Σαν έξαφνα, ώρα µεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
µε µουσικές εξαίσιες, µε φωνές —
[Στίχοι – 1.2.6]
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες µια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε µε συγκίνησιν, αλλ’ όχι
µε των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του µυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις
«Απολείπειν ο θεός Αντώνιον» (1911)
∆εν είναι απλώς θέατρο, ούτε µόνο χορός. Η «Αλεξάνδρεια» συστήθηκε στο κοινό ως µια πολυσύνθετη εµπειρία θέασης και ακρόασης, όπου η ποίηση του Καβάφη παύει να είναι στατικό κείµενο και µετατρέπεται σε κίνηση, φως, µνήµη ερµηνεία, έκφραση. Η παράσταση απέσπασε διθυραµβικές κριτικές για την υψηλής αισθητικής πνευµατική πολυτροπική εµπειρία.
Η θεατρική παράσταση «Αλεξάνδρεια», σε σύλληψη και σκηνοθεσία του Φωκά Ευαγγελινού, ολοκληρώνει τον κύκλο των επιτυχηµένων παραστάσεών της στο Θέατρο Παλλάς στις 29 Απριλίου, έπειτα από µια εντυπωσιακή πορεία µε συνεχόµενα sold out και αλλεπάλληλες παρατάσεις λόγω της αυξηµένης ζήτησης. Με περισσότερους από 70.000 θεατές και διθυραµβικές κριτικές, η «Αλεξάνδρεια» καθιερώθηκε αναµφισβήτητα ως µία από τις σηµαντικότερες και πιο επιτυχηµένες παραγωγές της σεζόν
Ο Φωκάς Ευαγγελινός έχτισε µοναδικά µια σπάνια γέφυρα ανάµεσα στις τέχνες, δηµιουργώντας µια ταυτότητα διακαλλιτεχνική στην παραγωγή απόλυτα αρµονική και αλληλοσυµπληρούµενη. Συνέθεσε το κοσµοπολίτικο πνεύµα της πόλης-συµβόλου µέσα από την χαρακτηριστική του κινηµατογραφική αισθητική, στην οποία κάθε δηµιουργός συντελεστής, πέτυχε να συµβάλλει µοναδικά και κρίσιµα, καταθέτοντας µια ξεχωριστή, αλλά οργανικά δεµένη καλλιτεχνική συνεισφορά .
Το αποτέλεσµα ήταν (και ήµουν τυχερή που το βίωσα) η παράσταση να λειτουργεί ως µια συλλογική κατάθεση ψυχής που προσκαλεί τον θεατή να βιώσει το «µέτρο» και το «πάθος» της αλεξανδρινής ιστορίας. Η προσέγγιση της «Αλεξάνδρειας» δεν θα µπορούσε παρά να είναι πλουραλιστική, όπως και η ίδια η πόλη-σύµβολο. Στο αφιέρωµα που ακολουθεί, ξετυλίγεται η πολυσύνθετη ταυτότητα της παραγωγής µε νύξεις από την δική µου πρόσληψη, νύξεις µονάχα, απλά γιατί οι λέξεις, αλλά και ο χώρος δύο σελίδων, δεν επαρκούν για την αντάξια απόδοση της πολύτεχνης αναπαράστασης, σύνθεσης εικόνων, συναισθηµάτων, ιστορικής µνήµης, ποιητικού λόγου, ποιητικής ερµηνευτικών µέσων. …
Παρακολούθησα λίγο µετά την πρεµιέρα του το έργο τον περασµένο Νοέµβριο, αλλά οι εικόνες ανεξίτηλες µετά από τόσους µήνες. Γι’αυτό και η περιγραφή παρακάτω σε χρόνο Ενεστώτα, σε χρόνο «παρόντα» …
Ο Φωκάς Ευαγγελινός στήνει έναν σκηνοθετικό καµβά όπου η κίνηση γίνεται λόγος, καθοδηγώντας τους ερµηνευτές —Άννα Μάσχα, Ιωάννη Παπαζήση, Εριέττα Μανούρη και Χριστίνα Αλεξανιάν— να γίνουν το ζωντανό σώµα της καβαφικής ποίησης. Υπό τους ήχους µιας υποβλητικής µουσικής σύνθεσης που ενώνει το τότε µε το τώρα, υπερβαίνει τα όρια του παραδοσιακού θεάτρου και αναπαριστά ένα ταξίδι όπου χαρακτηρίζεται από τη έµπειρη χαρισµατική σκηνοθετική σύλληψη µε την κίνηση ως αφήγηση, από το δέσιµο της ερµηνευτικής οµάδας, από τη σκηνογραφική λειτουργική και συµβολική καινοτοµία και την υψηλής αισθητικής τεχνολογική διάσταση. Εκτός από τους πρωταγωνιστές, η παράσταση στηρίζεται σε µια ισχυρή και πολυάριθµη οµάδα δηµιουργών
Η Ευανθία Ρεµπούτσικα συνθέτει ένα ηχοτοπίο γεµάτο νοσταλγία και συναισθηµατική ένταση, σε στίχους του Άρη ∆αβαράκη: Η
Ευανθία Ρεµπούτσικα έχει µια σχεδόν «κυτταρική» σχέση µε την Ανατολή, η οποία διαποτίζει κάθε νότα της στην «Αλεξάνδρεια».
Η µουσική της αιχµαλωτίζει το πνεύµα της εποχής, λειτουργώντας ως γέφυρα µεταξύ της Μεσογείου και της Ανατολής. Στην παράσταση, χρησιµοποιεί το βιολί της,σήµα κατατεθέν της, για να αποδώσει τον λυγµό της απώλειας, ακριβώς όπως ο Καβάφης περιγράφει τον αποχαιρετισµό του Αντωνίου.
Οι στίχοι του Άρη ∆αβαράκη λειτουργούν ως ο «ποιητικός καθρέφτης» των µελωδιών της. Μαζί δηµιούργησαν τραγούδια που δεν περιγράφουν απλώς την ιστορία, αλλά µεταφέρουν το συναίσθηµα της νοσταλγίας , κάνοντας τον θεατή να νιώθει ότι η πόλη αυτή είναι µια ζωντανή ανάµνηση.
Το κεντρικό γλυπτό του Μανώλη Παντελιδάκη στην παράσταση «Αλεξάνδρεια» στο Θέατρο Παλλάς αποτελεί την εικαστική καρδιά του έργου, φέροντας βαθύτατους συµβολισµούς που συνδέονται µε την ιστορία της πόλης και την καβαφική ποίηση. Είναι συγκλονιστική η σύλληψη και η απόδοση της οπτικής µορφής µε διττή στόχευση την λειτουργική και συµβολική αποστολή του στη σκηνή.
Η αλληλεπίδραση µε το διχοτοµηµένο γλυπτό του Μανώλη Παντελιδάκη δεν αφορά µόνο τους πρωταγωνιστές, αλλά το σύνολο του θιάσου και των δηµιουργών.Η µορφή του γλυπτού είναι άµεσα εµπνευσµένη από την ελληνιστική γλυπτική και τα µνηµειώδη αγάλµατα της Αλεξανδρινής περιόδου. Αντλεί στοιχεία από τα κολοσσιαία αγάλµατα των Πτολεµαίων και τις καλλιτεχνικές επιρροές της δυναστείας που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος. Η µορφή του θυµίζει τα ευρήµατα που έχουν ανασυρθεί από τον βυθό της Αλεξάνδρειας, από το βυθισµένο παλάτι της Κλεοπάτρας, τα οποία συχνά παρουσιάζουν αυτή την «ακέφαλη» ή ηµιτελή όψη λόγω της διάβρωσης και του χρόνου. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου, η µύτη, τα µάτια, τα µαλλιά, ακολουθούν την κλασική συµµετρία, αλλά ο τρόπος που είναι «σπασµένο» και ξαπλωµένο το γλυπτό ενεργοποιεί συγκίνηση, δέος στο κοινό καθώς παραπέµπει στην αισθητική των ερειπίων.
Ο Παντελιδάκης επέλεξε αυτή τη µορφή για να δηµιουργήσει έναν άµεσο συνειρµό µε τον Φάρο της Αλεξάνδρειας και τη βιβλιοθήκη, στοιχεία που χάθηκαν αλλά το πνεύµα τους,το «πρόσωπο», παραµένει εκεί, έστω και ως «ερείπιο». Στην ουσία, το γλυπτό λειτουργεί ως ένας σύγχρονος «Κολοσσός» που, αντί να στέκεται όρθιος, έχει καταρρεύσει κάτω από το βάρος της ιστορίας, υπονοώντας την εικόνα των βυθισµένων θησαυρών που «κοιµούνται» στο σκοτάδι του βυθού. «Αλλά και παραπέµποντας στην αισθητική του Igor Mitoraj, ο οποίος χρησιµοποιούσε τέτοια γιγάντια, κατακερµατισµένα πρόσωπα για να µιλήσει για την ευθραυστότητα του πολιτισµού».
Στη σκηνοθεσία του Φωκά Ευαγγελινού, η µουσική της Ρεµπούτσικα είναι αυτή που δίνει τον ρυθµό στη διχοτόµηση του γλυπτού. Τη στιγµή που το έργο του Παντελιδάκη σπάει στα δύο, η µουσική κορυφώνεται, δηµιουργώντας την αίσθηση ότι η ιστορία «ραγίζει» µπροστά στα µάτια µας.
Η ίδια η συνθέτης έχει τονίσει πως ήθελε η µουσική να είναι «φως και δάκρυ µαζί», αποδίδοντας την οµορφιά µιας πόλης που, ακόµα και όταν χάνεται παραµένει αθάνατη µέσα από τη δυναµική των τεχνών.Οι µελωδίες της δίνουν µορφή στη «µουσική εξαίσια» του Καβάφη, συνοδεύοντας την πορεία της απώλειας και της µνήµης µε έναν ξεχωριστό λυρικό ήχο.
Το άνοιγµα της µορφής του διχοτοµηµένου γλυπτού δηµιουργεί έναν διάδροµο που φωτίζεται έντονα από την πίσω πλευρά , κάνοντας τους ηθοποιούς να µοιάζουν µε σκιές που έρχονται από το παρελθόν, ενισχύοντας την αίσθηση του «αόρατου θιάσου». ∆ηµιουργεί βάθος στη σκηνή: Το άνοιγµα επιτρέπει στο video art του Παντελή Μάκκα και στους φωτισµούς του Γιώργου Τέλλου και της Στέλλας Κάλτσου να εισχωρήσουν στο εσωτερικό του, µετατρέποντας το άψυχο υλικό σε έναν ζωντανό, µεταβαλλόµενο χώρο.
Η κίνηση αυτή οπτικοποιεί τον στίχο του Καβάφη «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον». Η µορφή που «σπάει» ή ανοίγει στη µέση αντιπροσωπεύει την Αλεξάνδρεια που χάνεται, την αποχώρηση του «αόρατου θιάσου» και το τέλος µιας εποχής. Ο Φωκάς Ευαγγελινός χρησιµοποιεί αυτή τη «διχοτόµηση» του γλυπτού για να δώσει σάρκα και οστά στον «αόρατο θίασο» του Καβάφη, «η έξοδος των σκιών»…
Μέσα από το άνοιγµα αυτού του γλυπτού επίσης αναδύονται οι µνήµες, οι ήρωες και οι διαφορετικές εθνότητες Έλληνες, Άραβες, Εβραίοι, που συνέθεταν το µωσαϊκό της πόλης, δίνοντας την αίσθηση ότι η ιστορία ξεπηδά µέσα από τα «σπλάχνα» της ίδιας της Αλεξάνδρειας.
Η διχοτοµηµένη γλυπτική µορφή ενσαρκώνει το ρήγµα στην ιστορία και την ψυχή της πόλης. Συνδέεται άµεσα µε το «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον», καθώς το σπάσιµο της µορφής οπτικοποιεί τη στιγµή που η τύχη και η δόξα εγκαταλείπουν τον ήρωα. Αναπαριστά τη διπλή φύση της Αλεξάνδρειας: Ανατολή και ∆ύση, παρελθόν και παρόν, φως και σκοτάδι.
Αυτή η σύµπνοια γλυπτικής, κίνησης και ήχου µετατρέπει το «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον» από ένα στατικό ποίηµα σε µια τρισδιάστατη, συγκλονιστική εµπειρία.Το εµβληµατικό ποίηµα του Κ.Π. Καβάφη ερµηνεύει η Άννα Μάσχα.Η ερµηνεία της και η σύνδεση µε το σενάριο της Ζέτης Φίτσιου έχουν ιδιαίτερο βάθος:Η χαρισµατική ηθοποιός δεν υποδύεται απλώς έναν χαρακτήρα, αλλά λειτουργεί ως η «φωνή» της ίδιας της πόλης ή µιας κεντρικής ηρωίδας που κουβαλά το συλλογικό τραύµα και τη δόξα της Αλεξάνδρειας.
Το ποίηµα ακούγεται σε µια κοµβική στιγµή του σεναρίου, όταν η κοσµοπολίτικη Αλεξάνδρεια του 20ού αιώνα αρχίζει να φθίνει και οι Έλληνες ετοιµάζονται για τη µεγάλη αναχώρηση.
Τα κουστούµια κινούνται στις αποχρώσεις της ώχρας, του λευκού του µαρµάρου και του χρυσού της άµµου εντείνοντας την ιστορική µνήµη. Όταν οι ηθοποιοί στέκονται µπροστά στο γλυπτό, γίνονται ένα µε αυτό, σαν να ξεπήδησαν από µια αρχαία ζωφόρο που ξαφνικά ζωντάνεψε.Οι ηθοποιοί δεν υποδύονται απλώς ρόλους, αλλά αρχέτυπα. Η επαφή τους µε το γλυπτό είναι σχεδόν τελετουργική. Το ακουµπούν, κρύβονται πίσω του ή στέκονται µε δέος µπροστά στο άνοιγµά του, µετατρέποντας τη σκηνική δράση σε µια συνεχή συνοµιλία µε το παρελθόν.
Το video art που υπογράφει ο Παντελής Μάκκας δεν είναι απλό φόντο, αλλά ο µηχανισµός που «ζωντανεύει» την πόλη .Η διχοτόµηση του γλυπτού ως κεντρικού στοιχείου του σκηνικού, αντανακλά τη διχοτόµηση της ίδιας της ανθρώπινης ψυχής ανάµεσα στη δόξα και την απώλεια.Η αισθητική του σκηνογράφου συναντά τη θεατρικότητα και τη φιλοσοφία του ποιητή, νοηµατοδοτώντας συµβολικά τη φθαρτότητα των αυτοκρατοριών.Το video art και οι φωτισµοί αναδεικνύουν τη σύλληψη της διχοτοµηµένης µορφή µε την τεχνική του video mapping πάνω στο γλυπτό. Η επιφάνεια της γλυπτικής µορφής λειτουργεί ως δυναµική οθόνη. Προβάλλονται πάνω της, χάρτες της Αλεξάνδρειας, τρεχούµενα νερά (ο Νείλος ή η Μεσόγειος) και πρόσωπα που µοιάζουν να «στοιχειώνουν» το µάρµαρο, δίνοντας ζωή στο άψυχο υλικό.
Κάθε στιγµή διχοτόµησης του γιγάντιου γλυπτού στη ροή του έργου , ο φωτισµός αλλάζει δραµατικά. Από το θερµό, ηλιοκαµένο φως της Αιγύπτου, περνά σε ψυχρά, απόκοσµα µπλε και σκιές. Αυτό οπτικοποιεί τη µετάβαση από το «φως» της δόξας στο «σκοτάδι» της απώλειας που περιγράφει το ποίηµα.
Η «Αλεξάνδρεια» στο Θέατρο Παλλάς δεν είναι απλώς µια παράσταση, αλλά ένα εµπνευσµένο πολυτροπικό ταξίδι στον χρόνο, µια συλλογική πολύτεχνη έκφραση που σπάνια συµβαίνει τόσο αρµονικά και δυναµικά στην ποιητική µιας πολιτισµικής αναπαράστασης.
Καθώς τα φώτα σβήνουν και ο θίασος ετοιµάζεται για το δικό του ταξίδι προς την πραγµατική Αλεξάνδρεια, µένει πίσω η γεύση µιας εποχής που χάθηκε, αλλά δεν ξεχάστηκε. Όπως µας διδάσκει ο Καβάφης, η πόλη αυτή θα µας ακολουθεί πάντα. Είναι το σύµβολο ενός κοσµοπολιτισµού που, αν και ολοκληρώνει τον κύκλο του στη σκηνή στις 29 Απριλίου2026, θα συνεχίσει να κατοικεί µέσα µας ως µια διαρκής υπενθύµιση της οµορφιάς, της τέχνης και της ανθρώπινης συνύπαρξης.»
Η πόλη είναι µια κατάσταση της ψυχής που ακολουθεί τους ήρωες όπου κι αν πάνε. «Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόµους θα γυρνάς τους ίδιους (Καβάφης, 1911)
Οι πόλεις που µας διαµόρφωσαν δεν είναι τα κτίσµατα, αλλά οι αισθήσεις, οι ήχοι, οι άνθρωποι. Ένα ψυχικό τοπίο που ορίζει τον τρόπο που βλέπουµε τον κόσµο στη διαδροµή της ζωής µας. Τα συναισθήµατα που βιώσαµε εκεί µετατρέπονται σε έναν εσωτερικό µας χάρτη που µας ακολουθεί….
Η Μ.Α. ∆ΡΑΚΑΚΗ είναι επιµελήτρια του Μουσείου Σχολικής
Ζωής ∆ήµου Χανίων µε ειδίκευση στην πολιτιστική διαχείριση
και πολιτισµική επικοινωνία
ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΑ ΣΤΙΣ ∆ΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ
Αλεξάνδρεια – Θέατρο Παλλάς
«Αλεξάνδρεια» στο Παλλάς: Φωκάς Ευαγγελινός – Άννα Μάσχα για… – Athinorama.gr
News247
CultureNow
All About Arts
Βιβλιογραφία:
Καβάφης, Κ. Π. (1911). Απολείπειν ο θεός Αντώνιον. Αρχείο Καβάφη – Ίδρυµα Ωνάση. https://www.onassis.org/el/initiatives/cavafy-archive/the-canon/the-god-abandons-antony
Καβάφης, Κ. Π. (2012). Απολείπειν ο θεός Αντώνιον. Στο Κείµενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Α’ Τεύχος) (σ. 27). ΙΤΥΕ «∆ιόφαντος».
Καβάφης, Κ. Π. (1991). Η Πόλις. Στο Γ. Π. Σαββίδης (Επιµ.), Τα Ποιήµατα: Τόµος Α΄ (1897-1918) (Νέα έκδ., σ. 44). Ίκαρος. (Πρώτη δηµοσίευση 1910)
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ


