Ρίµες, στίχοι και λουλούδια
Ρίµες και στιχάκια γράφω, µε παλιών αθιβολές,
και φυτεύω και λουλούδια, σε γυρόδροµους κι αυλές.
Ροσµαρί µα και λεβάντα, έχω ήδη αρκετά,
στο χωριό µου φυτεµένα και εις τα Χανιά µετά.
Κάποια έχουν µεγαλώσει και στολίζουνε γωνιές,
και δεν τα φοβίζουν πλέον, ζέστες ούτε παγωνιές.
Τον Νοέµβρη και ∆εκέµβρη, ρίζες βγάζουν τα φυτά
και της Άνοιξης τους µήνες, προοδεύουν αρκετά.
Εις τους δρόµους των Χανίων και του Βλάτους πιο πολύ,
θα µοσχοβολούν για χρόνια και θα δίνουνε… φιλί.
Σε περαστικούς διαβάτες, που περνούνε από κει
και τα βλέπουνε στην άκρη, άγνωστοι µα και δικοί.
Πεζοδρόµια θα βγάζουν, της λεβάντας µυρωδιές
και κλωνάρι άµα κόψεις, ντουµανιάζουν ευωδιές.
Ζυµβρακάκηδων στο τέρµα και µετά τη Γογονή,
έχω ροσµαρί φυτέψει, σε ποσότητ’, ικανή.
Και αν τον Χειµώνα τούτο, βρέξει κάµποσες φορές,
τον Απρίλη και το Μάη, θα ‘χουµε πολλές χαρές.
Στο χωριό ‘χω φυτεµένα, κάµποσα χρονάκια ήδη,
αλλά φύτεψα και φέτος, για καµάρι και στολίδι.
Κι όσο ζω δεν σταµατάω, να φυτεύω ‘γω λουλούδια
ούτε και να γράφω ρίµες, για ανθρώπους κι αγγελούδια.
Εννιαχωριανός
Καρδιά
Είναι η καρδιά µεγαλείο,
για να ‘µαστε µαζί εµείς οι δύο,
ξέρω είµαι λίγη και αντίο.
∆εν έχω πια τα ώτα και τα δύο.
Ζει τ΄ άστρο της δικαιοσύνης
είµαι όµως µες στη σκαρτοσύνη
αγαπώ την ταπεινοφροσύνη
και µε διδάσκει η αγαθοσύνη
να ζήσει η γερόντισσα Φροσύνη
κι έχω µέσα µου σωφροσύνη.
Φέζα (Φως, Έρως, Ζωή, Αγάπη)
Χάρτινο καραβάκι
Στον τοίχο τον πετρόχτιστο το στιβαρό και στέρεο
κισσός ποτέ δε θα’ µουνα που απλώνεται πολύς.
Ούτε αέρας άναρχος που διώχνει τα σκουπίδια
κι από τους ώµους των περαστικών κάθε λογιών βαρίδια.
Ούτε βροχή ανελέητη που ξεδιψά τη γη
κι υπερχειλίζουνε θρασείς ή ανδρείοι οι ποταµοί.
Μέσα στη θάλασσα εγώ
χάρτινο καραβάκι,
µε δέρµα αλµυρό
που πλέει µεσοπέλαγα.
Και κουβαλάει στην πλώρη του:
Λιγµό της µάνας τη στοργή που κρύβεται στα στήθια
και τη µοιράζει τρυφερά λέγοντας παραµύθια.
Το δάκρυ του πατέρα, το αδέξιο, το κρυφό
που’ ρχεται στης σιωπής το δείπνο το παρακλητικό.
Τα όνειρα του µικρού παιδιού που µαρτυρούν τα µάτια
πριν γίνει ο ήλιος ζωγραφιά σε χίλια δύο κοµµάτια.
Στις καταιγίδες θα ‘λεγα «πρόσω ολοταχώς»
κι οι νηνεµίες θα ‘ταν ψεύτικος καθησυχασµός.
Μετά από καιρό, όταν θα ‘φτανα στο πρώτο λιµανάκι
θα έλεγα ολιγόπιστα «∆όξα Σοι ο Θεός».
Μαργαρίτα Αυγουσιανάκη
Τώρα τι κάνεις;
∆εντρί
που το δέρνει ο αέρας.
Ξεκουράζεται;
Νύχτα και µέρα!
Μα απαίτηση
από µάς.
Τούτο δεν έχει.
∆ε µιλά, δεν τολµά
δε τρέχει.
Τρέχε όµως εσύ
να προκάµεις.
Πήρε σες σβάρνα
ο άνεµος, σε λερώνει.
τώρα τι κάνεις;
Νικ. Ι. Φιλιππάκης
Πολιτιστικό Ίδρυµα
Ιωάννης Ε. Ηλιάκης
Του πλούτου αχορταγιά, τση δόξας πείνα,
του χρυσαφιού ακριβειά καταραµένη,
πόσα για σας κορµιά νεκρ΄ αποµείνα,
πόσοι άδικοι πόλεµοι σηκωµένοι,
πόσες συχνές µαλιές συναφορµά σας
γροικούνται οληµερνίς στην οικουµένη!
Στον Άδην ας βουλήσει τ’ όνοµά σας
κι όξω στη γη µην έβγει να παιδέψει
νου πλιόν ανθρωπινόν η ατυχιά σας∙
γιατί αποκεί, ως θωρώ, σας είχε πέψει
κανείς στον κόσµο δαίµονας να ‘ρθείτε,
τς ανθρώπους µετά σας να φαρµακέψει.
Tη λύπηση µισάτε, και κρατείτε
µακρά τη δικιοσύνη ξορισµένη,
κι ουδέ πρεπό, µηδ’ όµορφο θεωρείτε.
Για σας οι ουρανοί ‘ναι σφαλισµένοι
κι εδώ στον κόσµο κάτω δε µπορούσι
να στέκουν οι αθρώποι αναπαηµένοι·
µε τς αδερφούς τ’ αδέρφια πολεµούσι
κι οι φίλοι τσι φιλιές των απαρνούνται
και τα παιδιά τον κύρην τους µισούσι…
Γ. Χορτατζης
Στίχοι επικαιρότητας.
Με λόγια Αλήθειας µίλησε
Ο Παύλος ο Πολάκης,
θέσεις κι απόψεις δυνατές
τις έχει πει πλειστάκις!
Συνέπεια στα λόγια του
καθένας διακρίνει,
και είναι άδικο πολύ
όποιος τον κατακρίνει!
Στου Χαριτάτο εκποµπή
βγήκε για να µιλήσει,
βρήκε τον τρόπο να τα πει
και είχε ραβαΐσι!
Για τους αγρότες µίλησε
το δίκιο τους ζητούνε,
πώς κάτι συµβαίνει σοβαρό
γι’αυτό οµονοούνε!
Και για την ΑΙΣΧΡΟΚΕΡ∆ΙΑ
µίλησε µε στοιχεία,
έδωσε τόνο στη φωνή
βροντήξαν τα ηχεία!
Έντιµα παραδέχτηκε
λάθη του παρελθόντος,
υπαίτιους κατονόµασε
τους τάψαλλε δεόντως!
Τα της πολιτικής τα µυστικά
ονόµαζε στα ίσια,
των δόλιων πολιτικών
ξεµπρόστιαζε τα βίτσια!
Γι’ αυτά κι άλλα πολλά
τον είχανε στην µπούκα,
γατί χαλούσε σε πολλούς
την δόλια µασαµπούκα!
Είναι να σκέφτεται κανείς
που έφτασε η Ελλάδα,
τον πλούτο εµείς φορτώναµε
σε πειρατών αρµάδα!
Γιάννης Γαβριλάκης, Μέλος Λ.Π.Χ.


