Τρίτη, 18 Ιανουαρίου, 2022

Ποιητές και ριμαδόροι σχολιάζουν την επικαιρότητα

Έχοντες και πεινώντες

Ένα μεγάλο ποσοστό, πεινάει των Ελλήνων,
την εποχή τη σημερνή, των πλούσιων και κηφήνων.
Μια έρευνα της Eurostat, φέρνει στο όβγορ’ ότι,
η φτώχεια στην πατρίδα μας, έχει προτεραιότη.
Οι άνθρωποι οι άνεργοι και άποροι επίσης,
είναι πολλοί στον τόπο μας και ψάχνουν απαντήσεις.
Λεφτά υπάρχουνε πολλά, μα μόνο για μελέτες,
που τρων οι επιτήδειοι, προτάσσοντας τσι… μπέτες.
Κενό προνείας στην Ελλάς, νομίζω πως υπάρχει
και κάπου ‘κεί χρειάζεται, να δώσουμε τη μάχη.
Εκεί να στρέψει θα ‘πρεπε, την προσοχή το Κράτος,
πριν το σημείο φθάσουμε, π’ όριζε η θέση πάτος.
Οι πλούσιοι στην πατρίδα μας είναι σωρός, δεμάτι,
μ’ υπάρχουν και τριπλάσιοι, με γουρλωμένο μάτι.
Κάποιοι απ’ το υστέρημα, δίνουν στον πεινασμένο,
μα άλλοι το περίσσεμα, το ‘χουν αμπαρωμένο.
Τα πλούτη πως απόκτησαν, δεν είναι του παρόντος,
αφού κάθε προσπάθεια, είναι φωνή βοώντος.
Η εκκλησία σήμερα, ότι μπορεί προσφέρει,
και Σπλάντζιας τα συσσίτια, άλλο δεν έχουν ταίρι.
Συνάνθρωποι μας βοηθούν, όσες ανάγκες έχουν,
μα ζάμπλουτοι ελάχιστοι, σε τούτο συμμετέχουν.
Να μην πεθάνει θα ‘πρεπε, κανένας από πείνα,
στην Οικουμέν’ ολόκληρη κι όχι γενιές το μήνα.

Εννιαχωριανός

Κορωνογιού αντιγάερμα

Κλειστήκαμε για χρόνια δυο να μην αντιγιαείρει
κορωνογιός στης χώρας μας πούτανε κελεπήρι.
Ευτός εξαναγιάειρε σε τούτηνε τη χώρα
ποιος τόνε κουλαντρίζει μπλιο πούχει μεγάλη φόρα.
Φαίνεται το κουράγιο ντου π’ απόχτησε μεγάλο
εξαναγιάγειρε επά να (φάει) γεις τον άλλο.
Παραξενεύουνται πολύ φίλοι δικοί μας ξένοι
γιάντα η χώρα δεν μπορεί να ζει ευτυχισμένη.
Ζηλεύγουνε όντε θωρούν χώρες ευτυχισμένες
τσοί θέλουνε νάναι φτωχές και μόνο χρεωμένες.
Μια πιά πολύ ζηλεύγουνε επά οι γεδικοί μας
γιατί θαρρούνε η ζωή ανήκει στη φυλή μας.
Ξεχνούνε η ζωή ‘ναι μια σε τουτονέ τον κόσμο,
που τη χρωστούμε στο Θεό Αυτός κατέει μόνο.
Μέγας αγώνας γίνεται μέσα στην κοινωνίας
παντού σκορπίζουνται φωθιές βάσανα κι αγωνία
πρέπει να λέμε φχαριστώ σε όσους προσπαθούνε,
για να γλιτώσουν το ντουνιά βρομιές που τον χαλούνε.
Εγώ πιστεύω και θωρώ άνθρωποι που πηγαίνουν
φύση που χάρισ’ ο Θεός εδά ίντα πομένουν;
Αδε αλλάξουμε μυαλά σε τουτονέ τον κόσμο
ούλοι θα καταλήξουμε νάμαστε σ’ άλλο κόσμο.

Μαδαρίτης

Εναπόγραφοι και Αναπόγραφοι

Απογραφή πήραν απόφαση,//να κάμουν στην κοινωνία,
και διάλεξαν την εποχή,// μέσα στην πανδημία!!
Υποστηρίζουν οι σοφοί,// κίνδυνος δεν υπάρχει,
από τον κορωνοϊό,// στον κόσμο όπου άρχει.
Γιατί με την απογραφή,// σίγουρα θα τρομάξει,
και εις τα τάρταρα τση Γης,// θα πάει να λουφάξει!!
Εμβόλιο δε χρειάζονται // όσοι απογραφούνε,
γιατί, τσ’ απογραφής τα αντισώματα,// σίγουρα τους αρκούνε,
να προστατέψουν με ασφάλεια,// την ατομική υγεία, που είναι μεγάλο αγαθό
χωρίς αμφιβολία// Τώρα, αυτό μας έλειπε, να βρούμε ησυχία!!!

Γαβριήλ Φλεμετάκης

Με φόντο τον έρωτα

Ο πόνος που περιμένω κι εκείνη
γυμνή με τη γλάστρα του σγουρού βασιλικού
να παλεύει με τ’ άστρα και τα φιλιά μου.
Μιλάει ψιθυριστά και το μέτωπο της
αχτινοβολεί· μιλάει δυνατά
και το στήθος της γεμίζει ροδοπέταλα.
Κάτω από τη λεμονιά που ‘χω στον κήπο μου
εξομολογήθηκα κι εκείνη μ’ άκουγε,
δίχως να πει λέξη.
Απ’ τη σοφίτα μου, βλέπω τη θάλασσα, καθώς
εκείνη αφήνει τα ρούχα της πλάι στο νερό.
Μου δίνει τα πεφταστέρια, τον ηβίσκο και
τα τριαντάφυλλα.
Εγώ την αγαπάω και η ηχώ μου αντηχεί, ώσπου
η κοιλιά της να γεμίσει δάκρυα,
μέχρι ο πόθος μας να νικήσει τον θάνατο.
Κολυμπάμε, τραγουδάμε
κι οι εκπεσόντες άγγελοι
κόβουν με πριόνι τα φτερά τους.
Νιώθουμε δυνατοί και συνεχίζουμε ατέρμονα
να ερωτοτροπούμε, μόνοι κι έρημοι,
στις ερημιές και στις σκοτεινές σπηλιές
της αγάπης μας.

Στυλιανός Γ. Ξενάκης

Ωρα 12 και κάτι

Ώρα 12 και κάτι. Μεσημέρι με σύννεφα και βροχή.
Και πάλι Νοέμβρης
καβάλα στο άσπρο άτι του
περιβεβλημένος τον παλιό θώρακα των ιπποτών
και το αργυρό κράνος
που απολήγει, με αιχμηρή προεξοχή,
στο μεσόφρυδό του
πάνω από τα μεγάλα μάτια του
γεμάτα λίμνες και άδηλα νερά
βοριάδες και ρίγη
απρόσμενες βροχές
και “Α, πού είσαι; Φρόντισε να ντυθείς καλά!”
Δεν αστειεύεται ο καιρός,
το ξέρω.

Αγκαλιάζεις σα Μάνα Γη την πλημμύρα,
σκουπίζεις τις λάσπες με τις παλάμες σου
αδημονείς για την πρώτη λιακάδα
συντροφιά με τα νέφαλα  του χειμώνα
κουρδίζεις κάθε πρωί το ρολόι
ρίχνεις  ψίχουλα στο βουβό μπαλκόνι σου
για όποια διαβατάρικα πετεινά.

Δεν αστειεύεται ο καιρός.
Με ασυγκράτητη ορμή διαβαίνει
και πάλι θα διαβεί, μέσα από νέα χρώματα και φως,
για να τοξέψει τους κήπους του πάγου
να κυλήσουν νεροσυρμές, ποτάμια
μέχρι το πέλαγος.

Ένα χρόνο μετά,
αθέατη ταξιδεύεις με το κύμα
φτεροκοπάς ψηλά, στον αέρα,
ύστερα χαμηλώνεις
πάνω από κήπους και στέγες σπιτιών
να οσφρανθείς τον αέρα
φορτωμένο ανάσες χρυσάνθεμου.

Παντού και πάντα παρούσα
αποσπερίζεις πλάι στη γλάστρα με τη λυγαριά
με το αλάθητο βλέμμα σου
αγκαλιάζεις  τον πέτρινο αυλόγυρο
του σπιτιού σου
αναμετράς την αλήθεια και το ψέμμα
ακούς με κατάνυξη τους στίχους που
γράφονται τώρα για σένα
πριν κλείσεις και πάλι τα βλέφαρα
νιώθω το αδιόρατο χαμόγελο στη φωνή σου:
“Tοξερα, μέρες που είναι,
δεν θα μ’ άφηνες δίχως ποίημα…”

Πηνελόπη Ι. Ντουντουλάκη

Πολυρρήνεια

Αρχαία πόλη της ακμής,… στολίδι της Κισάμου,…
αγνάντι από παντού,… πρασίνου και γαλάζιου.
Κάτοχος ιερού Δικτυναίας… βωμού θυσίας,…
Αγαμέμνων σε επισκέφθηκε,… για τέλεση ιεροτελεστίας.
Ναός των Αγίων Πατέρων,… ψιλά σε στολίζει,…
δείγμα πίστεως,… όπου αιώνια σε φωτίζει.
Κάθε πέτρα σου θρύλος,…
πολλά είναι τα αρχαία σου,… τείχη,δεξαμενές,
κρίνες,… δείγματα της ιστορίας σου.
Άρχοντες, λαοί υποκλήθηκαν,… ξένοι σε θαυμάζουν,…
μετερίζι της Ελλάδας,… ιστορίες σε προβάλλουν.
Ταπεινά αναφέρομαι,… σε μεγάλη Πολιτεία,…
είθε οι νέες γενιές,… να φυλάσσουν τέτοια αξία.

Θεόδωρος Δ.Ηλιάκης

1 Comment

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα