ΣΤΗΝ εποχή µας τα πάντα καταρρέουν: από το κλίµα µέχρι την περίπου “ειρηνική” περίοδο (1989-2025). Βασικές αρχές διακρατικών και διεθνών σχέσεων διαβρώνονται από έναν απρόβλεπτο, αντιφατικό “πλανητάρχη” -ωµό εκπρόσωπο του “American Greed”. Σ’ ένα ολοένα και πιο δυστοπικό περιβάλλον, πόσο άραγε µετράει ο ιδιωτικός χρόνος, η ανεξαρτησία και η ίδια η ζωή µας;
ΟΙ ΑΛΛΟΤΕ κοινά αποδεκτές χρονικές υποδιαιρέσεις της καθηµερινότητας (οκτάωρα), δεν ισχύουν πια· καταργήθηκαν βίαια από τις πολυπαραγοντικές κρίσεις που µας πλήττουν από τις αρχές του αιώνα. Σήµερα, ακόµη κι ο π ο λ ι τ ι κ ό ς χρόνος τείνει να ρυθµίζεται από τις ορέξεις του Mr Chaos: όλες οι ενέργειες του Τραµπ συµπυκνώνονται στο όραµα του “Make Again Great America”: Για οποιοδήποτε τόπο, οποιαδήποτε ώρα, µε οποιοδήποτε κόστος!
…Ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ, βέβαια, αποτελεί προσωπική εµπειρία του καθενός. Για τον βαριά ασθενούντα τα δευτερόλεπτα είναι α ι ώ ν ε ς· στον ερωτευµένο οι ώ ρ ε ς φαίνονται σ τ ι γ µ έ ς· στις αίθουσες αναµονής σταθµών και νοσοκοµείων, τα λεπτά είναι α τ έ λ ε ι ω τ α, ενώ στη διπλωµατία η ροή του χρόνου είναι τ α χ ύ τ α τ η.
ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, χρονικές διακυµάνσεις δεν υπάρχουν. Κι ο χρόνος, ένα ποτάµι που κυλάει ασταµάτητα από το παρόν προς το µέλλον, δεν νοιάζεται για ανθρώπινα γεγονότα και φθορές ουράνιων ή επίγειων πλασµάτων. Ρέει σαν το νερό και φεύγει γοργά µέσα από τα δάκτυλά µας, δίχως να µπορούµε να τον ιδιοποιηθούµε. Κι ας βαυκαλιζόµαστε µε τον Εκκλησιαστή, για το “καιρός παντί πράγµατι”: το τ ώ ρ α δεν είναι σταθερό, αφού αµέσως γίνεται παρελθόν ή µέλλον. Τα πάντα “εν τόπω και χρόνω” είναι κίνηση και µόνο η δική µας µαταιοδοξία προσπαθεί να τα ακινητοποιήσει στη µνήµη, σε κάποια έργα ή λόγια.
ΠΑΡΑ τη λαµαρτίνεια επίκληση “Χρόνε, σταµάτα το πέταγµά σου…”(*), η κάθε στιγµή µεταβάλλεται σε π ρ ι ν, ή µ ε τ ά… Είµαστε όντα φευγαλέα, “συνοδοιπόροι” ενός φτιαχτού χρόνου που όµως δεν φυλακίζεται σε ανθρώπινα καλούπια, ώστε να αντιστρέψουµε την αναπόδραστη φθορά µας. Μόδιστροι φεύγουν, µόδες αλλάζουν… Όσα make-up, botox, body building, καλυντικές κρέµες, ρετουσαρίσµατα, ρούχα του συρµού κι αν αλλάξουµε, ο χρόνος τα “ξεβάφει” όλα αποκαλύπτοντας ποιοι πραγµατικά είµαστε: πεπερασµένα όντα που άλµατα µεγαλύτερα από τη φθορά τους δεν µπορούν να κάνουν!
ΤΑ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΑ είναι η πιο εύγλωττη εικόνα της ανθρώπινης φθοράς που ο χρόνος επιφέρει: οι τάφοι δεν αποτελούν, άραγε, µια αέναη έ κ θ ε σ η του αναπόφευκτου τέλους µας; ∆εν είναι µια εσαεί υπενθύµιση της θνητότητας της ύπαρξής µας; Η Ιστορία, τα γεγονότα, οι νεκροί παραµένουν φευγαλέες στιγµές, ενώ και η λεγόµενη υ σ τ ε ρ ο φ η µ ί α είναι µια φαινάκη. Ξαναθυµόµαστε την ωραία Χανιώτισσα παιδίατρο Παρή Χιωτάκη, που, σε µια από τις φιλικές επισκέψεις της, φιλοσοφώντας είπε:
“Και τί είναι το όνοµα, η υστεροφηµία;
περιγελάστρα είν’ αχώ εις τα νεκροταφεία!”
Έτσι, ανθρώπινοι χρόνοι, τόποι, ηγεσίες, νίκες, πολιτισµοί, πρόσωπα, Ιστορία, όλα υπόκεινται στο νόµο της αφάνειας.
Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΘΟΡΑ είναι συνυφασµένη µε την η λ ι κ ί α: άλλη µια συµβατική επώδυνη διαίρεση του χρόνου, που σχολιάζεται σε τόπους συνάντησής µας µε τους άλλους: “Μα, πώς πέρασαν τα χρόνια…!”, “Εσύ δεν γέρασες καθόλου…!”, “Είσαι, όπως σε πρωτογνώρισα…!” Λέµε τα κατά συνθήκην ψεύδη µας, κοινά σε όλους τους λαούς! Η δε αµφισβήτηση της ηλικίας και µάλιστα από εµάς τους ίδιους, τί άλλο αποδεικνύει παρά το φόβο του τ έ λ ο υ ς που έρχεται; Συντάσσουµε εργο-βιογραφίες φιλοδοξώντας πως ο χρόνος θα σεβαστεί το έ ρ γ ο µας! Όµως, η ανάµνησή που αφήνουµε, αν κάτι αφήνουµε πίσω µας, είναι µόνο η δηµιουργικότητα κι ο καλός µας λόγος.
Η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι ότι, όσο πλησιάζουµε χρονικά στο κατώφλι της “στενής πύλης…” (Ματθ., ζ’ 13-14, Λουκ., ιγ’ 23-24), ολοένα και περισσότερο επιστρέφουµε σε ένα παρελθόν -όπως το έχει πλάσει πια η επιλεκτική µνήµη µας. Ένα άλµπουµ µε παλιές ασπρόµαυρες φωτογραφίες, µερικά βίντεο, βραβεία καδραρισµένα, Ηµερολόγια, ερωτικά γράµµατα, όλα αυτά δεν αποτελούν µια ακόµη απέλπιδα προσπάθεια α ν α β ί ω σ η ς µιας ζωής που έφυγε; Στα άλµπουµ φυλάµε µερικές δεκαετίες, σ’ ένα συρτάρι κρατάµε σχέδια που δεν πραγµατοποιήσαµε (χωρίς γι αυτό να φταίει ο χρόνος)· όλα, πραγµατοποιηµένα ή απραγµατοποίητα, σκεπάζονται από τον κονιορτό του χρόνου και τη σ ι ω π ή του.
ΚΑΙ ΛΕΣ, βλέποντας παλιές φωτογραφίες: έζησα εγώ αυτή τη ζωή ή µήπως κάποιος άλλος; Και οι φίλοι, οι “συµποσιασιστές” της ασπρόµαυρης νιότης µας, τί να απόγιναν; Πάλι λές: κι εκείνα τα λαµπρά χαµόγελα αισιοδοξίας, που φαίνονται κολληµένα στα πρόσωπά µας, θα ξανάρθουν να “ξαναφτιάξουν” τις ρηµαγµένες ζωές µας; Εχει τη δύναµη η τεχνητή νοηµοσύνη να ανασυστήσει το παρελθόν, όπως µε περιττό θράσσος το βλέπουµε στα tik-tok; Αναµφίβολα, µπαίνουµε σε µια ψευδεπίγραφη “πραγµατικότητα” που δίνει µια αίσθηση αντιστροφής του χρόνου. Αλλά, κάτι τέτοιο, δεν θα µας οδηγήσει σε ένα ανακάτωµα της έννοιας χ ρ ό ν ο ς; Όλα, δεν θα είναι µια αποχαυνωτική α π ά τ η;
ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ πως οι παραπάνω προβληµατισµοί οφείλουν να µας οδηγήσουν στο να µη µετράµε τόσο το υπόλοιπο του χρόνου µας, όσο να σκεπτόµαστε τον τρόπο µε τον οποίο θα τελειώσουµε. Οι στωικοί µάς προσγειώνουν υποστηρίζοντας πως δεν είµαστε η Αιωνιότητα, αλλά απλά ανθρώπινα όντα· ένα µέρος ενός συνόλου, όπως η ώρα είναι µέρος της ηµέρας. Ερχόµαστε, όπως έρχεται η ώρα, και φεύγουµε, όπως φεύγει η ώρα… Βέβαια, η ζωή είναι ωραία, µε ή χωρίς τον ανθρώπινο χρόνο. Κι όπως τη θέλει ο εθνικός µας ποιητής, “και µε τα χίλια βάσανα, πάλι η ζωή γλυκιά’ ναι”· αρκεί φυσικά να τη ζήσουµε γουλιά γουλιά απολαµβάνοντάς την µέχρι τέλος. (23-1-26)
(*) Alphonse de Lamartine, Γάλλος πολιτικός και ροµαντικός ποιητής (1790-1869), στο ποίηµα “Le Lac” (“Η λίµνη” (1820): “∆ίπλωσε, Χρόνε, δίπλωσε τ’ ακούραστα φτερά σου,
ώρες γλυκιές, µην τρέχετε, σταθείτε µια στιγµή,
κι εσύ µη φεύγεις, νύχτα µου, µε την αστροφεγγιά σου·
τώρα που ζευγαρώσαµε είν’ εύµορφη η ζωή”. (µεταφρ. Αριστ. Βαλαωρίτη)


