Παρασκευή, 5 Μαρτίου, 2021

Πάνος Κορνάρος: «Η πορεία προς την Αθανασία»

Ο Παναγιώτης (Πάνος) Κορνάρος (1908 – 1944) γεννήθηκε στο Σφακοπηγάδι Κισάμου και ήταν ο πρωτότοκος από 5 αδέρφια. Έμαθε τα πρώτα του γράμματα στο δημοτικό σχολείο του χωριού του και ήταν άριστος μαθητής.
Το σχολικό έτος 1919-20 εγγράφεται στο Γυμνάσιο Χανίων δίπλα στη δημοτική αγορά. Μετά τις δύο πρώτες τάξεις, το σχολικό έτος 1921-22 ο γυμνασιάρχης του 2ου Γυμνασίου Χανίων  Εμμ. Γενεράλις τον παίρνει μαζί του στο γυμνάσιο, που μόλις πριν ένα χρόνο είχε ιδρυθεί παίρνοντας μαθητές από το σχολείο της Αγοράς, και όπως γράφει ο Εμμ. Κριαράς μαθητής και αυτός του ίδιου σχολείου: «[…] Εγκαταλείπαμε ευπρεπές γυμνασιακό κτίριο και “μετακομίζαμε” σε άθλιο παλαιό τουρκικό σχολικό κτίριο στη συνοικία Καστέλι των Χανιών […]». Ο Γενεράλις φαίνεται να είχε συγκεντρώσει τον «αφρό» της μαθητιώσας νεολαίας της εποχής. Το καλοκαίρι του 1925 αποφοιτά αριστούχος και εγγράφεται στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σύμφωνα με μαρτυρία του αδερφού του, στη διάρκεια των σπουδών του ήταν αριστούχος φοιτητής και παρότι ήταν πρώτος στη σχολή του δεν του δόθηκε υποτροφία διότι ανέπτυσσε έντονη φοιτητική συνδικαλιστική δράση.
Τον Ιούλη του 1929 από την κυβέρνηση Βενιζέλου ψηφίζεται ο νόμος «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών» το περίφημο «Ιδιώνυμο» (ΦΕΚ 245, τεύχος πρώτον 25/7/1929), που έστειλε στις φυλακές και τις εξορίες χιλιάδες αγωνιστές, είτε ήταν  κομμουνιστές είτε όχι. H ψήφιση του «Ιδιώνυμου» και τα χρονίζοντα φοιτητικά αιτήματα, οδηγούν στο τέλος Νοεμβρίου του 1929 στη μεγάλη φοιτητική απεργία με διαδηλώσεις και σκηνές βίαιης καταστολής, όπου 32 φοιτητές καταδικάζονται όλοι ως πρωταίτιοι και κλείνονται στις φυλακές. Ο Κορνάρος που συμμετείχε στις κινητοποιήσεις  αποβλήθηκε από όλα τα Πανεπιστήμια της Ελλάδας, μαζί  με τους συμπατριώτες και συμφοιτητές του, Γιώργη Τσιτήλο και Γιώργη Πετράκη. Στρατεύτηκε αμέσως και υπηρέτησε στο 14ο Σύνταγμα στα Χανιά. Το 1931, ο πρωτομάρτυρας της Αντίστασης Βαγγέλης Κτιστάκης επιστρέφει στα Χανιά, από τις σπουδές του στη Γερμανία με διδακτορικό κι έχοντας γνωρίσει το μαρξισμό, στρατεύεται και υπηρετεί στην 5η Μεραρχία. Στο στρατό συνδέθηκε με τους διανοούμενους κομμουνιστές Πάνο Κορνάρο και Γιώργο Τσιτήλο. Μετά το τέλος της στρατιωτικής τους θητείας οι παραπάνω δημιούργησαν μια ομάδα κάτω από την καθοδήγηση του Βαγγέλη Κτιστάκη στην οποία προστέθηκαν οι διαλεχτοί σύντροφοί τους ο γεωπόνος Νίκος Μαριακάκης, ο Θρασύβουλος Καλαφατάκης, ο Γιώργης Πετράκης, ο Μανώλης Πισαδάκης και άλλοι που έβαλαν τα θεμέλια των οργανώσεων και  ανέλαβαν την ανάπτυξη της οργάνωσης και της πολιτικής δράσης του ΚΚΕ στο νομό Χανίων. Την περίοδο αυτή έγινε μέλος του συλλόγου φιλολόγων Ν. Χανίων. Το επόμενο διάστημα ξαναγύρισε στην Αθήνα και ανέλαβε αρχισυντάκτης στο Ριζοσπάστη. Στις βουλευτικές εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 ήταν υποψήφιος βουλευτής του Παλλαϊκού Μετώπου (ΚΚΕ) στο νομό Χανίων.
Στις 4 Αυγούστου 1936 επιβάλλεται από την ελληνική και ξένη ολιγαρχία η μοναρχοφασιστική δικτατορία του Γεωργίου Γλύξμπουργκ και του Ιωάννη Μεταξά, εξαπολύοντας άγριο διωγμό όχι μόνο στους κομμουνιστές αλλά ενάντια και σε άλλους δημοκράτες. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας αστυνομικοί πραγματοποίησαν έφοδο στα γραφεία και τα τυπογραφεία των εφημερίδων. Στόχος τους να σταματήσουν τη διαδικασία έκδοσης των φύλλων της επόμενης μέρας. Σε λίγο ένας πολύπλοκος μηχανισμός θα αναλάμβανε τη προβολή του καθεστώτος.
Ο “Ριζοσπάστης” ήταν η μόνη εφημερίδα που διέκοψε την κυκλοφορία της με την κήρυξη της δικτατορίας. Ο Κορνάρος συνελήφθη και εξορίστηκε στο κάτεργο της  Ακροναυπλίας έως την κήρυξη του πολέμου. Τότε οι δεσμώτες ζήτησαν να πάνε στο Μέτωπο να πολεμησουν τους φασίστες επιδρομείς και να υπερασπιστούν την πατρίδα. Το καθεστώς τους αρνείται και όταν η χώρα υποδουλώνεται η προδοτική «κυβέρνηση» τους παραδίδει στους κατακτητές. Το Σεπτέμβρη του 1942 ο Κορνάρος μαζί με άλλους συντρόφους του μεταφέρθηκε στις φυλακές της Λάρισας. Όλα αυτά τα χρόνια ζώντας τη σκληρή και απερίγραπτη ζωή στα μπουντρούμια της φυλακής, επικοινωνεί με την οικογένειά του, με τ’ αδέλφια του και την αγαπημένη του, με γράμματα και επιστολικά δελτάρια από τα οποία ελάχιστα έχουν διασωθεί. Ένα μικρό δείγμα: «ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑΙ ΦΥΛΑΚΑΙ ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑΣ, 15-4-37, Αγαπητέ μου αδελφέ Νικόλα […] Εμείς εδώ είμαστε 150 περίπου άνθρωποι, εκτοπισμένοι όλοι με αποφάσεις των επιτροπών δημοσίας ασφαλείας. Για συσσίτιο μας παραχωρεί το κράτος ένα δεκάδραχμο στον καθένα και ζούμε μ’ αυτό μαγειρεύοντας από κοινού. Στην αρχή είμαστε 12 Κρητικοί αλλά αμνηστεύθηκαν οι 6 και μείναμε οι υπόλοιποι. […] Το μόνο που επιθυμώ είναι να με θυμάστε καμιά φορά και να μου γράφετε τι γίνεστε. Με αγάπη ο αδελφός σου Π. Κορνάρος». Ένα χρόνο αργότερα από τη Λάρισα μεταφέρονται στο Χαϊδάρι.
Στις 27 Απριλίου του 1944 ο ΕΛΑΣ στην Λακωνία σκοτώνει τον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή Πελοποννήσου, στρατηγό Φράντς Κρεχ και τρεις άνδρες της συνοδείας του. Σε αντίποινα ο στρατός κατοχής αποφάσισε την εκτέλεση 200 κομμουνιστών. Έτσι από το Χαϊδάρι επιλέχθηκαν οι δεσμώτες της Ακροναυπλίας και οι εξόριστοι της Ανάφης. Ανάμεσά τους και Κρητικοί αγωνιστές όπως ο Ναπολέων Σουκατζίδης από το Αρκαλοχώρι Ηρακλείου και οι Χανιώτες Πάνος Κορνάρος, Νίκος Μαριακάκης από τα Χανιά και Θρασύβουλος Καλαφατάκης από τον Πλατανιά. Την Πρωτομαγιά του ’44 και καθώς το δρεπάνι του χάρου τους ακουμπά αυτοί τραγουδούν, αποχαιρετούν τους συντρόφους τους και ο Κορνάρος, ίδιος σταυραϊτός, έσυρε πρώτος το χορό στον πεντοζάλη που χόρεψαν οι μελλοθάνατοι πριν την εκτέλεσή τους. Ο Γερμανός στρατοπεδάρχης σαστίζει, δεν πιστεύει στα μάτια του και ρωτά τι κάνουν. Ανεβάζουν τους ήρωες στα φορτηγά και τους μεταφέρουν στην Καισαριανή. Εκεί στο σκοπευτήριο ο μαντρότοιχος βάφτηκε κόκκινος κι οι μάρτυρες πέρασαν στην αθανασία.

ΣΤΟ ΦΩΣ 92 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
Το κείμενο του 16χρονου Πάνου Κορνάρου που ακολουθεί και το οποίο ανασύραμε 92 χρόνια μετά, είναι το δεύτερο που δημοσίευσε το Δεκέμβρη του 1924 στο 7ο τεύχος του περιοδικού «Αυγερινός» στο οποίο εισηγητής επί της ύλης δηλ. υπεύθυνος ήταν ο τελειόφοιτος μαθητής  Μανώλης Κριαράς. Τα χρόνια εκείνα του Μεσοπολέμου με τον ταραγμένο κοινωνικό και πολιτικό βίο (εθνικός διχασμός, Μικρασιατική καταστροφή, προσφυγικό πρόβλημα), αρκετοί νέοι των Χανίων, που αργότερα εξελίχθηκαν σε σημαντικές προσωπικότητες  της πνευματικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής , όπως ο Μανώλης Κριαράς, ο Στέλιος Καψωμένος, ο Βαγγέλης Κτιστάκης, ο Νίκος Τωμαδάκης, ο Γιώργος Σπυριδάκης, ο Μανώλης Σκουλούδης, ο Μιχάλης Ράπτης κ.ά. αντιδρώντας στο τέλμα της εποχής με πνευματικές αναζητήσεις, φιλολογικές και κοινωνικές συζητήσεις, ομιλίες και δράσεις,  συγκροτούν ομάδες και ιδρύουν συλλόγους όπως τον «Κρητικό Φιλολογικό Σύλλογο» και τον «Σύνδεσμο των Καλών Τεχνών εν Κρήτη» και εκδίδουν φιλολογικά περιοδικά όπως τις «Λογοτεχνικές Σελίδες», τον «Αυγερινό» και τον «Ερωτόκριτο».  Σε αυτή την πνευματική κυψέλη φαίνεται ότι συμμετέχει ενεργά ο Πάνος Κορνάρος.
Το παρακάτω κείμενο του Κορνάρου αποτελεί το πρώτο μέρος μιας περιγραφής που  ο 13χρονος Παναγιώτης είναι «ταμένος» να πάει στου «νηστησμάρχη»  τ’ Άι Γιαννιού του Ριγολόγου στο Γκιώνα. Μένουμε με μια γλυκιά γεύση της θαυμάσιας περιγραφής, της πορείας που γίνεται από το Σφακοπηγάδι ως την «εκκλησία της χάρης του…». Τη συνέχεια και το δεύτερο μέρος δε θα τη μάθουμε ποτέ διότι δε δημοσιεύτηκε στα επόμενα τεύχη του περιοδικού. Στο αρχικό κείμενο η μόνη παρέμβαση που έγινε ήταν η μετατροπή του στο μονοτονικό.

Π. ΚΟΡΝΑΡΟΥ  ΣΤΟΝ ΓΚΙΩΝΑ
Στσι 29 τ’ Αυγούστου
Έρχεται ο ρίγος με τσι γυιούς του.
Είναι οι τελευταίες του Αυγούστου, του μήνα των ετήσιων ανέμων, που τους λένε οι χωρικοί με ένα ιδιαίτερο όνομα δρίμες (1). Προ πολλού έχει γυρίσει κάθε χωρικός από το πανηγύρι της Χρουσοσκαλίτισσας και τώρα πάλι τον βλέπομε να ετοιμάζεται για κάποιο άλλο πανηγύρι, πιο ωραίο ως φαίνεται, αλλά πιο επικίνδυνο, όχι για τον δρόμο, αλλά για το κρύο, που πιάνει τη νύχτα.
– Ετοιμάζομαι συντέκνισσα, για τον Γκιώνα με τον άντρα μου. Είμαστε ταμένοι από πρόπερσυ που μας έπιασε ρίγος.
– Άϊ καλό ταξίδι λοιπόν και βοήθειά σας η χάρη του Αγίου Ιωάννου. Και πότε θα ξεκινήσετε;
– Αύριο το πρωί αν θέλη ο θεός.
Δυό γειτόνισσαι κάνουν αυτήν την κουβέντα στο σπίτι της μιας απέξω. Θεοσεβούμενες κυράδες χωρικές. Αγνές ψυχές και αφιερωμένες στο Θεό. Μόλις αρρωστήσουν πρώτα θα ζητήσουν τη θεία χάρη κι έπειτα την ανθρώπινη.
Κατά τας ημέρας αυτάς του ριγολόγου, πραγματικώς πολλαί αρρώστειαι.  στην αρχή – αρχή ένα φοβερό κρύο διαπερνά τα μέλη σου, τα δόντια σου παίζουν αληθινό πεντοζάλι και, μ’ όλα τα ρούχα που σου ρίχνουν επάνω, εσύ τουρτουρίζεις άγρια. Ξάφνου θα σε γυρίσει σε μια ζέστη φοβερή, που θα ανάβουν τα ρούχα σου. Εις το φοβερό αυτό φτάξιμο, όλες οι παθούσες τάσσονται εις τον Γκιώνα για να γιάνουν και γιαίνουν γιατί έχουν πίστη. Ξέρουν την ρήσην του Χριστού: Η πίστις σου σέσωκέ σε.
Μαζί με τους πάμπολλους ταμένους ήμουνα ένας και εγώ και θα πήγαινα στην εκκλησία της χάρης Του για πρώτη φορά. Ήμουνα 13 χρονών. Τα θυμάμαι τα πράγματα θαυμάσια με το τάλαντο της παιδικής μνήμης, που ως γνωστόν εντυπώνεται και στην πλιο ελάχιστη λεπτομέρεια. Τίποτα δεν ετοίμασα, επειδή θα πήγαινα με τους συγγενείς της μαμάς μου: τον αδελφό της με τη γυναίκα του την αδελφή της και μια της ξαδέλφη.
Άκουσα θρυλούμενα πολλά για τον Γκιώνα: θαύματα, σημεία, γλέντια και μου φαινότανε σαν ένα πράγμα υπερφυσικό, σα ένα παραμύθι. Αληθινά λαχτάρησα με καρδιοχτύπι να πάω και τώρα που μου είπαν πως «εφέτο θα πας» το καρδιοχτύπι μου αυτό γίνηκε ανυπομονησία και υπερηφάνια, την οποία έδειχνα στα άλλα παιδιά του χωριού που δεν είχαν την τύχην να πάνε.
Είναι πράγματι ή μάλλον θεωρείται εις τις καρδιές των μικρών παιδιών κατόρθωμα μεγάλο, το να γίνη ότι η αγαθή ψυχή των ποθεί …
Μα οι μεγάλοι, δυστυχώς, αναίσθητοι και λησμονούντες εις παιδικές καρδιαναβρυσμένες θελήσεις και πόθους, μένουν απαθείς και αδιάφοροι εις τα φλογερά πολλάκις δάκρυα των παιδιών, έχοντες υπ’ όψιν μόνον το πόσο πάει η λίρα. Και τα δυστυχισμένα πλασματάκια του Θεού μένουν απαρηγόρητα, αισθανόμενα προς στιγμήν μίσος προς τους γονείς των και απέχθειαν προς τον κόσμον. Η ψυχολογία όμως διδάσκει ότι πρέπει με κάθε τρόπο να εκπληρώνωνται αι θελήσεις των παίδων προς καλαισθητικωτέραν διάπλασιν της καρδιάς.
Μόλις αι πρώται αχτίδες του ήλιου χρωμάτιζαν το ανατολικό μέρος τριανταφυλλί, ίδιο ροδοπέταλο χαράς, και αι κορυφές των βουνών εχρύσιζαν απαλά και κυανούν εις τας κοιλάδας θάμπος εκυμάτιζε, μόλις τέλος τα ιερά πτηνά του Άρεως εδιαλαλούσαν βροντολάλητα την εμφάνισιν της Ηούς, της πρωινής αφροκρινοπρόσωπης νεράιδας, ξεκινούσαμε κι εμείς μαζί με τον ήλιο παραβγαίνοντας στο τρέξιμο «στο ποιος θα πρωτοπάη στη φωλίτσα του».
Είναι δε η ώρα αυτή μεθυστική και αμύθητη. Τα σταφύλια στ’ αμπέλια μαύρα και άσπρα βρεγμένα μ’ ένα λεπτό δροσιστικό ράντισμα είναι κρύα σα νάταν σε πάγο και σταμπελόφυλλα διακρίνονται  σταλαματιές σα μαργαριτάρια δρόσου. Τα πουλάκια ξυπνάν ταίρι – ταίρι παιζογελούν και αλαφροπετούν από κλαδί σε κοτρώνι και ψάλλουν άσμα αυγερινό, που υμνεί της φύσης την καλλονή. Τα δέντρα ευχαριστημένα για την ανάπαξη τη νυχτερινή αναμένουν χωρίς ανατριχίλα το φοβερό της ημέρας λιοπύρι. Κάπου βλέπομε το νιο αντρόγυνο νυχτοξυπνημένο να οδηγή τα πρόβατα δροσερά και ωραία στην πρωινή βοσκή. Πέρασαν τη νύχτα τους σε γλυκειά αγκαλειά και με το πρώτο του πετεινού λάλημα έτοιμοι στο πόδι αποδέχονται τα αβρά της αυγής κάλλη. Ζηλεύουν τον Άρη που κυνηγάει την Αφροδίτη στον ουρανό και γι’ αυτό βγαίνουν να τους δουν και να καυχηθούν όπως η καλλίπαις Νιόβη, ότι είναι και από αυτούς καλύτεροι… Και βέβαια είναι ζωντανό ζευγάρι!
Τον δρόμο μας στόλιζαν από εδώ κι απ’ εκεί πότε βάτοι και πλάτανοι, πότε κισσοί σε ξένα αναστυλώματα δεμένοι, πότε πικροδάφνες και νεράκι, πότε πάλι ξεροί αμπουράνοι (2) δροσουλιασμένοι. Να ξάφνου μια δάφνη! Μου θυμίζει την ωραία κοπέλα, που κυνηγούσε ο Παν. Πόσο ωραία η ελληνική συνδιαστική φαντασία! Πόση καλαισθητική ψυχή! Δεν άφηκαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι ούτε νεράκι που μορμύρει (3), ούτε βράχο που στέκει στο ξάγναντο, που φυλλοχλωρεί χαρούμενα ή στέκει αμίλητο, νεκρό, δεν άφηκαν κύμα που παφλάζει και να μην του πλέξουν μιαν ιστορία, που να μην το περιβάλλουν με βύσσον (4) και πορφύραν. Στην περπατηξιά μας ταλαργινά κοντεύουν, τα κοντινά αλαργεύουν, ο δρόμος φεύγει πίσω μας και μεις αφήνομεν πλια τα χωράφια του χωριού και πηαίνομεν στο άλλο χωριό. Τέλος φτάνομεν στα ωραία Νοπήγεια όπου θα συναντούσαμεν τον πεθερόν του θείου μου.
Προς στιγμήν έγεινε συμβούλιο. Οι ρήτορες ωμίλησαν με θαυμασίαν δεινότητα και διπλωματίαν και τελευταία βγήκε απόφαση να κατεβώ εγώ ως την παραλία, να περιμένω κάμποση ώρα τον πεθερό του θείου μου, να του πω πως αυτοί πάνε από τον αμαξιτόν και να καταλήξω εις το συμπέρασμα, ότι πρέπει να πάμε εμείς από το βοβά (5) και να τους ανταμώσουμε στα Ροδοπού.
Εκάθισα στην παραλία κάπου μισή ώρα περιμένοντάς τον και κατά το διάστημα αυτό περιήλθα σε μια ρέμβη βαθειά και καλή βλέποντας τον οίνοπα πόντον, που λέει ο Όμηρος, λουόμενος από την πρωινήν θαλασσίαν αύραν και αγναντεύοντας βαθειά στο ανοιχτό πέλαγος.
Γυρίζω προς δυσμάς και σαν χρυσά τα βουνά χρωματίζονται από τον ήλιο, που έρχεται από της καλίτσας του φρεσκολουσμένος, καλοπεριποιημένος, νυχταγκαλιασμένος και δίδει ζωή στην κοιμούμενη φύση.
Σε μια στιγμή η χρυσή και ζωογόνος ακτίνα του πέφτει στην αεικίνητη θάλασσα και τα νερά της θαλάσσης γίνονται ξάφνου άστρο λαμπερό από το αντιφέγγισμα του και τα πάντα καθρεφτίζονται μέσα.  βουνάκια, δέντρα, βράχοι και άνθρωποι ακόμα. Visus immortalis et adimirabilis erat (6). Να και ο αναμενόμενος Μεσίας.
– Καλημέρα Πανάγο.
– Καλή σας ημέρα συμπέθερε.
– Πούν’ οι άλλοι;
– Πάνε από τον αμαξιτό μέσα.
– Εμπρός πάμε και μεις.
Ήταν καβαλάρης εις ένα μουλαράκι ανεμοκυκλοπόδικο σταλήθεια και είχε και φορτωμένα διάφορα πράγματα: φαγιά, κρασί, σκεπάσματα και άχυρα με ταή για το κτήμα του.
Χωρίς πλεια να γνοιαστή για με «δίδει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα πέντε». Πιάστονε αν μπορείς κ. υποφαινόμενε με τα 13 σου χρονάκια!!
Εις ένα σπίτι στα Ροδοπού, που χρησιμεύει και σαν κατάστημα υφασμάτων και ψιλικών και σαν καφενείο και σαν μπακάλικο, σε δυό τραπέζια κολλητά τόνα με τάλλο μια παρέα ανθρώπων κάθεται και τρώει το μεσημεριάτικο φαγητό της.
Ψάρια εληές σε χαρτιά λαδωμένα, τυρί, κρέας βραστό, ψωμί διαφόρου προελεύσεως και ότι βάλει ο νους και πει το χείλι σου, κρασί, νερό έχουσι απλωθή. Λαίμαργα τρώνε όλοι, προφανώς ταξιδιώται και κουρασμένοι.
Ξάφνου βλέπουμε δυό ανθρώπους.  ένα με βράκες Κρητικιές κι ένα παιδί με κοντά πανταλόνια, με παπούτσια με κάλτσες να μπαίνουν μέσα αποσταμένοι και σουρούδι από ίδρωτα.
– Ορίστε, ορίστε, προτείνουν οι δαιτυμόνες.
– Τώρα κι εφτάξαμε.
Ήμουν εγώ κι ο συμπέθερος και εφτάναμε εκεί μουσκεμένοι, σκονισμένοι, κουρασμένοι, λαχανιασμένοι, μαυρισμένοι από την πείνα και λαχταρισμένοι από νερό. Καθίσαμε στο τραπέζι τους και φάγαμε άγρια, αλλά εγώ επέστησα την προσοχή μου στα καρπούζια, που εν αφθονία ήταν κομμένα εις την μεσημεριανήν τράπεζαν. Αληθινή πανωλεθρία εγένετο.
– Ανέ σου γουστάρη, τρώγε!
– Έ! τι διάβολο μα που κοιλιά…
Δίπλα μας ηκούσθη ο διάλογος:
– Μπούγιουρουμ;
– Μερσί, μερσί.
Τι διάλο φαντάζομαι είναι εδώ; Λέσχη διεθνής;
Περπατούσαμε ώρες από τον ατέλειωτο ουρανώδη θόλο, κάτω απ’ τις ολέθριες αχτίνες του Αυγουστιάτικου ηλίου, σε καντηρήνια φτιασμένα εν καιρώ Τουρκοκρατίας, επάνω σε βουνά, που προχωρώντας στη θάλασσα σχηματίζουνε το ακρωτήρι Σπάθα, μα που να φτάξωμε στην εκκλησία της χάρης του…
Ο Άγιος αυτός πούχει κάμει τόσα και τόσα θαύματα διά μέσου των αιώνων, δεν θα μας άφηνε και μας αβοήθητους, και στα κρύα του λουτρού. Μπροστά μας τώρα ανοίγεται ένα χάος, μια βαθειά κοιλάδα εις την οποίαν υπάρχει η εκκλησία.
[έχει συνέχεια]
*Ο Γιώργος Πιτσιτάκης
είναι δάσκαλος – Ιστορικός ερευνητής

Σημειώσεις:
(1) Δρίμες: Σύμφωνα με την παράδοση, τις πρώτες 6 ή 12 ημέρες του Aυγούστου, έρχονται τα ξωτικά, οι δρίμες, και οι μέρες θεωρούνται αποφράδες κατά τις οποίες οι άνθρωποι αποφεύγουν κάθε δραστηριότητα. Γι’ αυτό ο Αυγουστος λέγεται και  Δριμάρης.
(2) Αμπούρανος: ποώδες, μονοετές φυτό με αγκαθωτά φύλλα που έχει ύψος περί τα 15 – 20 cm. Το άνθος του στις αποχρώσεις του ροζ και ο καρπός του μερικά σπόρια κοκκινωπά. Ιδιαίτερα νόστιμο έδεσμα για τις κατσίκες  κι όλα τα βοοειδή. Σήμερα, δύσκολα συναντιέται.
(3) κελαρύζω (για νερά που ρέουν).
(4) Βύσσος ή «μετάξι της θάλασσας». Φτιάχνεται από ένα υγρό που εκκρίνει το όστρακο «πίνα».
(5) Η λέξη «βοβά» φαίνεται ακατανόητη. Πιθανόν να είναι τοπωνύμιο. Σήμερα πάντως υπάρχει τοπωνύμιο με το όνομα Ρουβά(ς) που είναι στην περιοχή Πλακαλώνων προς Νοπήγεια.
(6) Η φράση στα ελληνικά λέει, περίπου, το εξής: “Το θέαμα ήταν αθάνατο και θαυμάσιο”.

ΠΗΓΕΣ – ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
• Εμμ. Κριαράς, Μακράς ζωής αγωνίσματα, έκδ. Οι φίλοι του περιοδικού «ΑΝΤΙ», Αθήνα 2009.
• Αυγερινός, Δεκαπενθήμερο περιοδικό, εκδίδεται από τον Κρητικό Φιλολογικό Σύλλογο, έτος Α΄, τχ. 7, 1 Δεκεμβρίου 1924, εισηγητής επί της ύλης: Μαν. Κριαράς.
• Γράμματα και επιστολικό δελτάριο (1937 – 1942) του Π. Κορνάρου από τους τόπους εκτόπισης.
• Σύντομη βιογραφία του Π. Κορνάρου από την Κ. Ο. Χανίων του ΚΚΕ.
• Άλκης Ρήγος, Ελληνικό πανεπιστήμιο και φοιτητικό κίνημα, τόμος 2ος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2016.
• Γιώργος Αγοραστάκης, Ρίζες της Αριστεράς στα Χανιά, 1988 (εξαντλημένο).
• Kώστας Θεριανός – Eλένη Zούζουλα (επιμέλεια), Δημήτρης Γληνός:  Ο αγωνιστής δάσκαλος, ο ριζοσπάστης παιδαγωγός, Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, τεύχ. 60-61.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες