Παρασκευή, 5 Μαρτίου, 2021

«Οι μέρες και οι νύχτες του Γενάρη»

Γενάρης μήνας και μεθαύριο που έχει 17, είναι η γιορτή του Αγι’ Αντωνιού, μεγάλη η χάρη του! «Στσι 17 του Γεναριού είναι κερά τ’ Αγ’ Αντωνιού», έλεγαν, θυμούμαι, οι παλιές γυναίκες αναμεταξύ τους, στις αποσπερίδες με το που περνούσε η Μεγάλη των Φώτων Γιορτή και η Γιορτή των Γιάννηδων, που αφθονούσαν και τότε στο χωριό μου, όπως και παντού. Για να μην ξεχαστούνε και ξεχάσουνε να πάνε να “λουτρουηθούνε” στο σπήλιο του Ραφιολιού, όπου κατοικοέδρευε ο Άγιος και περίμενε πώς και πώς τη γιορτή του. Γενάρης μήνας και ιδανικός ο καιρός για το κλάδεμα των αμπελιών… Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μην ξανοίγεις, έλεγαν «τω καιρώ εκείνω», που “κυβερνούσαν” οι παροιμίες, οι γερόντοι στους νεότερους, όταν τους ρωτούσαν πότε έπρεπε να γίνει το κλάδος και ποια η σημασία της γέμωσης και της λίγωσης του φεγγαριού. Τον Γενάρη δεν κυκλοφορούνε οι χυμοί και δεν υπάρχει φόβος, έλεγαν και καθάριζαν. Θέσφατο! Μη βρει ακλάδευτα τ’ αμπέλια ο Άη – Γρηγόρης (25 του Γενάρη η γιορτή του) η έγνοια τους. Και για να ‘χω κλαδεμένη την κρεβατίνα μου μέχρι τότε, και να μην το ξεχάσω, το γράφω… Του Γενάρη το φεγγάρι, παρά λίγο μέρα μοιάζει. Μια ακόμα παροιμία για τον πρώτο μήνα του χρόνου που επίσης τη θυμούμαι απ’ τα μικράτα μου. Θεού θάμαση να βλέπεις το φεγγάρι να σεργιανίζει στον ουρανό, όταν αυτός δεν έχει σύννεφα, Γενάρη μήνα πολύ περισσότερο αν είσαι παιδί και σου αρέσει να μετράς τ’ άστρα, για να θυμηθώ τον Μενέλαο Λουντέμη…

Γενάρης ο πρώτος μήνας του χρόνου που πήρε τ’ όνομά του από τον θεό των Ρωμαίων τον Ιανό, τον θεό με τα δυο πρόσωπα. Γενάρης ο μήνας του Αγιου Βασίλη, του ελληνικού Αγιου – Βασίλη, των Φώτων, του Αγιου Ιωάννη του Βαφτιστή, του Αγιου Θεοδόση, του Αγιου Αντωνιού, του Αγιου Αθανάση, του Αγιου Ευθύμη (του Αη-Θυμώτη, όπως τον λένε στο Μπρόσνερο του Αποκόρωνα, του Αγιου Γρηγόρη, του Αγιου Ιωάννη του Χρυσοστόμου και βέβαια των Τριών Ιεραρχών που τους γιορτάζαμε μια φορά κι έναν καιρό ως προστάτες της ταλαίπωρης και ταλαιπωρημένης παιδείας μας. Γενάρη που τον λένε Γενάρη, γιατί γεννά η μέρα του και τ’ αρνιά. Διπλό τ’ ακούω να κουδουνίζει το “ν” του απ’ τα μικράτα μου…

«Οι νύχτες του Γενάρη έχουν στόμα/ και λένε παραμύθια τις γιορτές/ τσακίζουνε του μπουκαλιού το πώμα/ να πίνουν να μεθάνε ποιητές.// Οι μέρες του Γενάρη έχουν μάτια/ που κλέβουνε το φως και το σκορπούν/ τα δειλινά σε έρημα δωμάτια/ εκείνων που θυμούνται κι αγαπούν.// Οι μέρες και οι νύχτες του Γενάρη/ σαν δέντρα κρεμασμένα στη βροχή/ στιχάκια γράφουν σ’ ένα καλαντάρι/ και στης καρδιάς τα φύλλα μιαν ευχή.// Ο χρόνος του Γενάρη γκρίζα βάφει/ παράθυρα της μνήμης ανοιχτά/ αναπολεί τον ποιητή Καβάφη/ την Αλεξάνδρεια να αποχαιρετά». Το τραγούδι του Παντελή Θαλασσινού “Ο χρόνος του Γενάρη” (στίχοι: Ηλία Κατσούλη).

Κορωνοϊκά… στα πεταχτά

«Χρόνια πολλά, καλή χρονιά, μ’ ειρήνη και υγεία/ να βάλουμε τον Κοβητά σε μόνιμη αργία». «Ν’ ανθίσει το χαμόγελο στα χείλη μας και πάλι/ και από τη θλίψη η χαρά να πάρει τη σκυτάλη». Από το στόμα του φίλου ιερωμένου και στου Θεού τ’ αυτί οι μαντινάδες του, που ήταν “γραφτό” τους να δεκαπενταρίσει ο μήνας για να δημοσιευθούν. Τι “γραφτό” τους, δική μου η ευθύνη, που κάπου “ξώμειναν” στο κινητό.

«Ο κορωνιός δεν σέβεται την τρίτη ηλικία,/ αφήνει νέα κρούσματα και στα γηροκομεία», επισημαίνει στην πρώτη σημερινή μαντινάδα της η Νεκταρία Θεοδωρογλάκη. Για να συνεχίσει με συμβουλές στις άλλες δυο. «Θα πρέπει να προσέχουμε παππούδες και γιαγιάδες/ κι εκείνους που ανήκουνε στις ευπαθείς ομάδες», μας λέει στη δεύτερη. «Όσοι παππούδες έχετε, τα μέτρα να τηρείτε/ μην τους λαβώσει ο ιός, ασπίδα να γενείτε», μας παραγγέλνει στην τρίτη. Σοφή και σαφής η Νεκταρία, όπως πάντα άλλωστε.

Πώς μίκρυνες, άνθρωπε;/ Φταίει αυτή η παρατεταμένη αξιακή ανομβρία/ φταίει κι εκείνος ο αόρατος ιός,/ που ύπουλα και απρόσκλητος,/ έχει εισβάλει στη ζωή σου/ Μασκοφόρος τ’ ολέθρου/ μαστιγώνει τις μέρες/ και “διασωληνώνει” τις νύχτες σου…/ Και τι ζωή θα παραδώσεις στο παιδί σου,/ υπό το κράτος φόβου εγκλεισμού και χορού μεταλλάξεων;/ Χωρίς φιλί, χωρίς άγγιγμα, χωρίς χάδι,/ δε λογιέται ζωή!/ Πώς “μίκρυνες” έτσι άνθρωπε;/ Πώς περιμένεις, ένα εμβόλιο για να σωθείς;/ Οι πειραματισμοί αρκούν;» Στον άνθρωπο που ολοένα μικραίνει τις μέρες του κορωνοϊού απευθύνεται στο παραπάνω άτιτλο ποίημά της, που το έγραψε -ύστερα από πρότασή μου η φίλη νομικός- ποιήτρια Κατερίνα Πίττα απ’ τον Πειραιά. Διάχυτη η αγωνία της.

1 Comment

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες