Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου, 2021

Πνευματικά και καλλιτεχνικά γεγονότα του τόπου μας

ΑΓΙΑΣΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΓΙΟΡΤΕΣ ΑΓ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ (8/6).
“ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΟΝ ΣΕΛΙΝΙΩΤΙΚΟ ΓΥΡΟ Τ’ ΟΜΑΛΟΥ”.

“Αυτόν τον τόπο που πατείς,
άλλοι τον είχαν πρώτα,
κι εκείνοι μαραθήκανε,
σαν του Μαγιού τα χόρτα”.

Σαν πάρεις αριστερά το στρατί από τση Πέτρας το σελί (στο τριακοστό όγδοο χιλιόμετρο του επαρχιακού δρόμου: Χανίων- Σούγιας), και το περπατήσεις, ως τα Μοσκοχώραφα και τον βαθύσκιο, τα πρωινά, Πριναρέ, κι απού τ’ Αλωνάκι ως του Βέργερη το σπίτι, έχεις ακόμηλίγη στράτα για να σου βγορίσει, ως θα καμπίσεις στις Κεχρές, ο γέρικος ασφένταμος, το γνώριμο δέντρο τ’ άι- Θόδωρου, στον πόρο του Σελινιώτικου γύρου τ’ Ομαλού!
Περπατείς από σιγά- σιγά και σιμώνεις στον άγιο. Φτάνεις στο μοναστήρι ν’ του. Ανοίγεις την πόρτα σου και προσκυνάς. Βγαίνεις όξω και ξανοίγεις τον Ομαλό, το θρυλικό τούτο οροπέδιο της Δυτ. Κρήτης!
Τον χιλιοτραγουδισμένον Ομαλό, που το ηρωικό ριζίτικο τραγούδι τον θέλει απάτητο κι αμόλευτο από εχθρού ποδάρι.
Τούτο το ριζίτικο τραγούδι, το πασίγνωστο τα τελευταία χρόνια, έρχεται στον κόμπο του λαιμού σου, σκοπός πανάρχαιος, άσμα αθάνατο και παίρνεις δύναμη απού τον μυρωδάτο καθάριο της Μαδάρας αέρα, ανοίγουν τα πνευμόνια σου, κι αρχίζεις:
“Πότες θα κάμει ξαστεριά, πότες θα φλεβαρίσει, να πάρω το ντουφέκι μου, την όμορφη πατρώνα, να κατεβώ στον Ομαλό, στη στράτα τω Μουσούρω, να κάμω μάνες δίχως γιους, γυναίκες δίχως άντρες, να κάμω και μωρά παιδιά, να κλαιν δίχως μανάδες…”
– Είσαι λοιπόν στον Ομαλό, στον τόπο που:
“… Αν είσαι μαραζάρης ξεπετάς, κι αν είσ’ οκνός θεριεύεις, κι αν ‘πέσαν συμφορές απάνω σου, ξεφεγγαρίζει ο νους σου…”
κατά που ψάλλει στην “Οδύσσεια” του, ο μεγάλος Καζαντζάκης!
– Είσαι στον Ομαλό και σε τριγυρίζουν απού τ’ αρμιά κι απού τσι τσούνους, βιγλάτορες του τόπου, οι ηρωικές μορφές των γονιών και των προγόνων σου, η αθάνατη κι αιώνια Κρήτη!
– Είσαι στον Ομαλό, που τώρα ήσυχος, ήρεμος κι εύφορος – καθώς ήταν πάντα- σου χαρίζει τα ευλογημένα της γης του γεννήματα και σε θρέφει!
– Είσαι στον Ομαλό, που ‘χει φρουρούς ακοίμητους τον άγιο Θόδωρο, στον πόρο του Ρεβάτσω, τον Άγιο Παντελεήμονα, στον Λακκιώτικο γύρο και βαθειά και κατ’ απ’ το Ξυλόσκαλο, τον άι- Νικόλα!
Σ’ αυτούς οι παππούδες μας κι οι πολέμαρχοι μας, αγράμματοι, μα σοφοί, στηρίζανε τσ’ ολπίδες των, τον τόπο, τη ζωή των!
Στον κορμό του πανύψηλου δέντρου τ’ αγιού- Θοδώρου, έχει, κάμει βαθειά χαραγή τση καμπάνας του η γι’ αλυσσός! Χρόνια και χρόνια, αγόγγυστα, απ’ εκεί κρεμόταν κι εμηνούσε με την αργυρόηχη, φωνή της, κάτω στον κάμπο και πάνω στο διάσελο, το κάλεσμα τ’ αγίου, για το σπερνό, κι από ταχιά, για τη λειτουργία του και το πλούσιο πανηγύρι! Κι εμονομέριζε τ’ ανθρωπομάνι στον πέργυρο και την εκκλησιά μέσα, να λειτουργηθεί και να ευλογηθεί ο κόπος του απού τον Απανηχωρίτη παπά και πότες κι από σπότες, απού τον Δέσποτα τσ’ Επαρχίας μας-
– Είμαστε λοιπόν- τούτη την ευλογημένη ώρα, σήμερα – πιστοί στο κάλεσμα τ’ Αγίου και του Σεβασμιότατου Μητροπολίτη μας Ειρηναίου, στον Ομαλό! Στο οροπέδιο που οριοθετείται ανάμεσα στις Επαρχίες: Σελίνου, Κυδωνίας και Σφακίων!
Στον τόπο που υπήρξεν το καταφύγιο των αμάχων και τ’ ορμητήριο των Επαναστατών, ανάμεσα στους αιώνες!
Στην Επανάσταση του Δασκαλογιάννη (1770) οι Τούρκοι ανέβηκαν στον Ομαλό κι αποπειράθηκαν να κατέβουν από το Ξυλόσκαλο στα Σφακιά, τους ανάγκασαν όμως, ως είναι σ’ όλους μας γνωστό, οι Επαναστάτες, να υποχωρήσουν όσο πιο γρήγορα μπορέσουν, πριν αποδεκατιστούν!
Στην Επανάσταση του 1821-1830, οι Τούρκοι δεν κατάφεραν ποτέ να πατήσουν εδώ πάνω το πόδι των!
Στη Μεγάλη Κρητική Επανάσταση, του 1866-1869, ανέβηκαν προς στιγμή στον Ομαλό:
“… Τον Ομαλό εβάλθηκε, διατάσσει να κινήσει, κι απού τα δυο ο στρατός, αιφνίδια να πατήσει. Τον πόλεμο ο Ομαλός, αυτός είχε γεννήσει, και τούρκου πόδας βάρβαρος, δεν είχ’ εκεί πατήσει. Πολλοί πασάδες προ πολλού, έβραζαν κι απειλούσαν, να τον πατήσουν, σκέφτονται, πολλάκις ομιλούσαν…”
Θα γράψει στην “Κρητικοπούλα” ο Χ. Μιχάλης Γιάνναρης.
Μόλις όμως αντιληφθήκανε τα έξυπνα σχέδια των Επαναστατών οι Τούρκοι, πως δηλ. σχεδιάζουν τον αποκλεισμό των, φύγανε το ταχύτερο και γυρίσανε στα χαμηλότερα ορμητήρια των. Το λέει και το τραγούδι:
“…οι Τούρκοι βλέπουν στον Ομαλό, να μείνουν κινδυνεύουν, πριν ξημερώσει, βιαστικοί τρέχουνε και μισεύγουν. Οι Χριστιανοί στα πέριξι κάθονται και κοιτάζουν, με λύσσα πέφτουν, πιάνου τζι και ζωντανούς τσι σφάζουν. Από τον Άγιο Θόδωρο, άλλοι τσ’ αποζυγώνουν, στα Ποροσέλια τρέχουνε και τσι περικυκλώνουν…”(“Κρητικοπούλα”, σ. 136)
Τα δικά μας παλικάρια αναπνέανε και ζωογονούνταν ψηλά στις κορφές των γύρω βουνών, κι εκατεβαίναν: “…Απ’ εδώ Σελινιώτες, Λακκιώτες, απ’ εκεί στη φωτιά Σφακιανοί, να βουήσει παντού μια φωνή, στις σπαθιές μας τις πρώτες…”
κατά τον “Κρητικό μας Ύμνο” ορμητικότεροι παρά ποτέ, κατά του δυνάστη!
Γι’ αυτό αγαπήθηκε και τραγουδήθηκε τόσο πολύ, αυτός ο τόπος!
Γι’ αυτό στα γλέντια, ακούγεται αιώνες τώρα και πάντα, το ριζίτικο τραγούδι που περιπλέκει στον στίχο του, τον αθάνατο και πανέμορφο Ομαλό μας:
“… Πού θε να βγει στον Ομαλό, να ν’ αναγυρισμένος, Λακκιώτη ας κάμει σύντεκνο και Σφακιανό κουμπάρο, κι Αγιερηνιώτη αδερφοχτρό, Πανηχωρίτη φίλο, τότες να βγει στον Ομαλό, να ν’ αναγυρισμένος!”
Και στου Γιανναρονικόλα, το παλαιό τραγούδι, που τον σκοτώσαν Αρχοντομουσούροι, στα Βδελλά, νότια των Λάκκων, αρχές του δέκατου ένατου αιώνα κατά τον Ιστορικό Ψιλλάκη (τομ. Γ΄, σ. 264), θα συναντήσουμε τούτον τον τόπο, στον στίχο του:
“… Μωρέ κοπέλια Σφακιανά, όσα ‘στε των αρμάτω, πιάστε τα και γλακήσετε στον Ομαλό να πάμε, κι έκαμαν πάλι φονικό οι γι’ αρχοντομουσούροι, το Γιάνναρη σκοτώσανε, τον νιο τον παινεμένο!…”
“… Δεν πάει μπλιο στον Ομαλό, στα ρημοκούραδα ντου, να βρει τσι συζευτάδες του, να ιδεί και τσι βοσκούς του, να τωνε δείξει χειμαδιά και τόπους ιδικούς του…”
Αλλά και στα ιστορικά τραγούδια, πρέπει να σταματήσουμε, εστώ και λίγο.
Από την πρώτη κιόλας στιγμή, διαπίστωση μας, πως σε κάθε σχεδόν λαϊκό δημιούργημα της ομάδας αυτής, περιπλέκεται ο Ομαλός, στους στίχους των. Έτσι:
Στο τραγούδι του Γιώργιακα τ’ Αντώνη του Αγιερηνιώτη άντρα, με το ηράκλειο ανάστημα, που επειδή, δεν έστειλε τσ’ αδερφές του στου Βέργερη το γλέντι, έλαβε από τον τελευταίο συμβολικό γράμμα, μια σφαίρα, διαταγή, κι ας κάμει, ό,τι θέλει…
Μα και ο Γιώργιακας (Κριάρη: Ιστορία, τομ Β΄, σ. 161) του στέλνει άφοβα δυο σφαίρες! Και ξέρομε από την Ιστορία πως:
Ο Γιώργιακας, σκοτώνει τον Μεχμέτ, στα Νερατζόπορτα τ’ Ομαλού.
“… Στον Ομαλό επήγαινε στο ρημοκούραδο του…”“… Πάνω στα Νερατζόπορτα τούχουνε τη μπροσκάδα μια μπαλωτιά του ρίξανε κι έκοψε την καρδιά του…” (Παπαγρ. 296)
Αργότερα, οι λοιποί Βεργέρηδες τον εφόνευσαν, ύστερ’ από ασφυκτικό κλοιό, καθώς γύριζε από τον Ομαλό, στην Αγία Ειρήνη:
“… Οι Βέργεροι εφτάξανε το Γιώργακα στο πλάι, γύρω τον εκυκλώσανε, δεν είχε μπλιο κολάι εβάστα κι αντροπάλευε ένας, με δέκα σκύλους…” (Κριάρη, σ. 50)
Στο επίσης πασίγνωστο τραγούδι του Θοδωρομανώλη, απού τ’ Απανηχώρι, που σκότωσε στα 1818, τον άλλο αδερφό του Μεχμέτ Βέργερη, για τον ίδιο λόγο, που κι ο Γιώργιακας σκότωσε, δηλ. για την τιμή και την υπόληψη του σπιτιού του (δες σχ. Κριάρη, Ιστορία, τομ. Β΄, σ. 162-163), συναντούμε σαν χώρο δράσης, επίσης τον Ομαλό. Λέει, άλλο τραγούδι:
“… Έβγαλ’ όλο το Σέλινο, άντρες και παλικάρια, που στσι πολέμους ήτανε θήρια και λιοντάρια, Λάκκος Ζωγράφος τσι βγαλε, ούλους τσ’ αντρειώμενους και στσι πολέμους τσ’ είδαμε τσι αξιοπαινεμένους…”
Πολέμους και επαναστάσεις, που συχνά είχαν ορμητήριο τούτον τον τόπο, τον Ομαλό, τον απροσκύνητο κι ανυπόταχτο αιώνια!
Σ’ ενός άλλου πολέμαρχου, που απ’ αυτήν εδώ τη θέση, μας βγορίζει το κάστρο, κι η αιώνια κατοικία του Χ. Μιχάλη Γιάνναρη, την “ Κρητικοπούλα”, έργο ποιητικό του, θα σεργιανίσουμε για λίγο. Όλες οι σελίδες, ύμνος της Κρητικής Ιστορίας, κι οι στίχοι της, απόσταγμα πατριωτισμού, με συχνά πυκνά, στον κόρφο τους την όμορφη λέξη: Ομαλός! Σαν τούτους:
“… Καθίζουν γράφουν γράμματα τα, πέμπουν των μεγάλω, στον Ομαλό να συνταχτούν μια μέρα δίχως άλλο,
Σ’ ένα λιβάδι στρογγυλό, μακρύ, πλατύ, μεγάλο, βουνά το τριγυρίζουνε και μοιάζει το ‘να τ’ άλλο.
Τον τριγυρίζουν τον Μαλόν, οι πέντε Επαρχίες, το μέρος το Χανιώτικο, που κάνουν τσ’ ανταρσίες…” (σ. 40)
“… Ήρθαν εκεί μια Κυριακή, μια εορτή, μια σκόλη, οι πρώτοι των Επαρχιών και ορκιστήκαν όλοι…” (σ. 41)
“… Μπέμπουσι προσκλητήρια σ’ ούλας τας επαρχίας, κι οι αρχηγοί των στ’ Ομαλόν κάνουσιν ομιλίας…” (σ. 106)
Στα τελευταία χρόνια τα δίσεκτα, τα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, τούτος ο αγιασμένος τόπος φιλοξένησε την Αντίσταση σύσσωμου του Λαού μας, κατά του Γερμανού, κι ας ήταν δίπλα του, στον άι- Παντελεήμονα, το στρατηγείο του εχθρού.
Ολοι μας, τα θυμούμαστε, τ’ αεροπλάνα που τους έφεραν ότι είχαν ανάγκη μεσημέρι, βράδυ και που κατέβαιναν και κάθιζαν εκεί πιο ‘δω, απού του Δρακουλέ το μαγαζί, στο ύψωμα.
Όλοι μας, εδώ, πιστεύω, πρωτοείδαμε γερμανικά τρακτέρ, να οργώνουν τη γη μας, κι εκείνη η άμοιρη “η βιασμένη”, να γεννοβολά σίκαλες και σιτάρια, καλαμπόκια βαροφορτωμένα, καρπό και πατάτες!
Ολοι μας, θυμούμαστε την ατσαλένια διμοιρία των “πεταλούδω” που βάδιζε με το ανατριχιαστικό κοφτό βήμα, από τον άγιο Θόδωρο ως τον άγιο Παντελεήμονα, κι εσκόρπιζε φοβέρα κι εδραίωνε σκλαβιά, στον απροσκύνητο τούτο τόπο!
Και τα θυμούμαστε όλοι, με πίκρα πολλή!
Κι όλοι μας – τέλος θυμούμαστε, τσ’ άντρες μας, π’ απάνω στα ψηλώματα συγκεντρωμένοι, παρακολουθούσαν τον εχθρό, τον κατασκόπευαν, του κάνανε δολιοφθορές, τον χτυπούσαν και συχνά τον εξουδετέρωναν, ώσπου ήρθε η ώρα του ξεβγαρμού του, από τον τόπο μας!
Ομως, ας σταματήσουμε εδώ τούτο το ατελείωτο θέμα… κι ας ρίξομε μια ματιά σ’ ένα άλλο κεφάλαιο.
Στου Ομαλού μας, του χαρισματικού και παραμελημένου την παλιότερη και σύγχρονη ζωή.
Εδώ, που τα μικράτα τα δικά μας, ζήσαμε την ακμή του.
Τότε, π’ ανηφόριζαν οι φαμίλιες “όσων έχουνε Ομαλό”, από τ’ άι- Γιωργιού ως τ’ άι- Δημητριού, με τα σύνεργα και τα κοπέλια των, με τα ζωντανά και το χτήμα βαροφορτωμένο, με το νοικοκυριό τους. Κατάκοποι εφτάνανε κι ανοίγανε τούτα τα ζευγόσπιτα κι έδιναν ζωή και πνοή σε τούτα τα χώματα.
Οι βοσκοί είχαν ήδη ανέβει απού πρωτύτερα, κι είχανε στέσει τα μιτάτα των, για το πλούσιο μαξούλι της χρονιάς.
Τα σταροσίκαλα ξεκόρφιζαν στον κάμπο, οι μαλίτικες πατάτες πρασινολογούσαν, το κυνήγι συμπλήρωνε το τσικάλι και το τραπέζι ύστερα!
Οι γι’ αβάρετοι, βρίστανε ροδίκια και βλαστάκια, το θέρος, ασκολίμπρους, και βροβιούς χειμωνιάτικα. Τότες που σπέρνανε από νωρίς και βιαστικά της γης, και φεύγανε να μην αποκλειστούνε εδώ από τα πρώτα κιόλας χιόνια!…
Δεν τα ξεχνώ τα νεροποτίσματα εδώ στα Ρεβατσά. Πηγαίναμε γη στο Κρομμυδιανό πηγάδι, γη στο Παπαδονικολιανό, κι όσοι μέναν όθεν τα Χάλαρα, απού των Πρωτοπαπάδω…
Τ’ απόβραδα, ήταν χαρά Θεού και ψυχής αναγάλια. Τα καμπανέλια και τα μεσόλερα, μελωδία απόκοσμη, που ξεκινούσε απού το λαιμό των αιγοπροβάτων και των μπροσταρότραων, που βοσκούσαν στα ψηλώματα, και κάτω στο λιβάδι, τα τραγούδια των βατράχων στα χείλια των πηγαδιών και στσι Κολύμπους με τα δροσόβρουλα, να συμπληρώνουν την ποιμενική συμφωνία!
Κι ένα φεγγάρι ιλαρό, π’ άπλωνε τη μελιχράδα του, σ’ όλου του κάμπου το άπλωμα, και διασκορπούσε τους ίσκιους, του ριζομάδαρου!…
… Σήμερα, που φτάνω ως τα Ρεβατσά, στα χαλάσματα του πατρικού σπιθιού μας, αναζητώ των Γιωργιακώ και των Πεντάρω τσι κούρτες και τα φιλόξενα μιτάτα, με τις μυζήθρες και τα τυρομαλάματα, τα γιαούρτια και τ’ αφρόγαλα, που θυμούμαι καλά πως τα πίναμε με ξύλινα κουτάλια απού τ’ αρμεγάρια, μικρά παιδιά, ενώ οι μεγάλοι μας έκαναν… χάζι!
Και σκέφτομαι, με πίκρα τώρα:
– Πού ‘ναι τ’ αντρολάσι απού τσι μπάντες μας, π’ αναζητώ;
– Πού ‘ναι οι πόρτες κι οι γι’ αυλές οι φιλόξενες;…
– Εγίνηκεν αναδασμός, λέει στη γη μας, και κατέμε καθείς μαζωμένο το κομμάτι της γης του, μα ‘γω θωρώ τον Ομαλό άσπαρτο κι ακαλούργηστο, αφύτευτο και μόνο!
Εχτίσαμε νέα σπίτια, σύγχρονα, δεν λέω. Μα το φοβούμαι πως κι από τούτη την πλούσια γης, μας τράβηξεν η Πολιτεία με τα μάγια της και μας έριξεν λαχειοπώλες και σερβιτόρους, ενώ αφήκαμε τούτον τον ευλογημένο τόπο, να δασώσει και ν’ αποξεραθεί στην μοναξιά του!
Η Κουντούρα, στην άλλη άκρη του Σελίνου ξαναμάζωξε τον κόσμο της, και του χάρισε πλούτος απού το χώματης.
Άραγες, ο Ομαλός μας, θ’ απομείνει στην εποχή μας, μόνο το πέρασμα του τουρίστα για το φαράγγι της Σαμαριάς, όπως τραγικά διαπιστώνεται, γη θα ξανασκύψουμε, να μας φανερώσει τον θησαυρό της, τούτη η πλούσια γης τ’ Ομαλού μας, και να ξαναδώσουμε ζωή σ’ αυτόν τον τόπο, τον προσοδοφόρο, και τον όμορφο!… Όμως, εδώ τελειώνουμε.
– Περιοριστήκαμε να θυμήσουμε και να θυμηθούμε, μ’ αυτές τις αδρές γραμμές, τούτα τα ιερά χώματα.
Να θυμήσουμε στα παιδιά μας πως:
“Σ’ αυτόν τον τόπο που παθιούν, όπου κι ανέν τον σκάψουν, αίμα παλικαριών θα βρουν, κόκκαλα θα ξεθάψουν”.
και πως:
“Σ’ αυτόν τον τόπο που θωρείς, ανέβα πέτρα, πέτρα, σε κάθε πέτρα που πατάς, κι έναν αγώνα μέτρα”.
Και τότε μόνο θα νιώσουμε, τι σημαίνουν οι τοποθεσίες: Στου Καλατζή την τρύπα, “Μοσκοχώραφα”, “Ρεβατσά”, “Όξω Μαδάρα”, “Νερατζόπορτα”, “Πριναρές” και “Χαμηλοτζόπορτα”.
– Αγιερηνιώτικο φαράγγι και Μαύρη Κοιμητέ, κι άλλα αμέτρητα!
Τότες μόνο θα ξεδιανερίσουνε, σαν τους Σφακιανούς τσι Δροσουλίτες π’ ανηφορίζουν τη Μαδάρα, τους Μάρτυρες και τους Ήρωες αυτού του τόπου.
Θ’ αναντρανίζουνε τα μάθια μας, όθεν τ’ Αγερηνιώτικο αρματολίκι και στου Φυγού και θα θωρούμε τον Μαραγκογιάννη και τον Πενταρομαθιό να μάχουνται γενναία!
Θα θωρούμε Πρωτοπαπάδες και Μπασιάδες, Κουμήδες, Ντιγριντήδες, Ξανιγήδες και Μαρκουλήδες, να πρωτοπορούν στ’ αντροπαλέματα, κι αντίπερα: Τσούνους και Τσούκους, Φεϋζήδες και Βεργέρηδες, “τέρατα ανθρωπόμορφα”, να φεύγουνε κυνηγημένοι ανελέητα, από τον τόπο μας!
Θα στηλώνουμε τα μάθια μας, στο στρατί απού τ’ Αλωνάκι ως τις Κεχρές και θα διανερίζουμε άντρες και γενιές, αθάνατα καντούνια του τόπου, ν’ αναρριζώνουν για τον Ομαλό…
Γιωργιάκους και Κουλουρίδηδες, Παπαδονικολέδες και Κρομμυδήδες, Φιώτηδες και Μπογιατζήδες, Καλατζήδες και Παπαγιαννάκηδες…
Κι από την αντίπερα πλευρά του κάμπου να ξεχωρίζει του Κρηταγενή Δία η μορφή, του Χ. Μιχάλη Γιάνναρη, μ’ ούλη την ηρωική ακολουθία του ν’ αναριζώνει τη στράτα τω Μουσούρω, να φτάνει στο Χώνο και στον άι- Παντελεήμονα, γιατ’ ώρα είναι να γενεί το προσκλητήριο της τιμής και της μνήμης! Κι εμείς:
ώρα είναι να ψιθυρίσουμε το ριζίτικο:
“… Χριστέ κι είντα γινήκασι του κόσμου οι γι’ αντρειωμένοι μουδέ στσι μέσες φαίνονται μουδέ στσ’ αναμεσάδες κάτω στην άκρη τ’ ουρανού, στην τέλειωση του κόσμου, σιδερόπυργο χτίζουνε…”
και να πούνε τη μαντινάδα:
“Στση Κρήτης τα ψηλά βουνά, μνημόσυνο θα κάμω, ν’ αναστηθούν οι Ήρωες, που πέσαν εδώ πάνω”.
Αλλά και να κλείσουμε με τούτο το δανεικό στιχάκι, απού ταιριάζει και στην περίπτωση μας. Λέει λοιπός:
“… Όλα μπορούν οι ρήτορες, κι οι ποιητές να ειπούνε, στον κόσμο όσα γίνηκαν και μέλλουν να γενούνε! Μα πάλι κι όλα αν τα πουν, ο κόσμος να τα μάθει, των Κρητικών θα μένουνε, αστόρητα τα πάθη…
… Και κάθε Κρητικού γενιάν και κάθε μια φαμίλια, μπορεί να καμ’ ένα χαρτί, που να ‘χει φύλλα χίλια…”
Ας ευχηθούμε, να βρεθεί ο σύγχρονος ιστορικός της ηρωικής επαρχίας μας, του Σελίνου, της αθάνατης Κρήτης! Και να παίζει τούτον τον άθλο, τούτο το χρέος!
(Ομιλία στις γιορτές Ομαλού, 8-6-1985)

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες