Αν είναι ο θάνατος πάντοτε-δεύτερος είναι. Η ελευθερία πάντοτε είναι πρώτη…
Γιάννης Ρίτσος
Η ελευθερία είναι πρώτη και νικητήρια όταν διέπει την τέχνη που µετουσιώνεται όχι µόνο σε δηµιουργία, αλλά και διδασκαλία εµπνευσµένη Ο Αντώνης Τσουπάκης δηµιουργός και ακαδηµαϊκός δάσκαλος. Το έργο του χαρακτηρίζεται από µια σπάνια πολυφωνία, καθώς ο ίδιος υπήρξε ταυτόχρονα εικαστικός, αρχιτέκτονας, καθηγητής και οικολόγος.
Οι δυνατότητες της ύλης τον γοητεύουν… ∆ουλεύει µε την ίδια άνεση ταυτόχρονα, ιχνηλατώντας την κατάκτηση της προσωπικής του έκφρασης, προκειµένου να βιώνει τη δηµιουργία µε ανοιχτή ευαισθησία, σε κάθε χρονικό σηµείο της διαδικασίας και µε τον ρόλο και του εν δυνάµει αποδέκτη…
Ο Τσουπάκης ενσωµατώνει το περιβάλλον γύρω του και το µετασχηµατίζει σε ένα πνευµατικό τοπίο, µε ξεχωριστή ρυθµική ελευθερία, µε πλαστική αρµονία, µε δηµιουργικά παιχνίδια µε την ύλη , µε ευαισθητοποιήµενο διορατικό πλάσιµο της εικαστικής επιφάνειας. Και δεν σταµατά σε αυτή την υψηλή ευθύνη της τέχνης του… Γιατί υπηρετεί µια τέχνη ουσιαστική που τη µετουσιώνει σε παίδευση και παιδεία, καθώς επεξεργάζεται βαθιά το όποιο υλικό έχει επιλέξει για να το ιχνηλατήσει εκφραστικά, αλλά και ταυτόχρονα δοµικά και λειτουργικά. Τα τοπία του ορίζουν χώρο ζωής, οριοθετούν τον χώρο του δικού αγαπηµένου του µπλε τοπίου…
Η τέχνη είναι η απόλυτη έκφραση µιας ιδέας, αλλά δεν εγκλωβίζεται σε ένα µέσο. Η αποδοµηση της βέσπας από τον Τσουπάκη και η σύνθεση της σε απροσδόκητες µορφές κατά τη διαδικασία, ωθεί τη σκέψη του σε χώρους υπέρµετρου. Ο ∆ΗΜΙΟΥΡΓΟΣ και ∆ΑΣΚΑΛΟΣ δεν εφησυχάζει ποτέ!
Σπρώχνει τα όρια της έµπνευσης του πέρα από το δεδοµένο. Τον απασχολεί ο χειρισµός του χρώµατος, η τρίτη διάσταση, το φως, µε πρόθεση να αναπτύξει διάλογο δηµιουργικό και παιδευτικό µε τις τέχνες Η µαστορεµένη φροντίδα του και η εσωτερικευµένη του οπτική αισθητική, επικυρώνει τις ιδέες του µε απλότητα και οξυδέρκεια… Μεταγγίζει ψυχή στην ύλη µε πολυεπίπεδα έργα, µε βάθος στη φόρµα και δύναµη στην εννοιολογική τους υπόσταση!
Η σχέση σου µε την τέχνη κερδίζει µια διαχρονικότητα, µε τη µετάπλαση της αντιληπτικής εµπειρίας του στο νοητό άυλο χώρο που σµίγουν εκείνες οι τέχνες µε τις οποίες συνδέθηκε µαζί τους, µε τελετουργίες δηµιουργίας, αλλά και διδασκαλίας. Γιατί η διδασκαλία είναι δηµιουργία, αλλά και η δηµιουργία όταν βιώνεται και εσωτερικεύεται , µεταγγίζεται αβίαστα µε τελετουργία διδασκαλίας µε όρους γενναιοδωρίας και αγάπης, για κατοικήσει καταλυτικά στους εκπαιδευόµενους «ες αεί».
Οι τέχνες που αγάπησε τον ενέπνευσαν στις δικές του αναζητήσεις, χωρίς ποτέ ο ίδιος να υψώσει στεγανά στα όρια και στη συνοµιλία των εκφραστικών µέσων. Μονάχα γέφυρες απλότητας και αµεσότητας, µε στόχο να χαρίζει την αφθονία και αυθεντικότητα πλούσιων αισθηµάτων πληρότητας, ευαισθητοποιηµένης και συνειδητοποιηµένης αντίληψης, στους φίλους, στους φοιτητές του, σε νοερούς και µη αποδέκτες…
Η καλλιτεχνική του έκφραση, απλή και διαυγής, πλούσια σε συγκινησιακά φορτία, αλλά λιτή και απέριττη στην πλαστική της διατύπωση. Με το άγγιγµα της φροντίδας και µε την προτροπή του φωτός που δίνει ζωή και υπόσταση σε κάθε γήινη αλήθεια. Με τη βάσανο µιας εκφραστικής ελευθερίας που επιχειρεί να σπρώξει κάθε τέχνη εντός, αλλά και εκτός της, για να ανακαλύψει ο δηµιουργός, αλλά και κάθε αποδέκτης, το σηµείο τοµής του αισθητικού και αρµονικού κανόνα. Αυτό που διέπει τη δηµιουργία, αλλά και τη διδασκαλία.
Η αναδροµική έκθεση «Ίχνη, Σηµεία και Τέρατα» για τον Αντώνη Τσουπάκη πραγµατοποιήθηκε στο Μεγάλο Αρσενάλι (ΚΑΜ) στα Χανιά από τις 11 Φεβρουαρίου έως τις 2 Μαρτίου 2024 µε την υποστήριξη του ∆ΗΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ. Η έκθεση, που διοργανώθηκε µε πρωτοβουλία της αδελφής του δηµιουργού , Χαράς Τσουπάκη, και του Αντιδηµάρχου Πολιτισµού, Ιωάννη Γιαννακάκη, ανέδειξε την 50ετή εικαστική και αρχιτεκτονική του πορεία.
Την έκθεση επιµελήθηκε η κ. Μυρτώ Κοντοµιτάκη, Μουσειολόγος, Ιστορικός Τέχνης, επισηµαίνοντας µεταξύ άλλων για τον Αντώνη Τσουπάκη
[…]Ένας δηµιουργός που, ακόµη και µετά την απώλειά του, συνεχίζει να «διδάσκει» µε το έργο και το παράδειγµά του, αφήνοντας πίσω του ένα ισχυρό πνευµατικό και καλλιτεχνικό ίχνος.» [1]
Ο Αντιδήµαρχος Πολιτισµού, κ. Γιαννακάκης Ιωάννης, µε ουσιαστική συµβολή στο σκεπτικό και στην υλοποίηση της έκθεσης, στον λιτό χαιρετισµό του έδωσε θαυµαστά τα χαρακτηριστικά της βαθιάς σχέσης του καλλιτέχνη µε τις τέχνες µε τη θάλασσα και µε το περιβάλλον που τον ενέπνευσε:
«Αντώνη, όλα είναι όπως τα ήθελες.
Όπως τα είχαµε συζητήσει. Οι πίνακες, οι φωτογραφίες, τα σηµειωµατάρια, τα γλυπτά, τα ποδήλατα… Όλα είναι εδώ.
Η Χαρά σου -η χαρά της ζωής σου- τα κατάφερε. Μαζί µε τη Μυρτώ µετέτρεψαν τον χώρο σε µια αγκαλιά που χώρεσε τη δηµιουργικότητα και την αγάπη. Εδώ που οι πίνακες και τα γλυπτά ατενίζουν τη θάλασσα. Εδώ που το αγαπηµένο σου λευκό και το µπλε συνοµιλούν µε τα σηµάδια του χρόνου. Εδώ που τα ποδήλατα ετοιµάζονται να ανοίξουν νέους δρόµους.
Είναι εδώ οι φίλοι, οι συνάδελφοι, η δική σου οικογένεια. Ήρθαν σε γιορτή. Και χαίρονται. Και καµαρώνουν. Σε καµαρώνουν.
Όλα είναι εδώ. Είναι εδώ τα σηµεία, είναι εδώ ακόµα και τα τέρατα. Κυρίως όµως, είναι εδώ τα ίχνη σου.
Μείνε ήσυχος…»
Η αδελφή του δηµιουργού, κ. Χαρά Τσουπάκη, εκπαιδευτικός, διαχειρίστηκε την οδύνη της φυγής του αδελφού της, µε την εµψύχωση της δηµιουργίας του σε µαθητικές οµάδες και όχι µόνο. Παρούσα σε όλη τη διάρκεια της έκθεσης µε την υπερβατική επιλογή της να µετατρέψει την απώλεια σε ζωντανή παιδαγωγική πράξη.
Οι απαντήσεις της παρακάτω πληµµυρισµένες από συγκίνηση και ευγνωµοσύνη για τη ζεστή ανταπόκριση του κοινού, καταµαρτυρούν πως το έργο του Αντώνη Τσουπάκη, παραµένει µια ζωντανή διδασκαλία,· µια δηµιουργία που συνεχίζει να αναπνέει και να προσφέρει µέσα από τη συλλογική µνήµη και την ακαδηµαϊκή πράξη:
Πώς βίωσε ο Αντώνης τη σχέση του µε τους φοιτητές του και τι ήταν αυτό που ήθελε περισσότερο να τους «µάθει» πέρα από την τέχνη;
Ο Αντώνης βίωνε τη σχέση του µε τους φοιτητές του σαν έναν ζωντανό, αµφίδροµο διάλογο. ∆εν τους έβλεπε απλώς ως µαθητές, αλλά ως νέους ανθρώπους µε φωνή, αναζητήσεις και προσωπική διαδροµή που άξιζε να ακουστεί και να καλλιεργηθεί. Ήταν πάντα κοντά τους, ουσιαστικά παρών, ενδιαφερόµενος όχι µόνο για το έργο τους, αλλά και για τον τρόπο που στέκονταν απέναντι στον εαυτό τους και στον κόσµο.
Πέρα από τεχνικές ή αισθητικές οδηγίες, αυτό που ήθελε περισσότερο να τους «µάθει» ήταν η ειλικρίνεια — να δουλεύουν µε αλήθεια, να µη φοβούνται να εκτεθούν, να αµφισβητούν, ακόµα και τον ίδιο. Τους ενθάρρυνε να βρουν τη δική τους φωνή και να επιµένουν σε αυτήν, χωρίς να υποκύπτουν σε ευκολίες ή µόδες. Για εκείνον, η τέχνη δεν ήταν απλώς ένα αποτέλεσµα· ήταν ένας τρόπος να υπάρχεις µε συνέπεια, µε ευθύνη και µε καρδιά µέσα στον κόσµο.
Πώς κατάφερνε να ισορροπεί ανάµεσα στον ρόλο του δασκάλου και αυτού του µοναχικού καλλιτέχνη που «ιχνηλατεί» στα Χανιά;
Νοµίζω πως ο Αντώνης δεν ένιωθε ποτέ ότι έπρεπε να «ισορροπήσει» ανάµεσα σε αυτούς τους δύο ρόλους, γιατί ήταν και τα δύο µε έναν πολύ αληθινό και αδιαίρετο τρόπο. Ως δάσκαλος ήταν δοτικός, παρών, άνοιγε τον εαυτό του στους φοιτητές του· έδινε χώρο, άκουγε, µοιραζόταν. Την ίδια στιγµή, όµως, είχε µια βαθιά ανάγκη να αποσύρεται, να µένει µόνος του, ιδιαίτερα στα Χανιά, όπου µπορούσε να «ιχνηλατεί» πιο καθαρά αυτό που τον απασχολούσε.
Αυτό το πέρασµα από την εξωστρέφεια στη σιωπή ήταν πολύ οργανικό για εκείνον. Σαν να ήξερε πότε να είναι µε τους άλλους και πότε να επιστρέφει στον εαυτό του. Και ίσως εκεί, σε αυτή τη µοναχική του διαδροµή, να γεννιόταν και κάτι που αργότερα µοιραζόταν ξανά — είτε µέσα από τη διδασκαλία του είτε µέσα από το έργο του.
Για µένα, δεν ήταν δύο διαφορετικοί Αντώνηδες. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος, που απλώς κινιόταν ανάµεσα σε δύο αναγκαίες πλευρές της φύσης του.
Ο Αντώνης έβλεπε τα κτίρια των Χανίων ως ζωντανούς οργανισµούς. Υπήρχε κάποιο κτίριο ή γωνιά της πόλης που αγαπούσε ιδιαίτερα ή που τον πονούσε η υποβάθµισή της;
Ο Αντώνης αγαπούσε την πόλη των Χανίων µε έναν τρόπο µοναδικό — όχι απλώς ως αρχιτέκτονας ή καλλιτέχνης, αλλά µε την καρδιά του. Βίωνε τα κτίρια, τις γωνιές, τα σοκάκια σαν ζωντανούς οργανισµούς και τους ανθρώπους σαν αναπόσπαστο κοµµάτι τους. Ξεχωριστή θέση στην καρδιά του είχε η Παλιά Πόλη. Την διέσχιζε καθηµερινά — πεζός, µε το ποδήλατο ή ακόµα έµπαινε στο λιµάνι µε τη µικρή του βάρκα — πάντα αφουγκραζόµενος τον παλµό της, τα χρώµατα των κτιρίων, τις µικρές λεπτοµέρειες που κάνουν τη ζωή σε µια πόλη ανθρώπινη και ζωντανή.
Οι σπουδές του στην Ιταλία του είχαν δώσει τα εφόδια να βλέπει µε ακρίβεια κάθε επέµβαση που αλλοίωνε τον ιστορικό χαρακτήρα της πόλης. Από παράταιρες προσθήκες και τουριστικά καταστήµατα µέχρι µικρές λεπτοµέρειες, τίποτα δεν του ξέφευγε. Συχνά κρατούσε στο µπλοκάκι του σκίτσα, αποτυπώνοντας τις γωνιές όπως τις ονειρευόταν, όπως θα ήθελε να τις βλέπουµε όλοι.
Όταν περπατούσε στα σοκάκια ή συνοµιλούσε µε τους κατοίκους, η αγάπη του ήταν αισθητή. Άλλοτε διαφωνούσε µε πάθος, άλλοτε χαµογελούσε, πάντα όµως µε σεβασµό και ενδιαφέρον. Η αρχιτεκτονική του γνώση και η καλλιτεχνική του µατιά τον έκαναν να ξεχωρίζει· είχε το ταλέντο να βλέπει αυτό που άλλοι προσπερνούσαν και να το φέρνει στο φως µε λόγο και έργο.
Ο Αντώνης δεν αισθανόταν ποτέ ξένος στον τόπο του. Ήταν βαθιά συνδεδεµένος µε την πόλη και τους ανθρώπους της, και αυτή η σχέση — ζωντανή, τρυφερή, αµφίδροµη — ήταν το µεγαλύτερο κοµµάτι του εαυτού του που άφησε πίσω.
Για πολλούς, ο Αντώνης ήταν «ο άνθρωπος µε το ποδήλατο». Ήταν αυτή η επιλογή µια συνειδητή πράξη αντίστασης στον σύγχρονο τρόπο ζωής; Το ποδήλατό του ήταν το σήµα κατατεθέν του. Υπάρχει κάποια ιστορία όπου η επιµονή του σε αυτόν τον τρόπο ζωής ήρθε σε σύγκρουση µε την ‘ευκολία’ της εποχής µας;
Στα Χανιά, ο Αντώνης ήταν πράγµατι γνωστός ως «ο άνθρωπος µε το ποδήλατο» — ένα ποδήλατο ιδιαίτερο, που είχε φτιάξει και διαµορφώσει ο ίδιος. ∆εν ήταν απλώς ένα µέσο µετακίνησης, αλλά µια συνειδητή στάση ζωής. Ήταν βαθιά οικολόγος, όχι θεωρητικά αλλά στην πράξη, και προσπαθούσε καθηµερινά, µε απλούς τρόπους, να σέβεται και να προστατεύει το περιβάλλον.
Τον ενοχλούσε η ασυνειδησία και η ευκολία µε την οποία πολλοί άνθρωποι έβαζαν το προσωπικό τους βόλεµα πάνω από το κοινό καλό. ∆εν δίσταζε να θυµώσει, να µιλήσει, ακόµη και να έρθει σε σύγκρουση — ιδιαίτερα όταν επρόκειτο για ζητήµατα που αφορούσαν τον δηµόσιο χώρο και την αισθητική της πόλης: αυθαίρετες παρεµβάσεις σε κτήρια, υπερβολικές ή κακοτοποθετηµένες ταµπέλες, εγκαταλελειµµένα ή επικίνδυνα αντικείµενα.
∆εν ξέρω αν το έβλεπε ως «αντίσταση» µε τη στενή έννοια. Ήταν, όµως, σίγουρα µια βαθιά συνεπής στάση απέναντι στη ζωή. Το ποδήλατό του έγινε σήµα κατατεθέν, γιατί εξέφραζε ακριβώς αυτό που ήταν: ένας άνθρωπος που επέλεγε συνειδητά έναν πιο απλό, ουσιαστικό και υπεύθυνο τρόπο ύπαρξης — ακόµη κι αν αυτό τον έφερνε, κάποιες φορές, απέναντι µε την ευκολία της εποχής µας.
Πώς η ιδιότητα του αρχιτέκτονα περιόριζε ή, αντίθετα, απελευθέρωνε τον οικολόγο Αντώνη; Πιστεύετε ότι οραµατιζόταν µια διαφορετική πόλη για εµάς;
Ο Αντώνης δεν ένιωθε ποτέ ότι περιορίζεται από την ιδιότητα του αρχιτέκτονα — το αντίθετο. Την είχε µετατρέψει σε ένα εργαλείο για να εκφράσει κάτι πολύ πιο βαθύ. Για εκείνον, η αρχιτεκτονική δεν ήταν µόνο κτίρια και σχέδια· ήταν ένας τρόπος να φροντίζει τον χώρο, όπως φρόντιζε και τη φύση. Ο οικολόγος µέσα του δεν ερχόταν σε σύγκρουση µε τον αρχιτέκτονα — συνοµιλούσαν διαρκώς. Έψαχνε πάντα µια ισορροπία: πώς να χτίζουµε χωρίς να πληγώνουµε, πώς να ζούµε χωρίς να αποξενωνόµαστε από το περιβάλλον µας. Πιστεύω βαθιά ότι οραµατιζόταν µια διαφορετική πόλη για όλους µας. Μια πόλη πιο ήσυχη, πιο ανθρώπινη, µε περισσότερο φως και ανάσα. Μια πόλη που δεν θα σε κουράζει, αλλά θα σε κρατά. Και ίσως αυτό να ήταν το πιο ουσιαστικό του έργο — όχι µόνο ό,τι άφησε πίσω του σε µορφή, αλλά ο τρόπος που µας έµαθε να βλέπουµε τον κόσµο γύρω µας
Η παράταση της έκθεσης επιβεβαίωσε ότι το κοινό των Χανίων «διψούσε» για το έργο του. Τι πιστεύετε ότι άγγιξε περισσότερο τους επισκέπτες;
Η παράταση της έκθεσης µε συγκίνησε βαθιά, γιατί ένιωσα σαν να συνεχίζεται ένας διάλογος του Αντώνη µε τον κόσµο. Η αναδροµική αυτή έκθεση, µε τα πολυσχιδή της στοιχεία, αλλά και η ίδια η παράτασή της, ανέδειξαν ουσιαστικά το ποιος ήταν: πώς επεξεργαζόταν τα υλικά, µε πόση φροντίδα και ευαισθησία, αλλά και την ευρύτητα της καλλιτεχνικής του µατιάς.
Οµολογώ πως η επισκεψιµότητα ήταν κάτι που δεν το περίµενα. Με συγκίνησε πολύ — ιδιαίτερα η επίσκεψη των σχολείων. Το να βλέπεις νέα παιδιά να στέκονται µπροστά στο έργο του, να παρατηρούν, να ρωτούν, να νιώθουν, ήταν σαν να αποκτά το έργο του µια συνέχεια, µια νέα ζωή.
Νοµίζω πως αυτό που άγγιξε περισσότερο τους επισκέπτες δεν ήταν µόνο η αισθητική του έργου του, αλλά η αλήθεια που κουβαλούσε. Ο Αντώνης δηµιουργούσε µε έναν τρόπο ειλικρινή, σχεδόν τρυφερό. ∆εν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει· προσπαθούσε να επικοινωνήσει. Και αυτή η καθαρότητα, αυτή η αγάπη για τον άνθρωπο και το περιβάλλον, περνάει — τη νιώθεις.
Πολλοί µου είπαν ότι ένιωσαν µια ηρεµία, µια σύνδεση, σαν να τους θύµισε κάτι πολύ δικό τους. Ίσως τελικά αυτό να ήταν το πιο δυνατό στοιχείο του έργου του: ότι δεν στεκόταν απέναντί σου, αλλά δίπλα σου. Και σε καλούσε, πολύ ήσυχα, να δεις τον κόσµο λίγο αλλιώς
Πόσο δύσκολο ήταν για την οικογένεια να συγκεντρώσει αυτό το υλικό και τι είδους «ανακαλύψεις» κάνατε στο αρχείο του κατά τη διάρκεια της προετοιµασίας;
Η συγκέντρωση αυτού του υλικού ήταν µια βαθιά συγκινητική αλλά και απαιτητική διαδικασία για την οικογένεια. Μέσα σε όλο αυτό, υπήρξαν και στιγµές πραγµατικής έκπληξης. Το να ανακαλύπτω έργα του Αντώνη σε σπίτια φίλων — ακόµη και ανθρώπων που δεν γνώριζα ότι είχαν έργα του — ήταν κάτι που δεν το περίµενα. Και το πιο όµορφο ήταν πως όλοι, µε µεγάλη προθυµία και χαρά, τα εµπιστεύτηκαν για να εκτεθούν. Ήταν έργα που κάλυπταν µια πολύ µεγάλη χρονική διαδροµή, από τη δεκαετία του ’80 µέχρι και σήµερα, και αυτό από µόνο του έδινε µια αίσθηση συνέχειας και εξέλιξης.
Όταν έφυγε από τη ζωή και χρειάστηκε να τακτοποιήσω το σπίτι του, πέρα από την οδύνη, ήρθα αντιµέτωπη µε έναν ολόκληρο κόσµο που δεν είχα δει ποτέ. Βρήκα πράγµατα που δεν φανταζόµουν ότι υπήρχαν — έναν πραγµατικό «θησαυρό», όπως πολύ εύστοχα τον χαρακτήρισε η µουσειολόγος και ιστορικός τέχνης, Μυρτώ Κοντοµυτάκη.
Ήταν µια εµπειρία βαθιά συγκινητική, αλλά και βαριά. Γιατί µαζί µε την ανακάλυψη έρχεται και η συνειδητοποίηση της παρακαταθήκης που έχει αφήσει πίσω του. Ένα φορτίο ευθύνης, αλλά ταυτόχρονα και ένα πολύτιµο δώρο — να µπορέσω να το µοιραστώ µε τον κόσµο, όπως του άξιζε.
Τι σήµαινε για την οικογένειά σας η κίνηση του Πανεπιστηµίου Κρήτης να δοθεί το όνοµά του στην αίθουσα των καλλιτεχνικών;
Η απόφαση του Πανεπιστηµίου Κρήτης να δώσει το όνοµα του Αντώνη στην αίθουσα όπου δίδαξε για τριάντα ολόκληρα χρόνια ήταν για µένα µια στιγµή που µε συγκλόνισε. Η καρδιά µου γέµισε θλίψη, γιατί µου λείπει κάθε µέρα, αλλά ταυτόχρονα ένιωσα περηφάνεια, ευλογία και βαθιά τιµή που αυτός ο άνθρωπος ήταν ο αδελφός µου.
Νιώθω ότι µέσα σε αυτή την κίνηση ζωντάνεψε για λίγο ξανά ο ίδιος — η αγάπη του για τους µαθητές, η αφοσίωσή του στη διδασκαλία, η ευαισθησία και η καλοσύνη του. Κάθε στιγµή που περπατούσα στην αίθουσα, ένιωθα σαν να ήταν εκεί, να χαµογελά, να παρατηρεί, να εµπνέει.
Θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς όλους τους φίλους και τις φίλες του, που στάθηκαν δίπλα µου µε τόση αγάπη και υποστήριξη σε όλη αυτή την πορεία. Ήταν ένα ταξίδι συγκίνησης, αναµνήσεων και ανακαλύψεων — και η παρουσία τους έκανε τη µνήµη του Αντώνη ακόµα πιο ζωντανή. Η κληρονοµιά του δεν είναι µόνο τα έργα του, αλλά η αγάπη και η έµπνευση που συνεχίζει να χαρίζει σε όλους µας
*Η Μαρία Α. ∆ρακάκη είναι Επιµελήτρια του Μουσείου Σχολικής Ζωής ∆ήµου Χανίων µε ειδίκευση στην πολιτισµική επικοινωνία και πολιτιστική διαχείριση
** Το φωτογραφικό υλικό που συνοδεύει το αφιέρωµα προέρχονται από το προσωπικό αρχείο της οικογένειας Τσουπάκη.
Θερµές ευχαριστίες στην κ. Χαρά Τσουπάκη για την ευγενική παραχώρηση της συνέντευξης και του πολύτιµου φωτογραφικού υλικού, που µου επέτρεψαν τη βιωµατική προσέγγιση της δηµιουργίας και της εκπαιδευτικής κληρονοµιάς του αδελφού της
ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΑ ΣΤΙΣ ∆ΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ
Chania Culture: Επίσηµη παρουσίαση της έκθεσης.
Χανιώτικα Νέα: Αναφορά στο έργο και τη µνήµη του δηµιουργού.
Πανεπιστήµιο Κρήτης: Τελετή ονοµατοδοσίας Αίθουσας Καλλιτεχνικών Μαθηµάτων.


