■ Ενδιαφέρουσες οµιλίες στο Ινστιτούτο Επαρχιακού Τύπου
Πτυχές της ιστορίας της Κρήτης αναδείχθηκαν µέσα από τις εισηγήσεις του Επιστηµονικού Συµποσίου για τη Μεταπολιτευτική Επανάσταση, που πραγµατοποιήθηκε το Σάββατο στις εγκαταστάσεις του Ινστιτούτου Επαρχιακού Τύπου, στους Αγίους Πάντες Αποκορώνου, στο Ίδρυµα «Αγία Σοφία».
Το συµπόσιο φώτισε µια από τις πιο σύνθετες και καθοριστικές περιόδους της κρητικής ιστορίας, από το 1895 έως και τη διαµόρφωση της Κρητικής Πολιτείας. ∆εν παρουσιάστηκε µόνο η επαναστατική δράση, αλλά και το ευρύτερο περιβάλλον µέσα στο οποίο αυτή γεννήθηκε: η οικονοµική κρίση, η πολιτική αποσταθεροποίηση, οι εσωτερικές αντιθέσεις των χριστιανικών πληθυσµών, η στάση των Μεγάλων ∆υνάµεων, ο ρόλος της επίσηµης Ελλάδας, η στρατιωτική σηµασία της Σούδας, αλλά και η αντανάκλαση του Κρητικού Ζητήµατος στον Τύπο της εποχής.
Οµιλητές ήταν οι Στέλλα Αλιγιζάκη, φιλόλογος, ιστορικός, Νίκος Ανδριώτης, δρ Ιστορίας ΕΚΠΑ, Ζαχαρίας Αντωνάκης, ιστορικός, φιλόλογος, π. Μιχαήλ Βλαβογιλάκης, θεολόγος, ιστορικός ερευνητής, Ειρήνη Καλαϊτζάκη, εκπαιδευτικός, Τόνια Καφετζάκη, δρ Ιστορίας, εκπαιδευτικός, Ισµήνη Κριάρη, πρ. πρύτανις Παντείου Πανεπιστηµίου, πρόεδρος Εθνικής Αρχής Ιατρικώς Υποβοηθούµενης Αναπαραγωγής, ∆ηµήτρης Κυπριωτάκης, ερευνητής Ιστορικού Μουσείου Κρήτης, µεταδιδακτορικός ερευνητής Πανεπιστηµίου Κρήτης, Μάνος Περάκης, δρ Ιστορίας, Μαρία Σωρού, φιλόλογος, ιστορικός και Εµµανουήλ Χαλκιαδάκης, επίκουρος καθηγητής (υπό διορισµό) Πανεπιστηµίου Κρήτης.
Κεντρικό νήµα πολλών εισηγήσεων αποτέλεσε η διαπίστωση ότι η Κρήτη µετά το 1889 βρισκόταν πλέον σε έναν ιστορικό «δανεικό χρόνο». Η µονοµερής ανατροπή κρίσιµων προβλέψεων της Σύµβασης της Χαλέπας, η πολιτική κρίση, η δηµοσιονοµική ασφυξία και η σταδιακή αποξένωση των χριστιανών Κρητών από την Πύλη διαµόρφωσαν τις προϋποθέσεις για την έξοδο του νησιού από το οθωµανικό πλαίσιο. Η επανάσταση του 1896 παρουσιάστηκε έτσι όχι ως ένα µεµονωµένο ξέσπασµα, αλλά ως η κορύφωση µιας βαθύτερης διαδικασίας πολιτικής και κοινωνικής µετάβασης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η ανάδειξη των αντιπολιτευτικών φωνών απέναντι στη Μεταπολιτευτική Επιτροπή και στον Μανούσο Κούνδουρο. Όπως προέκυψε από την εισήγηση της Στέλλας Αλιγιζάκη, η επανάσταση δεν βρήκε εξαρχής καθολική αποδοχή. Πολιτικοί παράγοντες, διπλωµάτες, η επίσηµη Ελλάδα, το Πατριαρχείο, αλλά και τµήµατα της κρητικής κοινωνίας αντιµετώπισαν µε επιφυλακτικότητα ή και εχθρότητα την επαναστατική κινητοποίηση. Στο ίδιο πλαίσιο αναδείχθηκε και η στάση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος το 1895 δεν υποστήριξε τη Μεταπολιτευτική Επανάσταση, καθώς εκτιµούσε ότι οι συνθήκες δεν ευνοούσαν την ανοιχτή εξέγερση.
Παράλληλα, η µορφή του Μανούσου Κούνδουρου παρουσιάστηκε µέσα από τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις της εποχής. Από τη µία πλευρά, υπήρξε ηγετική προσωπικότητα της επαναστατικής κινητοποίησης και συνέταξε το υπόµνηµα των κρητικών διεκδικήσεων. Από την άλλη, βρέθηκε αντιµέτωπος όχι µόνο µε την οθωµανική διοίκηση, αλλά και µε τους πολιτικούς κύκλους που προέκριναν συνεννόηση, σταδιακές µεταρρυθµίσεις ή επαναφορά στο καθεστώς της Χαλέπας.
Σηµαντική διάσταση δόθηκε και στις ανατολικές επαρχίες της Κρήτης, όπου η Μεταπολιτευτική Επανάσταση δεν έγινε αρχικά δεκτή µε τον ίδιο τρόπο όπως στη δυτική Κρήτη. Η σταδιακή επέκταση του κινήµατος προς την ανατολική Κρήτη φανέρωσε τόσο τις τοπικές επιφυλάξεις όσο και τη δυναµική που απέκτησε η επανάσταση όσο το Κρητικό Ζήτηµα έπαιρνε νέα τροπή µε την ανάµειξη των Μεγάλων ∆υνάµεων.
ΤΟ ΙΤΖΕ∆ΙΝ
Η στρατηγική σηµασία της Σούδας και του φρουρίου Ιτζεδίν αναδείχθηκε από την Ειρήνη Καλαϊτζάκη, η οποία παρουσίασε το φρούριο ως µια ισχυρή οθωµανική πολεµική µηχανή στον κόλπο της Σούδας. Οι αναφορές στα κανόνια Krupp, στα πολυκάνα Nordenfelt, στους προµαχώνες, στις πυριτιδαποθήκες και στις οχυρωµατικές εγκαταστάσεις συνέδεσαν τη στρατιωτική υποδοµή µε τα γεγονότα της περιόδου 1895-1897, αλλά και µε την πολιορκία του Βάµου, ένα από τα καθοριστικά επεισόδια της Μεταπολιτευτικής Επανάστασης.
Από άλλη οπτική, ο ∆ηµήτρης Κυπριωτάκης ανέδειξε τις προσπάθειες για την ανάπτυξη των συγκοινωνιακών υποδοµών στην Κρήτη κατά τη µεταβατική περίοδο 1889-1898. ∆ρόµοι, λιµάνια, γέφυρες, ακτοπλοϊκές γραµµές και ακόµη και σχέδια σιδηροδροµικού δικτύου αποτυπώνουν ένα νησί που προσπαθούσε να ξεπεράσει την αποµόνωση της ενδοχώρας και να συνδέσει την οικονοµική ανάπτυξη µε τη θεσµική µετάβαση. Ωστόσο, όπως φάνηκε, οι προσπάθειες αυτές συναντούσαν εµπόδια: αδυναµία χρηµατοδότησης, αντιπαραθέσεις µεταξύ περιοχών, δυσκολίες εφαρµογής της προσωπικής εργασίας και διαρκή ένταση ανάµεσα στην ανάγκη για µεγάλα έργα και στον φόβο νέου χρέους.
Η διεθνής διάσταση του Κρητικού Ζητήµατος παρουσιάστηκε από τον Νίκο Ανδριώτη, ο οποίος ανέλυσε την πορεία από τη διπλωµατική επέµβαση των Μεγάλων ∆υνάµεων έως τη στρατιωτική παρουσία και τη θεσµική οργάνωση της διεθνούς κατοχής. Από τη σύνοδο των πρεσβευτών στην Κωνσταντινούπολη και τον Κανονισµό της Κρήτης το 1896, έως την απόβαση ευρωπαϊκών στρατευµάτων, τον κανονιοβολισµό του Ακρωτηρίου, τον ναυτικό αποκλεισµό και την άφιξη του Πρίγκιπα Γεωργίου τον ∆εκέµβριο του 1898, το Κρητικό αναδείχθηκε ως ζήτηµα ευρωπαϊκής ισορροπίας και διεθνούς διαχείρισης.
Ξεχωριστή νότα στο συµπόσιο έδωσε η εισήγηση της Τόνιας Καφετζάκη για τον «Ρωµηό» του Γεωργίου Σουρή. Μέσα από τον σατιρικό Τύπο της εποχής, οι εξελίξεις στην Κρήτη από το 1896 έως το 1898 αποτυπώθηκαν µε έντονη πολιτική αιχµή. Η Κρήτη, οι Κρήτες, η ελληνική κοινωνία, ο βασιλιάς, οι πολιτικοί, οι Ευρωπαίοι και οι Τούρκοι γίνονται πρόσωπα και σύµβολα σε ένα σατιρικό σύµπαν που δεν περιορίζεται στο χιούµορ, αλλά λειτουργεί ως ιστορική µαρτυρία για τα πάθη, τις προσδοκίες και τις απογοητεύσεις της εποχής.
Μέσα από τις εισηγήσεις αναδείχθηκε ότι η Μεταπολιτευτική Επανάσταση δεν υπήρξε απλώς ένα επεισόδιο της κρητικής επαναστατικής παράδοσης. Υπήρξε το σηµείο όπου συναντήθηκαν η κοινωνική κόπωση, η οικονοµική κρίση, η πολιτική διεκδίκηση, οι τοπικές αντιθέσεις, η διεθνής διπλωµατία και η στρατιωτική ισχύς. Στον Αποκόρωνα, έναν τόπο άρρηκτα δεµένο µε τα γεγονότα εκείνης της περιόδου, το συµπόσιο επανέφερε στο προσκήνιο όχι µόνο τα γεγονότα, αλλά και τα ερωτήµατα που τα γέννησαν: πότε µια κοινωνία παύει να αντέχει το παλιό καθεστώς, πώς διαµορφώνεται η µετάβαση και ποιοι είναι τελικά οι παράγοντες που µετατρέπουν µια τοπική εξέγερση σε διεθνές ζήτηµα.
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ
Το συµπόσιο συνδιοργανώθηκε από το Εθνικό Ίδρυµα Ερευνών και Μελετών «Ελεύθεριος Κ. Βενιζέλος», το Ίδρυµα Εµµανουήλ Αρτεµίου Μαριακάκη, το Κοινωφελές Ίδρυµα Αγία Σοφία, το Ινστιτούτο Επαρχιακού Τύπου, τον ∆ήµο Αποκορώνου και την Περιφέρεια Κρήτης.
Το συµπόσιο ξεκίνησε µε τον χαιρετισµό του Γενικού ∆ιευθυντή του Εθνικού Ιδρύµατος ”Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος” Γιώργου Κουκουράκη, ο οποίς αναφέρθηκε στις διήµερες εκδηλώσεις που πραγµατοποιήθηκαν παρουσία του προέδρου της ∆ηµοκρατίας κ. Τασούλα ο οποίος έκανε και τα αποκαλυπτήρια της προτοµής του αείµνηστου Νίκου Παπαδάκη στον Βάµο.
Ο δήµαρχος Αποκορώνου Χαράλαµπος Κουκιανάκης συνέδεσε το αγωνιστικό παρελθόν του Αποκόρωνα µε τις σύγχρονες προκλήσεις και τους αγώνες του σήµερα, ενώ εκ µέρους του Ινστιτούτου Επαρχιακού Τύπου ο Παρασκευάς Περάκης στάθηκε στην απώλεια του Νίκου Παπαδάκη και στην ανάγκη να συνεχιστεί το σπουδαίο έργο που άφησε πίσω του.
Θετικός απολογισµός των εκδηλώσεων
Σε µια ανακοίνωση – απολογισµό των εκδηλώσεων, ο δήµαρχος Χαράλαµπος Κουκιανάκης σχολιάζει πως οι δράσεις των προηγούµενων ηµερών αποτέλεσαν «ζωντανή απόδειξη ότι η ιστορία εξακολουθεί να φωτίζει το παρόν και να καθοδηγεί το µέλλον». Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σηµασία δόθηκε στη συνεργασία φορέων, ιδρυµάτων, πολιτιστικών συλλόγων, εθελοντών και πολιτών, που συνέβαλαν στη διοργάνωση.
Ο δήµαρχος σχολιάζει πως ο Νικόλαος Παπαδάκης υπήρξε προσωπικότητα που αφιέρωσε τη ζωή του στη διάσωση και ανάδειξη της κρητικής ιστορίας. Η ανέγερση της προτοµής του στον τόπο που τον γέννησε παρουσιάστηκε ως πράξη µνήµης, τιµής και αναγνώρισης της προσφοράς του.
Σηµαντική ήταν και η επιτυχία του αγώνα δρόµου που πραγµατοποιήθηκε προς τιµήν του, µε τη συµµετοχή δροµέων και πολιτών. Η ανταπόκριση αυτή, σύµφωνα µε τον ∆ήµο Αποκορώνου, επιβεβαίωσε ότι η παρακαταθήκη του Παπαδή εξακολουθεί να εµπνέει και να ενώνει τις νεότερες γενιές.
Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε και στην παρουσία αντιπροσωπειών από άλλους ιστορικούς τόπους της χώρας. Στις εκδηλώσεις συµµετείχαν εκπρόσωποι του ∆ήµου Καλαβρύτων, µε επικεφαλής τον δήµαρχο Αθανάσιο Παπαδόπουλο, του ∆ήµου Επιδαύρου µε τον δήµαρχο Αναστάσιο Χρόνη, καθώς και του ∆ήµου Βοΐου, µε τον πρόεδρο του ∆ηµοτικού Συµβουλίου Αλέξανδρο Ζιµπιλίδη, αντιδηµάρχους και εκπροσώπους του ∆ήµου.
Η παρουσία τους, όπως αναφέρεται στο δελτίο του ∆ήµου Αποκορώνου, ανέδειξε την ανάγκη να διατηρηθούν και να ενισχυθούν οι δεσµοί ανάµεσα στους τόπους που συνδέθηκαν µε µεγάλους αγώνες του Ελληνισµού. Μέσα από αυτή τη συνάντηση ιστορικών περιοχών, διατυπώθηκε µήνυµα συνεργασίας, αλληλεγγύης και κοινής πορείας.
«Ο Αποκόρωνας απέδειξε για ακόµη µία φορά ότι µπορεί να τιµά το παρελθόν του µε αξιοπρέπεια, να υπηρετεί το παρόν µε σοβαρότητα και να σχεδιάζει το µέλλον µε αυτοπεποίθηση», τονίζεται στην ανακοίνωση.


