε[12] τσοι Χρισιανούς, ένα να μην αφήσουν.

-Θε μου μεγαλοδύναμε που τσ’ (είσαι) ούρανούς απάνω,
μη μασε ξαναβάλης μπλιό σ’ τα χέρια τω τυράννω.
Πρώτα εβάλανε σ’ τα Κεραμειά[13] τα κάτω,
ακι ως τ’ απομεσήμερα τα ‘φέρασι[14] ανωκάτω.
Ξαναδευτερώνουσι[15] τον πόλεμο σ’ τσ’ Αρμένους[16],
μα ΄κειδά τσοι γιουργάρανε[17] τσοι κακοποδομένους[18].
Καλά επολεμούσανε κ’ εκάμαν τσοι κομμάθια
κ’ ετρώγανε τσοι τα μιαρά[19] κ’ οι σκύλοι σ’ τα χωράφια.

Σ’ τον πύργο τ’ Αληδακακιού[20] σταίνουν[21] τα μπαϊράκια[22],
μα κει καλά τσοι βλέπουνε απ’ ΄ποξω τα Ρωμηάκια.
Την ημέρα του Χριστού[23] μας ήρθε ένα χαμπέρι[24],
πως εσυνάχτηκ’ η Τουρκιά είς τ’ Αρμυρού[25] τα μέρη.
Εφάγανε τα σύκα μας κι ούλα μας τα σταφύλια
κ’ εμείς απάνω σ’ τα βουνά μ’ αραχνιασμέν’ αχείλια.

Έφαγαν τα σταφύλια μας κι ούλαν τα ‘πωρικά μας
κ’ ύστερα μας εβγάλανε κι απού τ’ αρχοντικά μας,
εκάψανε τα σπίθια μας απούσαν η τιμή μας,
επήρανε (αρπάξανε) τα ρούχα μας απού ΄σαν η στολή μας.
Επήρανε μας τα ωζά[26] απού ‘σαν η τιμή μας.

Κ’ εμείς αποσερθήκαμε είς την Αγιά Ρουμέλη[27],
ο τόπος ήτονε στενός μα ‘χώρι’ ούλον τ’ ασκέρι[28].
Δεν ήσαν περισσότεροι ‘σαν τσοι Κατωμερίταις[29],
τσοι Σφακιανούς φωνιάζανε αφένταις καραβίταις[30].
Αφένταις τσοι φωνιάζανε κ’ είχαν ψηφί[31] μεγάλο
κ’ ετσά καταγελούσαν[32] τσοι κ’ έβγαναν[33] τσοι σ’ τη Γαύδο.
Τση μιάς επαίρνα τα χρουσά[34] και τσ’ άλλης την τιμήν τση
κ’ όποια δεν είχε την τιμήν τση παίρναν τη στολήν[35] τση.
Θέ μου μεγαλοδύναμε και πως βαστούνε,
μ’ ίντα καρδιά τσοι Σφακιανούς μπλιό θα τσοι συντηρούμε[36];

Το κρίμα τω φτωχώ και τω χηράδω,
να κρέμεται σ’ την κεφαλή τω Φράγκω,
πολλαίς φοραίς μα έχουν πουλημένους
και σαν τσοι σκλάβους καταδικασμένους.

Επιμέλεια: Ματθαίος Ι. Τσιριμονάκης

=== ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Βοήθησε το λόγο μου. [2] Εγκώμια. [3] Να θυμηθώ να εξιστορήσω. [4] Ανθισμένη. [5] Αποτέλεσμα-στόχος πειρατείας. [6] Διάταγμα. [7] Συγκεντρώσουν. [8] Ορκίστηκαν. [9] Θεό. [10] Αφού. [11] Γιορτάσουν το μπαϊράμι. [12] Σκοτώσουν. [13] Δήμος των Χανίων. [14] Κάνανε. [15] Επαναλαμβάνουν [16] Χωριό των Χανίων. [17] Τους κάνανε έφοδο.[18] Αυτούς που έχουν κακό τέλος. [19]Θηρία, ερπετά, σκουλήκια. [20] Βρίσκεται στο χωριό Εμπρόσνερο Χανίων. Ανήκε στον Ιμπραήμ Αληδάκη μουσουλμάνο Κρητικό αρχηγό σώματος Γενιτσάρων. [21] Στήνουν. [22] Σημαίες. Μεταφορικά στρατοπεδεύουν. [23] Μεταμόρφωσης.[24] Είδηση. [25] Παραλία των Χανίων όπου εκβάλει ο ομώνυμος ποταμός. [26] Κοπάδια μας. [27] Οικισμός των Σφακιών. [28] Στράτευμα. [29] Σφακιανοί Χαΐνηδες [30] Πλοίαρχοι. [31] Τιμή, υπόληψη. [32] Περιγελούσαν. [33] Αποβίβαζαν . [34] Χρυσά [35] Ρούχα.[36] Βλεπουμε.

1 Comment

Γράψτε απάντηση στο Ανδρέας Πετράκης Ακύρωση απάντησης

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες