Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου, 2022

Ο τελευταίος άνθρωπος

Ήμουν, λέει, κάπου στη μέση μιας μεγάλης άδειας πλατείας, μιας πλατείας στρωμένης με ψιλή αχνιστή, κόκκινη άμμο, σαν χαμένος. Δεν μπορούσα να προσδιορίσω τι ώρα ήταν, στην πραγματικότητα δεν ήξερα κι αν ήταν μέρα η νύχτα, γιατί ένα τεράστιο άρρωστο κίτρινο σύννεφο κρεμόταν πάνω μου κι έκρυβε τον ουρανό. Καταλάβαινα πως ήταν πολυτέλεια να σκεφτώ την ημερομηνία και προσπαθούσα να εντοπίσω τουλάχιστον πού βρίσκομαι… Μάταιος κόπος! Η ψιλή αχνιστή άμμος κάτω και η κίτρινη ομπρέλα πάνω δεν μου έλεγαν τίποτα. Κάποια μικρή σχετικά τρύπα που υπήρχε ακριβώς στην κορφή του άρρωστου κίτρινου σύννεφου, μου δημιούργησαν την αίσθηση ότι βρίσκομαι κάτω από ένα αναποδογυρισμένο τεράστιο πυργιάλι, αλλά δεν με βοήθησε περισσότερο […]

Κι επειδή υπήρχε άμεσος κίνδυνος για τη ζωή μου, αναγκάστηκα να πάρω τα μάτια μου από την άμμο και να τα στρέψω ψηλά στην οροφή του κίτρινου σύννεφου και ειδικά στην τρύπα που έχασκε σαν έκπληκτο στόμα, ακριβώς από πάνω μου. Η κίνησή μου αυτή ήταν βέβαια ασυναίσθητη, αφού ήξερα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να συναντούσα εκεί ανθρώπους. Μένοντας, όμως, με τα μάτια καρφωμένα εκεί, διαπίστωσα ότι η τρύπα, από τη μία μετακινιόταν σιγά- σιγά προς ένα ορισμένο σημείο του ορίζοντα και από την άλλη όλο και μίκραινε από λίγο λίγο, αλλά σταθερά. Οι διαπιστώσεις αυτές με οδήγησαν στη σκέψη ότι η τρύπα ήταν η μόνη διέξοδος, η μόνη θύρα εξόδου. Έκανα, λοιπόν, την υπόθεση, ότι όλοι οι άλλοι άνθρωποι που ζούσαν γύρω μου, είχαν απέλθει, άγνωστο με ποιον τρόπο, αφήνοντάς με μόνο […]

Ήμουν, λοιπόν, στ’ αλήθεια εκτός τόπου και εκτός χρόνου! Το μέρος που ακόμα ζούσα(;) δεν είχε πια όνομα και ο χρόνος που που με ανεχόταν ακόμη, έμοιαζε μ’ έναν τεράστιο ακατέργαστο όγκο. Γιατί άραγε θα πρέπει να ονοματίσω τις ατελείωτες εκτάσεις της απαίσιας κίτρινης άμμου και για ποιο λόγο θα ‘πρεπε να κόψω τον τεράστιο όγκο του χρόνου σε μέρες, σε μήνες και σε χρόνια; Όχι, δεν υπήρχε καμιά ανάγκη να κάμω ούτε το ένα ούτε το άλλο! Η έλλειψη αυτή της ανάγκης αμφισβητούσε βέβαια την ανθρώπινη υπόστασή μου. Ο κίνδυνος να μεταμορφωθώ σε ζώο, αφού δεν στηριζόμουν πια στο πού, στο πότε και στο πώς, ήταν άμεσος. Ένας άνθρωπος μόνος είναι σίγουρα ένας άνθρωπος, μα ο τελευταίος μόνος άνθρωπος δεν είναι καθόλου άνθρωπος, αφού κανείς δεν μπορεί να πει γι’ αυτόν, πού έζησε, πότε έζησε και πώς έζησε… […]

Ίσως φαίνεται «παράξενη» η παραπάνω στάση. Είναι αποσπάσματα από ένα κείμενό μου που δημοσιεύθηκε στα “Χ.ν.” το 1990 στη στήλη μου “Παράλληλα και όχι μόνο”. Το θυμήθηκα ενώ ετοίμαζα τον αυριανό παιδότοπο, στον οποίο τα παιδιά του 8ου Δημ. Σχολείου Χανίων, έχοντας σε ρόλο εμψυχωτή τον δάσκαλο τους, τον καλό μου φίλο Βαγγέλη Παγωνίδη, ασχολούνται με το μέγα θέμα που απασχολεί τον πλανήτη μας, την κλιματική αλλαγή.

Και… στα πεταχτά

«Του πετρελαίου η τιμή πήρε την ανηφόρα/ γι’ αυτό και το καλοριφέρ δεν το ανάβω τώρα», μας λέει στην πρώτη σημερινή της μαντινάδα η Νεκταρία Θεοδωρογλάκη. Για να στρίψει…, όπως το συνηθίζει, από την «οδό του έρωτος» στη δεύτερη: «Το κρύο και η παγωνιά δε με επηρεάζει/ στην αγκαλιά σου, μάτια μου, και τον χειμώνα λιάζει», μας λέει.

Τίποτα δεν κερδίζεται, αν δεν αγωνιστούμε για να το κερδίσουμε και τίποτα δεν χάνεται, αν δεν αγωνιστούμε για να μη χαθεί. Εκτός και αν η τύχη έχει υπογράψει μαζί μας συμβόλαιο προστασίας… Μια απ’ τις σκέψεις που κάνω ενώ αρχίζει η μέρα. Πολύβιο Δημητρακόπουλο στη “Σιδηρά Διαθήκη” του μου θυμίζει… Και τον νεότερο υποψήφιο για την προεδρία του ΚΙΝΑΛ – ΠΑΣΟΚ Παύλο Χρηστίδη, ωστόσο, που είπε στη συνέντευξη που έδωσε στον διευθυντή της εφημερίδας μας Παρασκευά Περάκη: «Το κυριότερο που έμαθα κοντά στο πλευρό της Φώφης Γεννηματά ήταν πως καμιά μάχη δεν είναι μια χαμένη μάχη. Μαζί της έμαθα να μην το βάζω κάτω ποτέ και να αγωνίζομαι δίκαια και με το κεφάλι ψηλά». Ωραίος και ως μαθητής και ως δάσκαλος!

Της Αγίας Αικατερίνης χθες, του Αγίου Στυλιανού σήμερα. Χρόνια πολλά και καλά στις πολλές Κατερίνες, Καίτες, Κατίνες, Στέλλες, Στελλίνες, Στυλιανές, Στέλιους, Στελήδες, Στυλιανούς και όπως αλλιώς τίς (τούς) λένε εορτάζουσες και εορτάζοντες. Και γιορτή του Αγίου Νίκωνα του Μετανοείτε σήμερα, του καλόγερου που γύρισε στην Κρήτη, όταν την ελευθέρωσε ο Νικηφόρος Φωκάς απ’ τους Σαρακήνους (961), απ’ τη μία άκρη μέχρι την άλλη, φωνάζοντας «Μετανοείτε» – τι η πλειοψηφία των κατοίκων της είχαν αλλαξοπιστήσει.

Ξεχασμένη, ωστόσο, στο νησί μας η Χάρη του.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα