Ένα σύνθηµα και µια προτροπή που ακούγεται τα τελευταία χρόνια είναι «επιστροφή στην παράδοση». Αυτό φανερώνει έναν προβληµατισµό κάθε σκεπτόµενου ανθρώπου σχετικά µε ποιο τρόπο η παράδοση θα συµβάλλει στην προκοπή µας ως άτοµα και ως κοινωνία.
Η λέξη παράδοση είναι παράγωγο ουσιαστικό του ρήµατος «παραδίδωµι» που σηµαίνει δίνω στα χέρια κάποιου, εµπιστεύοµαι κάτι σε κάποιον. Είναι δηλαδή η παράδοση µια διαδικασία, µια µεταβίβαση – συνήθως προφορική – µε την οποία µεταφέρονται από τη µια γενιά στην άλλη ήθη, έθιµα, γνώσεις ή δοξασίες και έτσι διαιωνίζονται. Οι πολιτιστικές αξίες του παρελθόντος, που έδωσαν το ιδιαίτερο χρώµα, που διαµόρφωσαν τα διακριτικά στοιχεία του ελληνικού λαού αποτελούν την ελληνική παράδοση. Οι αξίες αυτές εξακολουθούν και σήµερα να αρδεύουν τον πολιτιστικό µας χώρο και να προσθέτουν στο παρόν στοιχεία από τις εθνικές µας ρίζες.
Όµως παράδοση δε σηµαίνει οπισθοδρόµηση, ούτε αποσυνδέεται από την πρόοδο, αλλά εξελίσσεται, βιώνοντας τις τρεις διαστάσεις του χρόνου ( παρελθόν – παρόν – µέλλον ) και συνδέεται µε την έννοια της συνέχειας των στοιχείων εκείνων που έχουν τη δυνατότητα να επιζήσουν..
Η ελληνική παράδοση είναι τα λαϊκά δηµιουργήµατα που τα ονοµάζουµε λαϊκό πολιτισµό, όπως τα ήθη και έθιµα, δηµοτικά τραγούδια, παραµύθια, παραδόσεις, διάφορα κτίσµατα, η γλώσσα, το ντύσιµο, οι θρησκευτικές παραδόσεις, αλλά κι ό,τι επιβίωσε από παλιότερες εποχές και συνθέτει το νεοελληνικό ήθος και ύφος ζωής, τον τρόπο που αντιµετωπίζει τη ζωή και τον κόσµο ο νεοέλληνας, όπως η περηφάνεια, η αγωνιστικότητα, η αγάπη για την ελευθερία κ.τ.λ..
Ποια η παράδοση στην Κρήτη τις τελευταίες δεκαετίες; και ιδιαίτερα στη ∆υτική. Πώς κτίσθηκε µια αντίληψη όλως άσχετη µε τον πολιτισµό και την ιστορία µας.; Τί είναι αυτό το φαινόµενο µε τους µαυροπουκαµισάδες σαν µόδα; Οι παρέες µε τις λεγόµενες κούπες. Οι εµφανίσεις όλως ξένες προς την οµορφιά και την τέχνη… τραγούδια κάποιων που εξυµνούν την οπλοκατοχή, στίχοι για αντίσταση στον καθωσπρεπισµό και την εξουσία. Έτσι µέσα σ’αυτούς τους στίχους και τα τραγούδια δεν διακρίνεις πια όχι την περηφάνεια της ρίζας αλλά το εύκολο µπράβο της επίδειξης ,την µαταιοδοξία του κατ’αρχάς κενού και κατ’επέκταση του επικίνδυνου εγωϊσµού. Επιβλήθηκε ταυτόχρονα – από µια ασήµαντη µειοψηφία- µια σιωπηρή ανοχή και ανοµολόγητος φόβος « µε τσι κουζουλούς µη τα βάζεις». Ταυτίστηκε η λεβεντιά µε το όπλο και ξεχάστηκε ο περήφανος λόγος που καµαρώνει ο γνήσιος Κρητικός. Λεβεντιά δεν είναι η απειλή είναι η αξιοπρέπεια, δεν είναι ο φόβος είναι το φώς και αυτό το φως της αγάπης και της σοφίας έρχεται πριν από τον Βιτσέντζο Κορνάρο, µε µαντινάδες, γεννά τα ριζίτικα, φθάνει στον Βενιζέλο τον Καζα ντζάκη τον Θεοδωράκη και ακόµη στον Ειρηναίο.
Μεµονωµένα περιστατικά ολοφάνερης βαρβαρότητας και χυδαιότητας δεν συµβαίνουν µόνο στην Κρήτη-∆υστυχώς το ότι η Κρήτη ξεχωρίζει προβάλλεται και περισσότερο-Είναι η κορυφή ενός παγόβουνου που απειλεί την συνοχή της κοινωνίας. Όταν η αστυνοµία- ευνουχηµένη από την πολιτεία- έχει ενηµερωθεί και δεν λαµβάνει µέτρα για να αποτρέψει σκηνές τρόµου, όταν πολιτικοί παράγοντες, κάθε βαθµίδας, σιωπούν ή καλύπτουν παραβατικές συµπεριφορές για ψηφοθηρικούς λόγους, όταν η κοινωνία παρακολουθεί βουβή, τότε η ανοχή µετατρέπεται σε συνενοχή.
Η Κρήτη έχει γύρω στα χίλια χωριά – για πόσα χωριά – περιοχές γίνεται περισσότερο λόγος; γιατί στην Ανατολική Κρήτη έχοµε µια άλλη κουλτούρα; αν και ακόµη και εκεί έχει εισδύσει ο φόβος από την ασυδοσία και την παραβατική συµπεριφορά κάποιων επιλεκτικά ή µε ανοχή προστατευοµένων.
Στη Κίσσαµο πολλοί διερωτώνται πόσο µοιάζει η σηµερινή κοινωνία µε εκείνη του 1960 -90 και πόσο αρνητικά επιδρά ένας νεοπλουτισµός µε άλλαγή συµπεριφοράς;
Η οπλοκατοχή που γενικεύθηκε από παράνοµο εµπόριο στις µέρες µας σε αρκετές περιοχές στην Κρήτη, δεν είναι ένα ζήτηµα ασφάλειας. Είναι ένα βαθιά ριζωµένο κοινωνικό πρόβληµα που συνδέεται µε την αντίληψη της κακώς νοούµενης «τιµής» και «ανδρείας». Γιατί, όταν η τιµή µετατρέπεται σε αφορµή για φόνο, όταν η ανδρεία γίνεται άλλοθι για βία, τότε µιλάµε για µια κοινωνική παθογένεια που πρέπει να αντιµετωπιστεί µε θάρρος και αποφασιστικότητα. Οι βεντέτες δεν είναι ροµαντικές ιστορίες. Είναι κύκλοι αίµατος που διαιωνίζονται από γενιά σε γενιά, αφήνοντας πίσω τους νεκρούς, φόβο και διχασµό. Και όσο το κράτος αδρανεί, όσο η κοινωνία σιωπά, τόσο το πρόβληµα γιγαντώνεται.
Πέρα του ξεκαθαρίσµατος λογαριασµών, τον φόνο εκ προµελέτης που γενικά έχει γενικευθεί και περισσότερο από την Κρήτη και στην άλλη Ελλάδα, εµείς εξακολουθούµε να σκοτωνόµαστε µεταξύ µας από άσκοπους πυροβολισµούς και να µεταρέποµε γάµους και πανηγύρια την εποµένη σε κηδείες;
Οι παλαιότεροι οι µέχρι το 1980 χρήστες των όπλων, ως προεχόµενοι από την πείρα του πολέµου και σεβασµό διέθεταν και εµπειρία για λελογισµένοι χρήση. οι επόµενοι άκαπνοι και άπειροι έγιναν επικίνδυνοι ψευτοεπιδειξίες.
Τώρα συνειρµικά υπενθυµίζοµε: Στις 27 Νοεµβρίου 1990, στο Πανεπιστήµιο Κρήτης (Τµήµα Φυσικής) στο Ηράκλειο, ένας µεταπτυχιακός φοιτητής πυροβόλησε και σκότωσε δύο καθηγητές -τον Βασίλης Ξανθόπουλο (ηλικίας – 39) και τον Στέφανο Πνευµατικό (ηλικίας -33. Χρόνια µετά – ως αναφέρεται στις ειδήσεις-,τον Νοέµβριο του 2004 ο τότε υπουργός ∆ηµόσιας Τάξης Γ. Βουλγαράκης ανέλαβε πρωτοβουλία για την αντιµετώπιση της παράνοµης οπλοφορίας στην Κρήτη και κάλεσε επιφανείς Κρητικούς να αναλάβουν ρόλο σε κίνηµα πολιτών. Στις 21/7/2005 οργανώθηκε εκδήλωση στα Ανώγεια όπου υπεγράφη «∆ιακήρυξη κατά της οπλοκατοχής και της οπλοχρησίας» µε πρωτοβουλία της Επιτροπής υπό τον Μ. Θεοδωράκη. Γιώργος Βουλγαράκης – τότε Υπουργός ∆ηµόσιας Τάξης (πρωτοβουλία του υπουργείου) Άλλα ονόµατα της πνευµατικής/πολιτιστικής ζωής που αναφέρονται στις λίστες/συναντήσεις: Γ. Γραµµατικάκης, Ι. Καρυστιάνη, Ν. Κούνδουρος (και άλλα τοπικά/πανελλήνια πρόσωπα – οι πλήρεις καταλόγοι εµφανίζονται σε ανακοινώσεις του Υπουργείου).
Κύριες ενέργειες της Επιτροπής θα ήταν
∆ιοργάνωση δηµόσιων συναντήσεων και περιοδειών σε πόλεις/χωριά της Κρήτης για ευαισθητοποίηση.
Προσπάθεια σύνδεσης των τοπικών εθίµων µε σεβασµό αλλά και µε περιορισµούς ώστε να µειωθούν οι άσκοποι πυροβολισµοί και τα περιστατικά βίας.
Η θεσµική συνέχεια: Σύµφωνα µε δηµοσιογραφικές αναλύσεις και µαρτυρίες συµµετεχόντων (πολλοί από τους οποίους µετά αναγνώρισαν ότι η πρωτοβουλία ήταν «δονκιχωτική») καταγράφουν ότι λείψανε συγκεκριµένα, διαρκή µέτρα από την πλευρά του κράτους που να υλοποιούν τα αιτήµατα της επιτροπής.
∆εκαετίες µετά όλα δείχνουν το χειρότερο Η ανοχή και η σιωπή είναι συνενοχή. Η κοινωνία πρέπει να µιλήσει. Το κράτος πρέπει να δράσει. Και οι πολίτες να απαιτήσουν: Όχι άλλες ψευτοµαγκιές, που οδηγούν σε έγκληµα. Πίσω από κάθε έγκληµα υπάρχει ένα πλέγµα συνενοχής: πολιτευτές κάθε βαθµίδας που χαϊδεύουν αυτιά για ψήφους, νταήδες που χτίζουν στρατούς υποστηρικτών, µια κοινωνία που σιωπά κι ένα κράτος που κλείνει τα µάτια γιατί το βολεύει. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ – άλλη κορφή του παγόβουνου- νέα Ευρωπαϊκή ξεφτίλα- είναι ένα αλλά όχι µόνο διαχρονικό µέσον παράνοµου πλουτισµού «έξυπνων» σαλτιµπάγκων. Είναι στρατευµένοι λεχρίτες, που όµως είναι αναγκαίοι για πλειοψηφία αιρετών κάθε εξουσίας.
Ευτυχώς κάθε φορά οι αρµόδιοι σπεύδουν «επί τόπου» και
τα µέτρα ήδη έχουν ανακοινωθεί: Ενίσχυση της ΕΛ.ΑΣ. µε ειδικούς φρουρούς και περισσότερες περιπολίες, επιχειρήσεις για κατασχέσεις όπλων και έλεγχοι σε κοινωνικές εκδηλώσεις, πρόθεση αυστηροποίησης ποινών για άσκοπους πυροβολισµούς, συνεργασία µε τοπικούς φορείς για ενηµέρωση και πρόληψη, µπορεί να ακούγονται σωστά, όµως, η πραγµατικότητα δείχνει ότι τα µέτρα είναι πυροσβεστικά και όχι συστηµατικά. Οι εξαγγελίες του Υπουργού καλούνται να εφαρµοσθούν από αστυνοµικούς που υπηρετούν στον τόπο τους και όπου διαπλέκονται µε πολιτικούς, σόγια, κουµπαριές και κάθε κερδοφόρα δραστηριότητα.
Εν πάση περιπτώσει υπενθυµίζοµε πάντα, Όταν µεταξύ παράδοσης και δηµιουργίας, συντηρητικότητας και προοδευτικότητας βρεθεί ισορροπία, τότε επέρχεται σταθερότητα, γιατί τότε το παρελθόν επιδρά δηµιουργικά στο παρόν. Και η ισορροπία επιτυγχάνεται, όχι µε αντιγραφή των παλιών τρόπων, αλλά µε δραστηριοποίηση των στοιχείων εκείνων που βοηθούν στην αντιµετώπιση των νέων µορφών της ζωής. Ο νεοέλληνας και όχι µόνο ο κρητικός έχει χρέος να αποκαταστήσει την επαφή του µε τις πηγές της νεοελληνικής πνευµατικότητας και τις ηθικές αξίες της νέας ελληνικής ζωής.
Το να καλλιεργήσουµε την εθνική µας προσωπικότητα δε σηµαίνει όµως ότι θα αρνηθούµε ή θα περιφρονήσουµε τις προσωπικότητες άλλων εθνών. Όλα τα έθνη έχουν κάτι να προσφέρουν στον πολιτισµό. Αλλά και κανένα δεν µπορεί να υπάρξει κλεισµένο στον εαυτό του – εκατοµµύρια παραθεριστών και διαµενόντων. Η αλληλεξάρτηση των λαών εντείνεται κι έτσι αυξάνεται η ανάγκη ειρηνικής συµβίωσης και συνεργασίας τους. Εξάλλου η εθνική µας παράδοση µε τα δυο µεγάλα ρεύµατά της, τον ανθρωπισµό και το χριστιανισµό, µας κατευθύνει στο ιδανικό της πανανθρώπινης αδελφοσύνης.
*Ο Γιώργος Πευκιανάκης
είναι φιλόλογος π. λυκειάρχης.


