«Μια λέξις πρωτάκουστος ενεφανίσθη εις την Ελληνικήν γλώσσαν ο Αντικρητισµός. Πολιτευταί της Κρήτης, ανεξαρτήτως κοµµατικών φρονιµάτων, την εξακοντίζουν κατά της Ελληνικής Κυβερνήσεως. […] ∆ιότι θα ήταν τροµακτικόν να παραδεχθώµεν ότι µια κυβέρνησις Ελληνική κάµνει σήµερον πολιτικήν αντικρητικήν, δια να κάµει αύριον αντιπελοποννησιακήν, αντισαµικήν, ή αντιοχιώτικην. […] Η σηµερινή Κυβέρνησις δεν εθεώρησε εξ αρχής την Κρήτην ως τη µάλλον συµπαθή Ελληνική χώραν. Η ιδέα ότι είναι πατρίς του Βενιζέλου και ότι αποµένει κατά την µεγαλειτέραν της πλειονοψηφίαν πιστή εις τον µεγαλόν της πολίτην ήσαν στοιχεία ικανά να την καθιστούν όχι υπερβαλλόντως ευάρεστον» (1).
Τούτα γράφονται µεταξύ πολλών άλλων στα 1921 στην εφηµερίδα Εστία. Το 1920 το Κόµµα Φιλελευθέρων ηττήθηκε στις εκλογές και ο Βενιζέλος αυτοεξορίζεται στο Παρίσι. Είµαστε σε περίοδο εθνικού διχασµού ,όπου τα πάθη και τα µίση είναι σε όξυνση, και ένα χρόνο πριν τη Μικρασιατική καταστροφή.
Εκτός της πολιτικής διαφωνίας µεταξύ των δύο πολιτειακών παραγόντων ( Βασιλιάς Κων/νος – Ελ. Βενιζέλος) ο ∆ιχασµός είχε οικονοµικές ακόµη και τοπικιστικές προεκτάσεις. Το παραπάνω κείµενο είναι ένα δείγµα για το χαρακτήρα που είχε πάρει η αντιπαράθεση των δύο παρατάξεων.

Η αντιβενιζελική κυβέρνηση δέχεται τις διαµαρτυρίες πολιτικών του νησιού για παραγκωνισµό της Κρήτης και αδιαφορία για τα προβλήµατα της. Ο λόγος θεωρείται η υποστήριξη που δίνουν – κατά πλειοψηφία – οι Κρήτες στον Βενιζέλο.
Ο Βενιζέλος προσπαθούσε κατά την διάρκεια του εθνικού σχίσµατος να επανδρώσει µονάδες πεζικού ώστε η χώρα να συµµετάσχει στον α΄παγκόσµιο πόλεµο.
Η κυβέρνηση της Εθνικής Άµυνας (1916) είχε υπό την δικαιοδοσία της την Μακεδονία, τα νησιά του Β.Α Αιγαίου και την Κρήτη. Έτσι συγκροτήθηκαν οι Μεραρχίες Σερρών, Αρχιπελάγους και Κρήτης, οποίες πολέµησαν στη µάχη του Σκρά (1918) υπερασπιζόµενες το µακεδονικό έδαφος που απειλούνταν από βουλγάρικες µονάδες.
Οι φιλοβασιλικοί που επί το πλείστον βρίσκονταν στην Παλαιά Ελλάδα, δεν είχαν διάθεση να υπακούσουν στη βρετανόφιλη κυβέρνηση του Βενιζέλου και στασίαζαν ή λιποτακτούσαν.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός που παραθέτει ο ακαδηµαϊκός Γ. Μαυρογορδάτος που συνέβη στην πόλη της Λαµίας : «Στις 26 Ιανουαρίου, 30 από τους στασιαστές της Λαµίας ενώθηκαν µε πάνω από 100 Επιστράτους, κατέλαβαν αµαξοστοιχία και έδωσαν µάχη στη Θήβα µε τάγµα Κρητών. […] Άλλοι λιποτάκτες σε σύµπραξη µε Επιστράτους οργάνωσαν ένοπλη αντίσταση στο Μαρτίνο, στην Αταλάντη και προπάντος στη ∆αυλεία, όπου στις 29 Ιανουαρίου σκότωσαν πέντε Κρητικούς χωροφύλακες. Σκοτώθηκε και ένας Επίστρατος. Επιδείχθηκε “εξαιρετική αγριότητα” κατά τον φόνο των χωροφυλάκων. Παραπέµφθηκαν στο έκτακτο στρατοδικείο ακόµη και γυναίκες µε την κατηγορία ότι “αποτελείωσαν θηριωδώς διά λίθων τραυµατισµένους στρατιώτας” (3).
Ο αντιβενιζελικός και σπουδαίος Γυµνασιάρχης Εµµ. Γενεράλης εκ Ρεθύµνου, σηµειώνει θέλοντας να εξηγήσει το µένος κατά των Κρητικών : «Και κατά την δυστυχίαν τα όργανα της τροµοκρατήσεως γενικώς σχεδόν Κρήτες. Παγκρητισµός εις όλας τας υπηρεσίας είναι κυριολεξία. Και τούτο δεν υπήρξεν οφέλιµον. Τουναντίον δε ολεθριώτατον, διότι έκτοτε ως είναι φυσικώς επόµενον και δικαιολογηµένον, δεν έβλεπον οι της άλλης Ελλάδος Έλληνες µε ευµενείας, ανοχής µάλλον, βλέµµα τους Κρήτας. Ως δηλαδή και κατά την ελληνικήν επανάστασιν του 1821 συνέβαινεν εις την Πελοπόννησον, όπου οι εκ Κρήτης περάσαντες εις τον Μορέαν Κρητικοί ήσαν η µάστιξ των εγχωρίων. Το αρξάµενον από τότε µίσος υπάρχει ακόµη, καίτοι προσπάθεια γίνεται να µη εκδηλώνεται και να µειούται οσηµέραι».
Τα αποτέλεσµατα της εµφύλιας διαφωνίας είναι γνωστά, όπως και η δικαίωση του Ελ. Βενιζέλου, πρωτίστως για την άµυνα των βορείων περιοχών που είναι τα σηµερινά σύνορα µας.
Στα χρόνια της επανάστασης του 1821
Προ του εθνικού διχασµού υπήρξαν και άλλες περιπτώσεις στοχοποιήσης κατοίκων της Κρήτης. Στα χρόνια της Ελληνικής επανάστασης του 1821 πολλοί Κρήτες κατέφυγαν στα νησιά των Κυκλάδων και την Πελοπόννησο για να αποφύγουν τα τουρκικά αντίποινα.
Το πρώτο µεγάλο κύµα προσφύγων από την Κρήτη συνέβη το 1824. Σηµειώνει ο Ν. Ανδριώτης: «Η στάση των γηγενών δεν ήταν πάντα ευµενής προς τους Κρήτες πρόσφυγες, αφού, όπως οι ίδιοι λένε, ηµιθανείς διώκονται από τα κτήµατα των εντοπίων, ή διότι δεν τους πληρώνουν στο ενοίκιο ή διότι είναι εις αυτήν την οικτράν κατάστασιν. Καθώς αρκετοί Κρήτες ήταν ένοπλοι, δεν έλειψαν διενέξεις µε τους γηγενείς κατοίκους της Αργολίδας, προκαλώντας την παρέµβαση του επάρχου. Οι κακές συνθήκες διαβίωσης, η µεγάλη ένδεια και οι ασθένειές που έπληξαν τους Κρήτες πρόσφυγες στην Πελοπόννησο είχαν ως συνέπεια την αύξηση της θνησιµότητας ανάµεσα τους» (2α).
Όσο αναφορά για την περίπτωση των Κυκλάδων «η παραµονή τους στην Τήνο, τη Μύκονο και τη Σύρο δεν φαίνεται να προκάλεσε προβλήµατα σε αντίθεση µε ό,τι συνέβη στη Νάξο, την Πάρο, τη Σίφνο, τη Μήλο και την Ίο. Για τα τελευταία αυτά νησιά υπάρχουν αναφορές ότι οπλοφόροι Κρήτες επέφεραν την αναρχίαν, σε ορισµένα µάλιστα από αυτά αι τοπικαί αρχαί είχον καταλυθή υπ αυτών. Γι΄αυτό η κυβέρνηση έστειλε τον Κων/νο Μεταξά µε στρατιωτική δύναµη και τα πλοία του Άγγλου φιλέλληνα Περάρ και του Υδραίου Κυπαρίσση, οι οποίοι ανέλαβαν να διώχνουν από τα νησιά τους ταραξίες Κρήτες» (2β).
«Σε καταγγελία τους προ τη διοίκηση οι δηµογέροντες της Νάξου χαρακτήριζαν τους Κρήτες “ άπληστους και βάρβαρους”, θεωρώντας ακόµη ότι είναι «δόλιοι, κακεντρεχείς και φαυλόβιοι» (2γ).
Σε απάντηση αυτών των καταγγελιών και µετά από µία απόφαση η οποία θα θεωρεί τους Κρήτες πειρατές και θα βυθίζει τα πλοία τους ή θα τους εξαναγκάζουν σε µεταφορά σε άλλο µέρος ή πίσω στην Κρήτη, οι πρόσφυγες γράφουν «στους παραστάτες της Νάξου παραπονούµενοι ότι άρχισαν οι χωριανοί να εξυβρίζουν όποια γυναίκα πατριώτισσαν µας ή παιδί ήθελε εύρουν να περιπατή εις τα χωράφια των διά να συνάξη ολίγα χόρτα να φάγουν φωνάζοντες να φεύγουν, να φεύγουν πλια οι βρωµοκρητικοί, οι σκυλοκρητικοί, όλοι από τον τόπον µας, διότι µας αφάνησαν, ουδέ εις τους δρόµους, αν ήθελον απαντήσουν κανέναν ή καµµίαν, δεν δεχόταν καν τον χαιρετισµόν τους. Τόσον µίσος έχουν εις όλους, ωσάν να είµεθα Τούρκοι ή Εβραίοι» (2δ).
Υπάρχουν και άλλες τέτοιες αναφορές από εκείνη την περίοδο και από άλλα νησιά. Οι πρόσφυγες της Κρήτης στην προσπάθεια επιβίωσης κρατούσαν –ορισµένοι- µαζί τους όπλα.
Είµαστε σε µια χρονική περίοδο (19ος αιώνας) που το ελληνικό κράτος αρχίζει δειλά-δειλά να οικοδοµείται αλλά και σε εποχές που το αίσθηµα κοινωνικής ανασφάλειας είναι έντονο. Το φαινόµενο φερ’ ειπείν της ληστείας ταλαιπωρεί και άλλα σηµεία του πρώτου ελληνικού κράτους για αυτό και η οπλοκατοχή δεν ήταν κάτι το πρωτοφανές εκείνα τα χρόνια.
Επιπροσθέτως οι Κυκλάδες δεν υπήρξαν σηµαντικό θέρετρο ναυτικών µαχών ή ενόπλων συγκρούσεων κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Όσοι κάτοικοι συµµετείχαν µετέβαιναν στα κυριότερα σηµεία των επαναστατικών συρράξεων που ήταν εκτός των νησιών τους. Η παρουσία ακόµη των Καθολικών κατοίκων σε ορισµένα σηµεία εµπόδισε την καταστροφή και δεν επέφερε ζηµίες όπως είχαµε σε αλλά µέρη της Ελλάδος από τα οθωµανικά στρατεύµατα για αυτό µπορούµε να θεωρήσουµε ότι έγιναν καταφύγιο για πληγέντες και θύµατα τουρκικών καταστροφών.
Οι κοινωνίες των Κυκλαδίτικων νησιών είναι φυσικό να αντιδράσουν στην παρουσία των Κρητικών προσφύγων. Τα µικρής έκτασης νησιά δεν µπορούσαν να αντέξουν το βάρος. Από την άλλη βέβαια να επισηµάνουµε ότι οι πρόσφυγες της Μεγαλονήσου ήταν οµοεθνείς των ντόπιων που αγωνίζονταν για τη συγκρότηση εθνικού κράτους. Γι΄ αυτό και οι επαναστατικές διοικήσεις έπρεπε να αντιµετωπίσουν το πρόβληµα µεταφέροντας του σε καλύτερα σηµεία
Να τονίσουµε εδώ ότι πολλοί Κρήτες επέστρεφαν στην πατρίδα τους για να συµµετάσχουν εκ νέου σε επαναστάσεις που θα ξεσπούσαν στο νησί. Το οποίο χρειάστηκε πολλά χρόνια για να δει την υποστολή της σηµαίας της Οθωµανικής αυτοκρατορίας αρχικά το 1898 (Κρητική Πολιτεία) και τελειωτικά το 1913 (ένωση µε Ελλάδα) πληρώνοντας ακριβό φόρο θυσιών.
Μη λησµονούµε ότι η τραγικότητα στην οποία είχαν περιέλθει οι πρόσφυγες από την Κρήτη που είχαν καταφύγει στην τότε Ελλάδα -και όχι µόνο- συγκίνησε τον Εθνικό ποιητή ∆. Σολωµό ώστε έτσι να γράψει το περίφηµο ποίηµα “ο Κρητικός”.
Στη προς Τίτον επιστολής Παύλου
Σύµφωνα µε τη θρησκεία µας ο Απόστολος Παύλος πέρασε από την Κρήτη και τοποθέτησε πρώτο επίσκοπο τον Τίτο, ο οποίος θεωρείται και ο θεµελιωτής της τοπικής εκκλησίας.
Μεταξύ των νουθεσιών που δίδει ο Απόστολος των Εθνών στο Τίτο του εφιστά την προσοχή για τους Κρήτες.
Γράφει ο Παύλος : «Είπε ένας συµπατριώτης τους, δικός τους προφήτης : Οι Κρητικοί είναι πάντα ψεύτες, θηρία ανήµερα, οκνηροί κοιλιόδουλοι. Αυτός ο λόγος είναι αληθινός. Γι αυτό να τους ελέγχεις αυστηρά, ώστε να έχουν τη σωστή πίστη και να µην προσέχουν σε ιουδαϊκούς µύθους και σε εντολές ανθρώπων που αποστρέφονται την αλήθεια» (5).
Ρωτώντας έναν θεολόγο σαν µαθητής για τη συγκεκριµένη φράση, µου απάντησε ότι τα έγραψε για να διορθωθούµε.
Ο Ειρηναίος Γαλανάκης σηµειώνει για αυτό : «Βέβαια στο ίδιο αυτό Γράµµα υπάρχουνε και ωρισµένοι χαρακτηρισµοί που κάνει ο Μεγάλος Απόστολος για τους παππούδες µας τούς προχριστιανικούς κρητικούς, που δεν είναι και τόσο κολακευτικοί […] δικαιολογεί όµως ο ίδιος τους χαρακτηρισµούς αυτούς γιατί από το ένα µερος τέτοια ήταν η γενική ηθική στάθµη της ανθρωποτητος την ώρα εκείνη “ήµεν γαρ ποτέ και ηµείς ανόητοι, πλανώµενοι” (προς Τίτο Γ΄3) κι από το άλλο γιατί το βάρος των χαρακτηρισµών αυτών πέφτει όχι στους γνήσιους Κρητικούς αλλά στους εκ περιτοµής δηλ. στους Εβραίους της Κρήτης»(6α).
Στο ίδιο κεφάλαιο αναφέρει ο ιεράρχης Ειρηναίος προηγουµένως «Κι η Κρήτη πανάρχαιο Νησί στην καρδιά της Μεσογείου, σταυροδρόµι του Αρχαίου κόσµου, πήρε το µερτικό της από τη Χριστιανική Αποκάλυψη και κρατά στον κόρφο της το γράµµα του Μεγάλου Αποστόλου των Εθνών του Παύλου, µνηµείο και µαρτύριο πως ο Χριστός την άγγιξε και τη σηµάδεψε µε το δεξί του χέρι»(6β).
Στο σήµερα
Τα θλιβερά γεγονότα του τελευταίου διαστήµατος δυσφήµησαν το νησί πανελληνίως. ∆ηµοσιολόγοι επώνυµοι και ανώνυµοι – µέσω κυρίως του πληκτρολογίου- καταφέρονται κατά της Κρήτης.
Η Κρήτη συµµετέχει στο 5% του ΑΕΠ της χώρας. Μαζί µε το Ν. Αιγαίο είναι οι µόνες περιφέρειες που αυξήθηκε ο πληθυσµός (+0,2) ο οποίος ανέρχεται πάνω του µισού εκατοµµυρίου (624.408).
Φαίνεται αδιανόητο στο γράφοντα για κάθε πράξη του κοινού ποινικού κώδικα, να ευθύνεται η “λεβεντιά” µας και να καλούµαστε σε απολογία συλλήβδην οι διαµένοντες εδώ.
Κανείς δεν αµφισβητεί τις παθογένειες και τα προβλήµατα στα ορεινά σηµεία της µεγαλονήσου.
Και πέρα πάσης αµφιβολίας το παράνοµο πρέπει να παύσει να είναι ελκυστικό ούτε πρέπει να αποτελεί κάτι το “αποδεκτό” όπως θεωρούνταν τις προηγούµενες δεκαετίες.
Αυτοί όµως που εξυβρίζουν ή ειρωνεύονται το νησί είναι οι ίδιοι που θα τραγουδήσουν το ριζίτικο “ Πότε θα κάµει ξαστεριά” σε µια συγκέντρωση διαµαρτυρίας. Είναι οι ίδιοι που θα επικαλεστούν τη δηµιουργία ναυτιλιακής εταιρείας λαϊκής βάσης, όταν θα αυξηθούν οι τιµές στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια. Είναι οι ίδιοι που θα πάνε σε γλέντια που διοργανώνουν Κρητικοί σύλλογοι εκτός νήσου, γνωρίζοντας πως θα ξεφαντώσουν, θα φάνε γευστικά φαγητά και θα προσπαθήσουν να βγάλουν δικές τους µαντινάδες. Είναι οι ίδιοι που θα επαινέσουν τους ψηφοφόρους Κρητικούς, που δεν δίνουν µεγάλα ποσοστά σε ακροδεξιά µορφώµατα, σεβόµενοι την ιστορία του τόπους τους.
Είναι οι ίδιοι που θα καταθέσουν στεφάνι ευγνωµοσύνης στα µνηµεία που υπάρχουν σ΄όλη την επικράτεια για τους ηρωικώς πεσόντες Κρήτες.
* O Μιχάλης Σµυρλάκης
είναι Πτυχιούχος Ιστορίας Ιονίου Πανεπιστηµίου
Πηγές – Παραποµπές
(1) Εστία Σάββατο 4 ∆εκεµβρίου 1921 στο “Ακριβώς πριν από έναν αιώνα” ΕΡΤ news https://www.ertnews.gr/anadromes/akrivos-prin-apo-enan-aiona-savvato-4-dekemvrioy-1921/
(2α) (2β) σελ. 269 (2γ) σελ.270 (2δ) σελ.271 Νίκος Ανδριώτης Ενδεείς, δυσµεταχείριστοι, αποκατασταθέντες οµογενείς Πρόσφυγες από την Κρήτη κατά την επανάσταση του 1821 και η αποκατάσταση τους στην Ελλάδα στο τόµο “Όψεις της επανάστασης του 1821 στην Κρήτη” επιµ. Νίκος Ανδριώτης – Ηλίας Κολοβός Κρήτη 2021.
(3) Γιώργος Μαυρογορδάτος 1915 Ο Εθνικός ∆ιχασµός Ε΄ έκδοση εκδ. Πατάκη σελ.298
(4) Εµµανουήλ Γενεράλι δ.φ Γυµνασιάρχου (1860-1943) Αυτοβιογραφία Ρέθυµνο 2013 σελ.405
(5) Αγία Γραφή Προς Τίτον Ελληνική Βιβλική Εταιρεία Αθήνα
(6α-6β) Μητροπολίτου Κισάµου – Σελίνου κ.κ. Ειρηναίου “Ο Χριστός σηµάδεψε την Κρήτη” Χανιά 1995 σελ. 123 – 122


