» Aurora Venturini (συλλογική µετάφραση, εκδόσεις Carnívora)
∆εν θα διάβαζα το µυθιστόρηµα αυτό, όχι σύντοµα τουλάχιστον, αν δεν δεχόµουν ισχυρές προτροπές σχεδόν ταυτόχρονα µε την κυκλοφορία του. Μοιάζει, και ίσως να είναι, κατά κύριο λόγο µοναχική διαδικασία η χάραξη και η διάνυση του αναγνωστικού µονοπατιού, ωστόσο, συµβαίνει, αν είσαι τυχερός, κι εγώ θεωρώ εαυτόν τυχερό, να σου απλώνονται νήµατα από αναγνώστες που εκτιµάς. ∆εν είναι απλό να «πείσεις» κάποιον να παρεκτραπεί των επόµενων λίγων βηµάτων του µονοπατιού, το πάθος στο βλέµµα είναι το πιο σύνηθες, η απλή επισήµανση πως το τάδε ή το δείνα βιβλίο είναι ωραίο δεν αρκεί, πάρα πολλά ωραία βιβλία υπάρχουν εκεί έξω. Στην περίπτωση της Αουρόρα Βεντουρίνι, γεννηµένης στην Αργεντινή το 1921, και του βιβλίου της, το πάθος στο βλέµµα των τριών αναγνωστριών συνοδεύτηκε από δύο ακόµα συστατικά, εκείνο της ηλικίας της συγγραφέως όταν έγραψε το βιβλίο, ήταν ογδόντα πέντε ετών, και το απέστειλε χωρίς υπογραφή σε έναν διαγωνισµό υπό την προεδρία της Μαριάννα Ενρίκες, όπου και κέρδισε το πρώτο βραβείο, και ο πρόλογος της ήδη αγαπηµένης συγγραφέως στην έκδοση, µια υπογραφή-εγγύηση για το περιεχόµενο.
Οι προσδοκίες εδώ είχαν να κάνουν κυρίως µε την περιέργεια απόρροια της ηλικίας τής συγγραφέως. Έχω σηµειώσει ξανά, αρκετές ίσως φορές, πόσο προκλητική και γοητευτική µου φαίνεται η διατήρηση ή και η γέννηση της φρεσκάδας σε αντιδιαστολή µε τη φαινοµενικά αναπόφευκτη συντήρηση που το πέρας της ηλικίας επιφέρει στην πλειοψηφία των ανθρώπων, ακόµα και εκείνων που κάποτε υπήρξαν ριζοσπαστικοί ή έτσι, τουλάχιστον, έδειχναν και ισχυρίζονταν. Πάντοτε θα θυµάµαι και θα µνηµονεύω την περίπτωση του Χούλιο Κορτάσαρ. ∆εν είναι λίγοι οι συγγραφείς που γράφουν ή συνεχίζουν να γράφουν σε µεγάλη ηλικία, η περιέργεια εδώ γεννήθηκε από το ύφος και την «πολιτική» των εκδόσεων Carnívora, που καθιστούν τον κατάλογό τους άκρως σύγχρονο, ειδικά των έργων που αποτελούν την κίτρινη σειρά. Όλων αυτών λεχθέντων, βρισκόµαστε στο αναγνωστικό κατώφλι, στο κυρίως διακύβευµα.
Μια πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, η Γιούνα, εξιστορεί την ιστορία µιας φτωχής οικογένειας γυναικών, ξαδέλφες µεταξύ τους, που κάθε µία πάσχει και από κάποια γενετική ανωµαλία. Εκείνη, εξαιτίας του έµφυτου ταλέντου της και µε την αρωγή ενός καθηγητή της, θα καταφέρει να γίνει µια πετυχηµένη ζωγράφος. Βρισκόµαστε στην Αργεντινή της δεκαετίας του σαράντα.
Η ελάχιστη αυτή σύνοψη δεν προσφέρει και πολλά στον υποψήφιο αναγνώστη, ίσως και να µην του δηµιουργεί καν την επιθυµία ανάγνωσης. Καταφυγή στο κλισέ: σηµασία δεν έχει τόσο τι ιστορία θα αφηγηθείς αλλά ο τρόπος που θα το κάνεις. Και η Βεντουρίνι το κάνει περίφηµα.
Σε µια εποχή που η ολοένα και µεγαλύτερη επικράτηση των πάσης φύσεως και µορφής σεµιναρίων δηµιουργικής γραφής έχει ως αποτέλεσµα µια λογοτεχνία στρογγυλεµένη ακόµα και όταν αυτή η λείανση της επιφάνειας δεν συνάδει µε το περιεχόµενο. Επίσης, η αποµάγευση. Αναφέροµαι στην απόπειρα, αναπόφευκτα αποτυχηµένη στο πλήρες εύρος της, για ποσοτικοποίηση και ποιοτική ανάλυση των συστατικών της καλής ή της ευπώλητης λογοτεχνίας, η µανία για να αποτυπωθεί στη θεωρία η κατασκευή και η λειτουργία του κάθε βιβλίου, λες και υπάρχουν απαντήσεις για τα πάντα, εδώ στις θετικές απαντήσεις και δεν έχουµε απαντήσεις για τα πάντα, κάθε άλλο, συχνά οι επιστήµονες φτάνουν µέχρι ένα σηµείο και τότε αναγκάζονται να καταφύγουν σε υποθέσεις, σε µια άνω τελεία, ελπίζοντας πως το µονοπάτι θα συνεχιστεί στο µέλλον, αν µέχρι τότε δεν έχει αποδεχθεί αδιέξοδο και παραπλανητικό. Υποψιάζοµαι πως αρκετές «φωνές» που από απόσταση χρόνων µας παίρνουν το µυαλό και γεννούν έναν ατόφιο ενθουσιασµό για τη µοναδικότητά τους, για τον ρηξικέλευθο χαρακτήρα τους, την επαναστατικότητά τους, επίσης, και όλα όσα προσέφεραν στο λογοτεχνικό ποτάµι, δεν θα υπήρχαν σήµερα, θα είχαν απορριφθεί ή θα είχε γίνει απόπειρα οµογενοποίησης.
Πίσω στο βιβλίο µας τώρα. Ακόµα ένα κλισέ: δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη. Το επίθετο µοναδικός, που τόσο θέλω να τοποθετήσω µπροστά από το ουσιαστικό γραφή στην περίπτωση της Βεντουρίνι, αναγκαστικά γίνεται καταχρηστικά, πώς αλλιώς. Ωστόσο, υπάρχει µια παγίδα, που νιώθω πως πρέπει να επισηµάνω, µια σηµείωση για έναν µεγαλύτερης ηλικίας εαυτό µε ροπή στην επιλεκτική λήθη: το γεγονός πως διαβάζοντας ένα βιβλίο, µιλώντας για λογοτεχνία, µπορεί κάποιος να εντοπίσει ένα ή περισσότερα νήµατα σύνδεσης µε µια λογοτεχνική παράδοση ή και µε έναν µόνο σηµαντικό συγγραφέα, δεν σηµαίνει, σε καµία περίπτωση, πως τα πάντα έχουν ήδη ειπωθεί µε τον καλύτερο ή τον µοναδικό τρόπο. Η λογοτεχνία ήταν και πάντα θα είναι ένα φαινόµενο δυναµικό, ακόµα µια υποψία κλισέ, που ακολουθεί, συγχρονίζεται ή προηγείται της εποχής της. Ακόµα και όταν ακολουθεί, αυτό δεν σηµαίνει πως στερείται αξίας ή ενδιαφέροντος, σε καµία περίπτωση, παρότι η νεκροφιλία αποτελεί ίδιον µερίδας αναγνωστών που απεγνωσµένα θέλουν να επιβεβαιώνουν όσα γνωρίζουν ή πιστεύουν πως γνωρίζουν για τον κόσµο.
Η περίπτωση της Βεντουρίνι καθίσταται ιδιαίτερη για ποικίλους λόγους. Η ιδιαίτερη αφηγηµατική φωνή που επιλέγει, σύµφωνοι το έχουν κάνει και άλλοι, ας αφήσω εδώ να υπάρχει το όνοµα του Φόκνερ, είναι ένας από τους λόγους. Ο σηµαντικότερος ωστόσο θεωρώ πως είναι η απόφαση να τοποθετήσει την ιστορία της στη δεκαετία του σαράντα, όχι γιατί είναι απαραίτητο για την ιστορία ή γιατί αποτελεί πρωτεύουσα φιλοδοξία της να ανασύρει κοινωνικοπολιτικό περιεχόµενο από τη στέρνα του παρελθόντος, αλλά γιατί µοιάζει να βρίσκει ενδιαφέρουσα την ιδέα να µιλήσει για πράγµατα γνώριµα, γυναίκες δυσκολεµένες στο πλαίσιο της εποχής τους, µε τρόπο φαινοµενικά µόνο παλιακό αλλά ταυτόχρονα διαχρονικό, σύγχρονο και επίκαιρο, ίσως για να µας επισηµάνει πως σε κάθε εποχή ο τρόπος και µαζί του το λεξιλόγιο, το ορθό και το πρέπον διαφέρουν. Εδώ εντοπίζεται η φρεσκάδα και η αντίστιξη µε την ηλικία της, η οξυδέρκεια στην παρατήρηση των αλλαγών, των εξελίξεων, των διεκδικήσεων (και) µέσα από τη λογοτεχνία.
Η διάχυτη αβεβαιότητα για το πώς στέκεται η συγγραφέας απέναντι στην πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια και µέσω αυτής απέναντι στις υπόλοιπες γυναίκες της ιστορίας, άραγε τη συµπονά ή την κοροϊδεύει, την αγαπά ή της είναι αδιάφορη, ένα άψυχο πιόνι στην παρτίδα που θέλει να αναπτύξει στο αφηγηµατικό ταµπλό;, δίνει µια επιπρόσθετη του ύφους και της φωνής συνοχή στο µυθιστόρηµα. Από αυτή την αβεβαιότητα πηγάζει επίσης η επίφοβη, τελικώς εκτελεσµένη άψογα, ισορροπία ανάµεσα στο γκροτέσκο και το σοβαρό, το κωµικό και το τραγικό, το υπερρεαλιστικό και το ακραία ρεαλιστικό. Η Βεντουρίνι αποτυπώνει επακριβώς τους όρους µε τους οποίους γίνεται η συζήτηση για τα µη προνοµιούχα άτοµα, για τον τρόπο µε τον οποίο ο όποιος ανθρωπισµός µας συνοδεύεται από µια απέχθεια και αποστροφή στο βλέµµα, ένα ευτυχώς εγώ δεν είµαι έτσι, την πολιτική ορθότητα του φαίνεσθαι, το πώς ένας ανάπηρος, ένα τέρας ίσως;, όπως η Γιούνα και όχι οι αποτυχηµένες ξαδέλφες της, ξεχωρίζουν στο κοινωνικό σύνολο, σε καµία περίπτωση δεν ενσωµατώνονται, δεν γίνονται µία από όλους µας, αλλά το ταλέντο τους, η δεξιοτεχνία τους, µας αναγκάζουν να τις κοιτάξουµε, έστω και πλάγια, έστω και αν πρέπει να αλλάξουν το όνοµά τους ή και την ίδια τους την ιστορία, να προσαρµοστούν σε ένα κατασκεύασµα εαυτού. Και αυτό η Βεντουρίνι το πετυχαίνει αφήνοντας απλώς την Γιούνα να αφηγηθεί την ιστορία τους, µε τον τρόπο που τότε θα γινόταν και σήµερα θα έµοιαζε προβληµατικός έστω και µε την ελάχιστη υποψία ετεροπροσδιορισµού, χωρίς να δοκιµάζει να κάνει δοκιµιακές και θεωρητικές παρεκβάσεις, όπως δηλαδή κάνει η καλή λογοτεχνία, αφήνοντας την ιστορία να στέκει διαρκώς στο προσκήνιο, χωρίς να εκβιάζει και να χάνει τον βηµατισµό της, µε ένα ελαφρύ µειδίαµα στα χείλη.
∆ιαβάζοντας το ωραίο, από πολλές απόψεις, βιβλίο της Βεντουρίνι σκεφτόµουν συχνά Το ακουστικό κέρας της Λεονόρα Κάρινγκτον, αν κάποιο από τα δύο βιβλία σας άρεσε, αναζητήστε το άλλο.


