Στην έγκριτη και έγκυρη εφηµερίδα «Χανιώτικα Νέα» (4 Ιουνίου 2026, σελ. 4-5) είδαµε µια «ακτινογραφία» της ενδοοικογενεικής βίας στην Κρήτη για το 2025, µε στοιχεία που επιβεβαιώνουν κατά πολύ τις προσεγγίσεις µας στα θέµατα αυτά. Συνέπειες αυτής της κατάστασης είναι τα αλλεπάλληλα περιστατικά σκληρότητας, εντός κι εκτός σχολικών µονάδων, τα οποία προβληµατίζουν γονείς, εκπαιδευτικούς και ειδικούς (βλ. εισαγγελείς ανηλίκων), εξαιτίας της ωµότητας των επιθέσεων, χωρίς να µπορεί να κλείσει ο αιµατηρός κύκλος της βίας. Το παρακάτω κείµενο αποτελεί µια συνέχεια ενός γενικότερου προβληµατισµού γύρω από το θέµα της βίας, το οποίο επισκιάζεται το τελευταίο διάστηµα από συγκλονιστικά εγκλήµατα στο Νησί µας, που ξεπερνούν κάθε όριο ανάλυσης δεδοµένων ή θεραπείας τους.
Ζούµε σε µια εποχή όπου η βία δεν εµφανίζεται απαραίτητα µε την πρωτογενή, ωµή της µορφή. Πρόκειται συχνά για µια «ποιοτική βία», πιο ύπουλη και πιο καθηµερινή, η οποία εκδηλώνεται µέσα από την αδιαφορία, την έλλειψη ενσυναίσθησης και την απουσία ουσιαστικής επικοινωνίας.
Το ζήτηµα των δυσκολιών που αντιµετωπίζουν οι γονείς µε τα παιδιά τους δεν αποτελεί µια ιδιωτική υπόθεση που περιορίζεται εντός των τοίχων ενός σπιτιού. Αντίθετα, είναι ένα βαθιά κοινωνικό πρόβληµα, που αντανακλά τις αξίες, τις προτεραιότητες και τα ελλείµµατα της ίδιας της κοινωνίας µας. Ο θυµός γίνεται κυρίαρχο συναίσθηµα, ενώ η ενσυναίσθηση, ως έκφραση ευαισθησίας και ουσιαστικής σύνδεσης, µοιάζει να εκλείπει από την κοινωνική ζωή.
Την ίδια στιγµή, το εκπαιδευτικό σύστηµα παραµένει προσανατολισµένο κυρίως στην εκπαίδευση της «ύλης», παραµελώντας την ουσιαστική εκπαίδευση της «άυλης παιδείας», η οποία αποσκοπεί στον σεβασµό, τη συνύπαρξη και συνεργασία, την καλλιέργεια ευθύνης. Έτσι, δηµιουργούνται πολίτες µε χαµηλή κριτική σκέψη και περιορισµένη ικανότητα κατανόησης του συν(µ)-πολίτη. Το ζητούµενο δεν είναι να επιρρίψουµε ευθύνες, αλλά να αναγνωρίσουµε την πραγµατικότητα ότι τα παιδιά δεν είναι το πρόβληµα. Είναι το σύµπτωµα. Κι αυτό οι ψυχολόγοι πρέπει να το έχουν ήδη αντιληφθεί και να εξετάζουν ισότιµα όλα τα περιστατικά στο σχολικό περιβάλλον.
Ένα ακόµη ανησυχητικό φαινόµενο είναι η πρόωρη σεξουαλικοποίηση των ανηλίκων, ιδιαίτερα των κοριτσιών, µέσα από τα Μέσα Κοινωνικής ∆ικτύωσης και τα κυρίαρχα πρότυπα της εποχής. Έρευνες της American Psychological Association έχουν δείξει ότι η έκθεση σε σεξουαλικοποιηµένα πρότυπα από µικρή ηλικία συνδέεται µε χαµηλή αυτοεκτίµηση, σύγχυση σχετικά µε την ταυτότητα και αυξηµένη πιθανότητα εµπλοκής σε επικίνδυνες συµπεριφορές. Παιδιά που δεν γνωρίζουν το σώµα τους, που δεν έχουν κατανοήσει τι σηµαίνει σεβασµός και συναίνεση, µπαίνουν σε ρόλους που δεν τους ανήκουν. ∆εν πρόκειται για «ωρίµανση», αλλά για απώλεια της παιδικότητας χωρίς την απαραίτητη προστασία.
Η οικογένεια, που παραδοσιακά αποτελούσε χώρο ασφάλειας και συναισθηµατικής ισορροπίας, δοκιµάζεται βαθιά. Όπως αναφέρει η Έκθεση του Παρατηρητηρίου για τη Βία κατά των Γυναικών στην Κρήτη, η βία αυτή µεταφέρεται ως «τρόπος µίµησης» στα παιδιά. Σε αρκετές περιπτώσεις η ενδοοικογενεική βία µε θύµατα ως επί το πλείστον γυναίκες και παιδιά, δηµιουργούν ένα περιβάλλον ανασφάλειας. Αυτή η µορφή βίας αποκρύπτεται, δικαιολογείται ή αποσιωπάται, και, δυστυχώς, τα έµφυλα στερεότυπα επηρεάζουν την ορατότητα ή την αορατότητα των θυµάτων, οδηγώντας στην κανονικοποίηση της βίας.
Τα παιδιά µιµούνται τις συµπεριφορές των µεγάλων και ένα παιδί που µεγαλώνει σε ένα περιβάλλον συγκρούσεων και βίας είναι πιθανότερο να αναπαράγει ανάλογες αντιδράσεις –τις περισσότερες φορές απέναντι στην µητέρα. Όταν η οικογένεια χάνει τον ρόλο της ως σταθερό πλαίσιο αναφοράς, τότε τα παιδιά αναζητούν όρια και ταυτότητα µε λανθασµένους και συχνά επικίνδυνους τρόπους.
Το παιδί µεγαλώνει σε ένα περιβάλλον φόβου και ανασφάλειας. Και ο θυµός που δεν εκφράζεται, βρίσκει αλλού διέξοδο. Η απουσία ορίων δηµιουργεί σύγχυση. Παιδιά που δεν µαθαίνουν να διαχειρίζονται την µαταίωση και την αποτυχία δυσκολεύονται αργότερα να συνυπάρξουν, να συνεργαστούν και να αναλάβουν ευθύνες. Η σηµερινή γενιά µεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου η έκθεση στη βία είναι συνεχής, γεγονός που συµβάλλει στην εξοικείωση µε επιθετικές συµπεριφορές.
Κάθε φορά που ένα περιστατικό βίας ανηλίκων ή µη ανηλίκων έρχεται στο φως, η δηµόσια συζήτηση ανάβει για λίγο και ύστερα σβήνει. Μέχρι το επόµενο έγκληµα. Κι όµως, το πρόβληµα δεν είναι στιγµιαίο. Είναι βαθύτερο και, κυρίως, δικό µας. Η βία δεν σοκάρει όσο παλιά. Έγινε viral! Προβάλλεται, αναπαράγεται, συζητιέται χωρίς πάντα να αµφισβητείται. Όταν αυτή η πραγµατικότητα συναντά την απουσία ορίων, το αποτέλεσµα δεν είναι απλώς σύγχυση αλλά η εκτροπή. Ακόµη πιο ανησυχητικό είναι το πόσο εύκολα υποτιµούµε το πρόβληµα. Πόσες φορές δεν ακούµε το «έλα µωρέ, παιδιά είναι»; Μόνο που αυτά τα «παιδιά» γίνονται έφηβοι χωρίς όρια, χωρίς αυτοέλεγχο, χωρίς επίγνωση των συνεπειών. Και τότε, είναι ήδη αργά για εύκολες διορθώσεις.
Το ερώτηµα, λοιπόν, δεν είναι τι κάνουν τα παιδιά. Το ερώτηµα είναι τι κάνουν οι γονείς που αγνοούν, οι εκπαιδευτικοί που εξαντλούνται, η κοινωνία που παρακολουθεί χωρίς να παρεµβαίνει, ενώ γνωρίζει τι πρέπει να κάνει- συµβάλλοντας και µε τη δική της ενοχή στο έγκληµα. Αν δεν επαναφέρουµε τα όρια, αν δεν δώσουµε στα παιδιά σταθερότητα και καθοδήγηση, τότε δεν πρέπει να µας εκπλήσσει η σηµερινή κατάσταση.
Τα παιδιά δεν χρειάζονται περισσότερη ανοχή. Χρειάζονται περισσότερη ευθύνη από εµάς. Η κοινωνία µας από «γενεοκεντρική» πρέπει να γίνει «παιδοκεντρική». Γιατί χωρίς όρια, δεν υπάρχει ελευθερία. Υπάρχει µόνο χάος.
Ακούµε θαυµάσιες οµιλίες ειδικών, µε υπέροχες προτάσεις και συστάσεις που δεν αγγίζουν καθόλου το πρόβληµα. Γιατί δεν υπάρχει αποτελεσµατική λύση για τη σηµερινή γενιά, αλλά υπάρχει ελπίδα για αυτή που έρχεται, αν ακολουθήσουµε σωστά τις οδηγίες από το νηπιαγωγείο (Βλ. σχετικό κείµενο του Γιώργου Πευκιανάκη, Νηπιαγωγείο το σπουδαιότερο σχολείο, Χανιώτικα Νέα, 8 Μαΐου 2026, σελ. 23). Εδώ αναδεικνύεται η ανάγκη για συνεκπαίδευση των γονέων -κι αυτό θεωρείται δυστυχώς ελάττωµα για πολλούς πατεράδες που δεν το κάνουν- και όχι µόνον, µια διαδικασία που θα επιτρέψει να κατανοήσουµε καλύτερα τον ρόλο µας και τις ανάγκες των παιδιών.
Το ερώτηµα «γιατί» δεν έχει µία απάντηση. Ίσως όµως η πιο ουσιαστική κατεύθυνση δεν είναι η κατηγορία, αλλά η επαναφορά βασικών αρχών: όρια µε αγάπη, καλλιέργεια ενσυναίσθησης και µια οικογένεια που δεν λειτουργεί ως καθρέφτης του εγώ, αλλά ως χώρος σχέσης, ακόµη κι εάν οι γονείς βρίσκονται στο διαζύγιο. ∆εν «σκοτώσαµε» τα παιδιά µας µε την κυριολεκτική έννοια. Τα ακυρώσαµε όµως µε έναν πιο ύπουλο τρόπο, τα µεγαλώσαµε χωρίς στοχοθεσία, χωρίς όρια, χωρίς πραγµατική επαφή µε την ευθύνη. Πρέπει όµως να γνωρίζουν ότι τα παιδιά είναι πάντα µε τον θύτη και όχι µε το θύµα (µητέρα) και οι πράξεις τους αποτελούν πράξεις επιβίωσης και προβολής.
Το ερώτηµα «γιατί» δεν είναι αθώο. Είναι καθρέφτης της κοινωνίας. Και η απάντηση είναι άβολη: γιατί έτσι µάθαµε, έτσι βολευτήκαµε και έτσι συνεχίζουµε.
Το αν θα αλλάξει, δεν είναι θέµα θεωρίας. Είναι θέµα αν κάποιος είναι διατεθειµένος να πει «όχι» εκεί που µέχρι τώρα έλεγε «ναι». ∆εν µεγαλώνουµε παιδιά. Κατασκευάζουµε εύθραυστους ενήλικες. Μιλάµε διαρκώς για αγάπη, αλλά αυτό που εφαρµόζουµε είναι µια µορφή συναισθηµατικής υπερπροστασίας που στραγγαλίζει την ανάπτυξη.
Αλλά χωρίς σύγκρουση, δεν υπάρχει ωρίµανση. Χωρίς µαταίωση, δεν υπάρχει αντοχή. Χωρίς όρια, δεν υπάρχει σχέση, αλλά µόνο εγώ. Και τότε η οικογένεια παύει να είναι χώρος διαµόρφωσης ανθρώπων. Γίνεται µηχανισµός αναπαραγωγής ανωριµότητας. Το «γιατί», λοιπόν, είναι απλό και ενοχλητικό, αλλά αυτό µας βολεύει. Είναι πιο εύκολο να είσαι αρεστός γονιός παρά υπεύθυνος. Πιο εύκολο να δίνεις παρά να οριοθετείς. Πιο εύκολο να αποφεύγεις τη σύγκρουση παρά να τη χρησιµοποιείς για να χτίσεις χαρακτήρα. Το δύσκολο δεν είναι να αγαπήσεις ένα παιδί. Το δύσκολο είναι να το µεγαλώσεις. Κι αυτό δεν είναι θέµα εικόνας (το τι θα πουν οι άλλοι), αλλά το τι επιλέγουµε να είµαστε εµείς (η ταυτότητά µας). Η κοινωνία νοσεί… χρειάζεται θεραπεία γιατί διαφορετικά το χάος θα αυξάνεται πολύ επικίνδυνα!
*Ο ∆ρ Κωνσταντίνος Β. Ζορµπάς είναι Γενικός ∆ιευθυντής της Ορθοδόξου Ακαδηµίας Κρήτης.


