Σάββατο, 28 Νοεμβρίου, 2020

Ο υλικός κόσμος στη θρησκευτική ποίηση των βυζαντινών Ελλήνων1

Ἐρώτηση: Ὑπάρχει Βυζαντινὴ Ποίηση; Ἡ ἀπάντηση εἶναι καταφατική: ναί, ὑπάρχει.
Μὲ ἔργα ἴσως σημασίας ἥσσονος, κοινότυπα, χωρὶς τὰ φτερουγίσματα ποὺ οἱ μεγάλοι ποιητὲς μὲ εὐκολία πραγματοποιοῦν. Ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα ὑψηλῆς πνοῆς, ἱκανὰ νὰ συγκινήσουν καὶ νὰ γοητεύσουν ἀκόμη καὶ τοὺς πιὸ ἀπαιτητικούς.
Yπάρχει Βυζαντινὴ Ποίηση, τὴν ὁποία ὅμως πρέπει νὰ προσεγγίζει κάποιος ἀφοῦ προηγουμένως ἐνημερωθεῖ σωστὰ καὶ μὲ ἐπάρκεια. Μήπως καὶ ὁ θεατὴς τοῦ δράματος στὴν ἀρχαία Ἀθήνα δὲν ἦταν ἐνημερωμένος; Μήπως δὲν ἐγνώριζε τὴ λειτουργία ἀλλὰ καὶ τὶς συμβάσεις πάνω στὶς ὁποῖες στηρίζονταν τὰ ἔργα; Μήπως δὲν ἀποδεχόταν ὡς στοιχεῖο θεμιτὸ τὰ αὐτονόητα; Τὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς τραγικότητας καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ κύρια συστατικά της, τὴν τραγικὴ εἰρωνεία, δὲν τὰ θεωροῦσε κάτι τὸ ἐντελῶς φυσιολογικό; Κατὰ τρόπο ὅμοιο πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ ὁ δέκτης τῆς Βυζαντινῆς Ποίησης. Νὰ μὴν ἀναμένει π. χ. πρωτοτυπία ὡς πρὸς τὰ θέματά της: τὸ ὑλικὸ ποὺ θὰ χρησιμοποιοῦσε ὁ ποιητὴς ἦταν γνωστό. Ἐκεῖνο ποὺ παράλλασσε ἦταν ὁ τρόπος – συγγραφικὸς καὶ μουσικὸς – σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἐναρμόνιζε αὐτὸ τὸ ὑλικό. Νὰ γνωρίζει ὁ δέκτης ὅτι τὰ θέματα ποὺ πραγματεύονται οἱ ποιητές, ἐφ’ ὅσον προορίζονταν γιὰ τὶς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας, ἦταν ἀναγκαῖο νὰ προσαρμόζονται πρὸς τὶς ἑκάστοτε περιστάσεις καὶ πρὸς τὸ χαρακτήρα κάθε Ἀκολουθίας. Νὰ μὴ σταθεῖ στὸ ὅτι ἡ γλώσσα τὴν ὁποία χρησιμοποίησαν ὡς ἐκφραστικὸ ὄργανό τους οἱ ποιητὲς δὲν ἔχει ἑνιαῖο χαρακτήρα. Κυμαίνεται ἀπὸ τὸν ἀττικισμό, ἀναμιγμένο μὲ ἐπικὰ στοιχεῖα, μέχρι τὴν Κοινὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διανθισμένη μὲ λόγια δάνεια ἀλλὰ καὶ μὲ ἐρανίσματα ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ὁμιλία. Νὰ προσπαθήσει, σὲ θεωρητικὸ τουλάχιστον ἐπίπεδο, νὰ συμμερισθεῖ τὶς θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τοῦ ποιητῆ, τὶς ἀνησυχίες του, τὰ ἐρωτήματά του, τὴν ἀγωνία του. Μόνον ἔτσι θὰ μπορέσει νὰ ἀντιληφθεῖ τὴν εὐαισθησία του.
Ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα γνωρίσματα τοῦ τρόπου, κυρίως τοῦ συγγραφικοῦ, τῶν βυζαντινῶν ποιητῶν ἦταν τὰ δάνεια ἀπὸ τὴν περιβάλλουσα φύση. Βεβαίως, δὲν ἐπρωτοτύπησαν οὔτε ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ σημεῖο. Σὲ ὅλες τὶς ἐποχές, καὶ στὶς μέρες μας, ἡ φύση παρέχει τὰ περισσότερα ἐρεθίσματα καὶ ἐγείρει τὴν ἔμπνευση στοὺς μύστες ὅλων τῶν Τεχνῶν. Τοῦτο ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ἔργο τους. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ θεωρεῖται αὐτονόητο πὼς ἡ φύση εἶναι παρούσα μὲ μία προκαθορισμένη ἀποστολή. Εἶναι παγκοίνως γνωστὸ πώς, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ζοῦμε στὸν ἴδιο χῶρο, λίγοι μόνο, καὶ ἀναλόγως πρὸς τὶς εὐαισθησίες μας καὶ πρὸς τὴ δεκτικότητά μας, ἄλλοτε αἰσθανόμαστε δέος ἢ θαυμασμὸ ἢ ἀγαλλίαση γιὰ ὅ,τι παρατηροῦμε, ἄλλοτε μένουμε ἀδιάφοροι, ἄλλοτε ἀποροῦμε γιὰ τὴν εὐαισθησία τῶν ἄλλων.
Ὁ ποιητὴς ἄνθρωπος – ὄχι δηλαδὴ μόνον αὐτὸς ποὺ κεντάει ποιήματα, ἀλλὰ ὅποιος ἔχει ἕτοιμες τὶς αἰσθήσεις του γιὰ τὴν ἀποδοχὴ καὶ τὴν ἀπόγευση τοῦ ὡραίου – αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τελεῖ ἀδιαλείπτως κάτω ἀπὸ ἕνα καθεστὼς ἰδιότυπης ἐπικοινωνίας μὲ τὸν φυσικὸ κόσμο. Τὸν αἰσθάνεται κομμάτι τῆς ψυχῆς του, ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος θεωρεῖ ὅτι ἀποτελεῖ μόριο τοῦ κόσμου. Μόνιμη φροντίδα του εἶναι ἡ προστασία καὶ ἡ ἀπόλαυση τῆς κοσμικῆς ἁρμονίας. Ὅλα ὅσα συμβαίνουν στὴν προσωπικὴ ζωὴ ἔχουν προ-τυπωθεῖ στὴ φύση. Ἔτσι παίρνει σάρκα καὶ ὀστᾶ μιὰ σχεδὸν μυστικὴ ἐπικοινωνία τοῦ ποιητῆ ἀνθρώπου μὲ τὸν κόσμο. Καὶ πῶς νὰ μὴ συμβαίνει τοῦτο, ἀφοῦ γι’ αὐτὸν ὁ κόσμος εἶναι Κόσμος μὲ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου; Μόνο ποὺ ἕνας ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια Κόσμος προορίζεται νὰ στολίζει τοῦ ἀνθρώπου τὴ ζωή. Θὰ ἀποτολμούσαμε νὰ ποῦμε πὼς βρισκόμαστε μπροστὰ στὸ δεῖγμα τοῦ τέλειου γάμου, γάμου ποὺ ἐπιστεγάζει μιὰ διαλεκτικὴ ἐρωτικὴ σχέση. «Σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς» τοῦ κόσμου ὁ ἄνθρωπος ἐπανέρχεται, προκειμένου νὰ ταυτισθεῖ μὲ αὐτὸν – «ἔσονται εἰς σάρκα μίαν». Ἡ ὀδύνη καὶ ὁ στεναγμὸς τοῦ ἑνὸς μετακινοῦνται αὐτομάτως καὶ πρὸς τὸ ἄλλο μέρος. Τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ κατάπτωση, ἡ ὀργὴ καὶ τὸ μειδίαμα, ἡ γέννηση καὶ ὁ θάνατος, ἡ ἄνοιξη καὶ ὁ χειμώνας εἶναι κοινὰ – Μοῖρα κοινή.
Αὐτὴ ἡ μυστικὴ σχέση φύσης – ἀνθρώπου εἶναι εὔλογο νὰ εὐδοκιμεῖ, ἐξαϋλωμένη πιά, περισσότερο στὸν Χριστιανό, ἀλλὰ καὶ στὸν ἄνθρωπο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἔχει μεσολαβήσει ἡ πνοὴ τοῦ Δημιουργοῦ, τοῦ κοινοῦ πατέρα, ἡ ὁποία ὑποβάλλει τὴν ἔννοια καὶ τὴν ἀντίληψη τῆς ἀδελφότητας. Ὅσο καὶ ἂν ὁ ἄνθρωπος, καὶ κατὰ θεία ἐντολή, «κατακυριεύει τῆς γῆς», ἔχει τὴν αἴσθηση τοῦ ἐπιτρεπτοῦ καὶ τοῦ μὴ ἐπιτρεπτοῦ, τὴν αἴσθηση τοῦ μέτρου. Εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο δὲν ἐπιβάλλεται διὰ τῆς βίας ἢ διὰ τῆς ἀπειλῆς. Εἶναι προϊὸν τῆς αὐτοσυνειδησίας πρὸς τὴν ὁποία «δι’ ὁρωμένων καὶ δι’ ἀοράτων» χειραγωγεῖται ὁ ἄνθρωπος. Ἔτσι φτάνει στὸ σημεῖο νὰ ἀτενίζει πρὸς τὸν κόσμο ὡς πρὸς κάτοπτρο μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶναι σὲ θέση νὰ διακρίνει ὄχι τὸ εἴδωλό του ἀλλὰ τὸν ἐσώτερο κόσμο του ἀπαλλαγμένον ἀπὸ μορφὲς καὶ σχήματα ποὺ εἶναι πρόσκαιρα, ἀφοῦ ἔρχονται καὶ παρέρχονται. Ὁ Δημιουργὸς μὲ τὴ σφραγίδα τὴν ὁποία ἔθεσε στὸν κόσμο βοηθάει τὸν Χριστιανὸ νὰ συναισθάνεται τὴν ἁρμονία καὶ τὴν τελειότητα τῆς Δημιουργίας, ἑπομένως καὶ νὰ ἀντιλαμβάνεται μὲ εὐκολία τὴ λειτουργία της καὶ ὁποιαδήποτε παρέκκλιση ἀπὸ αὐτήν.
Ὁ Χριστιανός, τῆς Καινῆς Διαθήκης ὁ ἄνθρωπος, ἀνακαλύπτει τὴ σχέση αὐτὴ γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη νὰ ἐξεικονίζεται. Ἐκεῖ ὁ ὑμνωδὸς ἐκφράζει τὸν ἀνυπόκριτο θαυμασμό του ἐμπρὸς εἰς τὸ μεγαλειῶδες ἀποτέλεσμα τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ: «κατ’ ἀρχὰς σύ, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις, καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται». Καὶ ἀναφωνεῖ θεώμενος τὸν ὑπερκείμενο κόσμο: «οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα». Τὸ ἱερὸ δέος τὸ ὁποῖο αἰσθανόταν ὁ Δαβὶδ εἶναι διάχυτο καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τοῦ Ψαλτηρίου του. Ἔτσι, μὲ τὶς φράσεις «καθ’ ὅσον ἀπέχουσιν ἀνατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν ἐμάκρυνεν ἀφ’ ἡμῶν τὰς ἀνομίας ἡμῶν» καὶ «(ὅτι) κατὰ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τῆς γῆς ἐκραταίωσε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτὸν» ἐπιχειρεῖ, ἀλλὰ ματαίως, νὰ προσδιορίσει μέτρο μεγέθους πεπερασμένο, μέτρο ποὺ ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ μεταχειρίζεται καὶ νὰ κατανοεῖ. Ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸς ὁ ἀσήμαντος, αὐτὸς τοῦ ὁποίου «ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι», ὁ ὁποῖος «ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ οὕτως ἐξανθήσει». Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραβάλει τὸν ἑαυτό του πρὸς τὸν Κύριο καὶ Θεό του, ἀφοῦ «κρίματα Κυρίου ἐπιθυμητὰ ὑπὲρ χρυσίον καὶ λίθον τίμιον πολύν»; Στὶς ἀποστροφὲς αὐτὲς τὶς γεμάτες λυρισμὸ ἀποσιωπᾶται μὲν ἡ λεπτομέρεια, εἶναι ὅμως εὐχερὴς ὁ διὰ τῆς φαντασίας προσδιορισμός της μέσα ἀπὸ τὴν προβολὴ τοῦ ὅλου. Ὄχι ὅτι δὲν εἶναι σὲ θέση ὁ κάλαμος τοῦ ὑμνωδοῦ νὰ παρουσιάσει καὶ τὴ λεπτομέρεια. Ὑπάρχουν δείγματα καταπληκτικῆς ὡραιότητας, ὅπως αὐτὰ ποὺ συναντᾶμε στὸν ἑκατοστὸ τρίτο Ψαλμό.
Ὅμως ἡ Βυζαντινὴ Ποίηση δὲν ἀναφέρεται στὸν ὑλικὸ κόσμο ἐπειδὴ ἀποβλέπει στὴν προβολὴ τοῦ κάλλους ἀπὸ τὸ ὁποῖο αὐτὸς χαρακτηρίζεται. Ὁ ὑλικὸς κόσμος εἶναι ἁπλῶς ὁ περιέχων (καὶ) τὸν ἄνθρωπο. Οὕτως ἢ ἄλλως ὁ Χριστιανὸς ἀτενίζει μονίμως πρὸς τὸν οὐράνιο, τὸν κόσμο τοῦ παραδείσου. Ὁ ὑπαρκτὸς κόσμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελεῖ ἰδεῶδες, καθότι στερεῖται πραγματικῆς ἀξίας: «τί ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;» εἶχε διδάξει ὁ Ἰησοῦς. Τοῦτο τὸ γνωρίζει ὁ Χριστιανὸς ποιητής, ὁ ὁποῖος πλέον χρησιμοποιεῖ στὴν ποίησή του τὸν ὑλικὸ κόσμο ὡς μέσον μὲ τὸ ὁποῖο ποδηγετεῖ τὸν δέκτη. Δὲν τὸν παρασύρει σὲ χωρὶς νόημα προσκόλλησή του στὴν ὕλη. Δὲν ἔχει αὐτοσκοπὸ νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὰ θέλγητρα τῆς φύσης. Αὐτὰ καθ’ ἑαυτά, ὅσο καὶ ἂν προσεγγίζουν σὲ κάποιο ὅριο, ἰδεατὸ ἔστω, αἰσθητικῆς τελειότητας, δὲν ἔχουν οὐσιαστικὴ ἀξία. Θὰ εἶναι λοιπὸν ὄχι μόνον ἄστοχο ταξίδι ἀλλὰ καὶ περιπέτεια ἐπικίνδυνη ἡ ξενάγηση τοῦ πιστοῦ στὶς φυσικὲς ὀμορφιές. Ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται καὶ ἀπὸ ὕλη, ἔχει καὶ ὑλικὲς ἀνάγκες, ἐνδέχεται λοιπὸν νὰ πλανηθεῖ, ἂν ἁπλωθεῖ μπροστά του ἡ δύναμη τῆς ὕλης. Ὁ ποιητὴς εἰσάγει στὴν ποίησή του τὸν ὑλικὸ κόσμο, προκειμένου νὰ ὁδηγήσει ἀσφαλέστερα καὶ μὲ μεγαλύτερη ἐπιτυχία στὸν ἰδεατὸ κόσμο, δηλαδὴ κοντὰ στὸν Θεό.
Στήριγμά του εἶναι ἡ διαλεκτικὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴ φύση, δημιουργημάτων καὶ τῶν δύο τοῦ κοινοῦ Δημιουργοῦ. Μόνο ποὺ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁπλισμένος μὲ τὸ πανίσχυρο ὅπλο τοῦ νοῦ, ἑπομένως ἀπὸ αὐτὸν ἐξαρτᾶται ἡ πορεία τοῦ διαλόγου του μὲ τὴ φύση, τελικῶς δὲ ἡ ἰσορροπία τῆς διαλεκτικῆς / ἐρωτικῆς σχέσης. Ἂν ἐμβαθύνουμε, θὰ διαπιστώσουμε πὼς ἐκεῖνοι ποὺ πρῶτοι σέβονται τὴ φύση εἶναι ὅσοι ἀποδέχονται τὸν Θεὸ – Δημιουργό. Σ’ αὐτὴν ἀνακαλύπτουν τὴ σοφία του καὶ τὴν παντοδυναμία του. Σ’ αὐτὴν βρίσκουν πλουσιοπάροχα ἁπλωμένη τὴν ἀγάπη του. Μέσα ἀπὸ αὐτὴν διδάσκονται ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει τὴν ἐξουσία νὰ διασαλεύει τὴν ἐπικρατούσα τάξη: μόνο «ὅπου βούλεται Θεὸς νικᾶται φύσεως τάξις». Τὸ ἀξίωμα τοῦτο ὑποδηλώνεται ἀπὸ τὸν Χριστιανὸ ποιητὴ μὲ πολλοὺς τρόπους, ἀλλὰ μὲ τὴν πρόθεση πάντοτε νὰ ὁδηγηθεῖ ὁ δέκτης του πιὸ κοντὰ στὸν Θεό. Τὰ βουνά, οἱ θάλασσες, ὁ ἥλιος, τὰ ἄστρα, οἱ ποταμοί, τὰ σπήλαια, ἡ φωτιά, τὸ φῶς, ὁ ὄφις, ἡ περιστερά, ὁ καρπός, τὰ ζιζάνια, ὅλα πολὺ οἰκεῖα στὸν ἄνθρωπο, ἔχουν τὴ θέση τους σὲ κάποια γωνιὰ τοῦ ποιητικοῦ ἔργου. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐκπέμπουν τὸ σῆμα τους ἐνεργοποιούμενα ἀπὸ τὸν ποιητή. Ἄλλα προτείνονται παραδείγματα πρὸς ἀποφυγὴν ἐξ αἰτίας τῶν ἀτελειῶν ἢ τῶν ἰδιαιτέρων γνωρισμάτων τους, ἄλλα πρότυπα πρὸς μίμηση. Συνήθως ἀνάγονται σὲ σύμβολα εἴτε μὲ τὴν παρομοίωση εἴτε μὲ τὴ μεταφορὰ καὶ τὴν ἀλληγορία εἴτε μὲ ἄλλους ἐκφραστικοὺς τρόπους. Ἄλλοτε πάλι χρησιμοποιοῦνται ὡς ψηφίδα λαμπρῶν εἰκόνων. Ὁπωσδήποτε, κατακοσμοῦν τὸ ποιητικὸ κείμενο «ὑπενθυμίζοντας» ἔτσι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν τὴ θέση τους, μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο, στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.

1. Περικοπὴ ἀπὸ διάλεξη στὴν Κίσαμο (29.3.1995) κατὰ τὴ διάρκεια ἐκδηλώσεως τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κισάμου καὶ Σελίνου καὶ τοῦ Συνδέσμου Φιλολόγων Νομοῦ Χανίων μὲ θέμα τὴ Βυζαντινὴ Ποίηση. Δημοσιεύεται στὸ πλαίσιο τῆς περιόδου τοῦ Τριωδίου.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες