14.4 C
Chania
Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου, 2025

Ο κυρ Τάκης ο Φέργκιουσον

ΓΟΝΕΙΣ-ΠΡΟΠΟΝΗΤΕΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΙΔΑΣ

Στο ζεστό απογευματινό ηλιοβασίλεμα του αστικού γηπέδου, η ομάδα του Ιάσονα ετοιμάζεται για κρίσιμη φάση. Ο 11χρονος Ιάσωνας, επιθετικός, δέχεται την μπάλα, η σιωπή όμως είναι πολυτέλεια. Μια γνώριμη φωνή ακούγεται να γκαρίζει από την κερκίδα: «ΔΩΣ’ ΤΗΝ! – ΤΡΕΞΕ! – ΣΟΥΤΑΡΕ ΡΕ!».

Ο Ιάσονας διστάζει για ένα δευτερόλεπτο, και χάνει την μπάλα. Από την κερκίδα, ο πατέρας του, ο Τάκης, σφίγγει τις γροθιές του με μια έκφραση που δεν είναι απλή απογοήτευση, αλλά καθαρός θυμός.

Αυτή η σκηνή, που επαναλαμβάνεται σε αμέτρητες παραλλαγές κάθε απόγευμα προς βραδάκι και κάθε σαββατοκύριακο, αποτελεί το νέο, ανησυχητικό φαινόμενο του ελληνικού παιδικού αθλητισμού.

Ένας χώρος όπου οι πιστοποιημένοι προπονητές, έχουν συχνά πολλούς «αντιπάλους» που όμως όλοι τους φορούν το ίδιο κασκόλ και που κατά τ’ άλλα “υποστηρίζουν” την ομάδα του προπονητή.

Αυτό που συμβαίνει στα παιδικά γήπεδα είναι “επιδημία της κερκίδας”, μια συστηματική εισβολή γονέων στο ρόλο του προπονητή, που μετατρέπει τα γήπεδα από χώρους μάθησης και διασκέδασης σε πεδία ανυπόφορης πίεσης.

Εδώ, η ιερή σχέση γονέα-παιδιού αναμειγνύεται τοξικά με αυτή του προπονητή-αθλητή, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ψυχολογικά τραύματα που ποτέ δεν γιατρεύονται πλήρως.

Σε αυτό το cocktail, ένα νέο, ιδιαίτερα επικίνδυνο στοιχείο έχει προστεθεί:η υπερ-εμπορευματοποίησης της παιδικής απόδοσης. Σα να έχουν ποντάρει όλα τους τα λεφτά σε ένα στοίχημα με το ίδιο τους το παιδί – ένα στοίχημα, που κατά τα άλλα δεν έχει καμία σχέση με τα κλασικά και γνωστά αθλητικά στοιχήματα poy απευθύνονται σε όσους αγαπούν τα σπορ, όπως διαπιστώνουμε από μια διεξοδική αξιολόγηση της Stoiximan Ελλάδας.

Οι Ρίζες του Προβλήματος

Οι πηγές αυτού του φαινομένου είναι βαθιές και πολύπλοκες. Πρώτον, υπάρχει το ζήτημα της “προβολής”. Ο γονέας-πρώην αθλητής (ή ακόμα χειρότερα, αυτός που ποτέ δεν απέκτησε την ευκαιρία) βλέπει στο παιδί του μια δεύτερη ευκαιρία, μια ζωντανή επέκταση του εγώ του.

Η νίκη της ομάδας μετατρέπεται σε προσωπική επιβεβαίωση, ενώ η ήττα σε προσωπικό εξευτελισμό. Το άθλημα παύει να είναι ένα παιχνίδι και γίνεται το πεδίο όπου τα γονεϊκά κόμπλεξ ξεδιπλώνονται.

Δεύτερον, ο “οικονομικός φόβος”. Στην εποχή των ακριβών ακαδημιών, η επένδυση είναι πραγματικά σημαντική. Χιλιάδες ευρώ ετησίως δημιουργούν σε πολλούς γονείς την ψευδαίσθηση του “μεριδίου” από την πίτα της αθλητικής πορείας του παιδιού. Τα οικονομικά των σπορ αλλά και οι στοιχηματικοί τζίροι (περισσότερα για κάποιες μεθόδους μπορείτε να διαβάσετε εδώ) το κάνουν ακόμα πιο έντονο. Σε αυτό το πλαίσιο, ο προπονητής γίνεται ένας είδος “υπαλλήλου” που πρέπει να αποδείξει συνεχώς την αξία του, ενώ ο γονέας μεταμορφώνεται σε μάνατζερ.

Αυτή η εμπορευματοποίηση της αθλητικής εμπειρίας ανοίγει την πόρτα σε ακόμα πιο σκοτεινές καταστάσεις. Το «ξέρω καλύτερα το παιδί μου από τον προπονητή» μεταφράζεται υποσυνείδητα σε ένα «ποντάρω ότι ξέρω καλύτερα». Αυτό δημιουργεί έναν επιπλέον, εξαιρετικά επικίνδυνο στόχο, όπου η αθλητική απόδοση ενός παιδιού συνδέεται άμεσα όχι μόνο με τη γονεϊκή αποδοχή, αλλά και με την παραίσθηση της οικονομική «επιβίωσης»,  της οικογενειακής φήμης ή της γονεϊκής υπερηφάνειας.

Ραγισμένες σχέσεις και καμένα παιδιά – αθλητές

Οι συνέπειες αυτών των ψυχολογικών κατά βάσει πιέσεων, είναι καταστροφικές για τον νεαρό αθλητή.

Εξαφάνιση του εσωτερικού κινήτρου. Η απλή χαρά του παιχνιδιού αντικαθίσταται από το δυσβάσταχτο βάρος των προσδοκιών και των “επενδύσεων” των γονιών. Το “παίζω γιατί το γουστάρω” γίνεται “παίζω για να μην νευριάσει ο μπαμπάς ή η μαμά” ή ακόμα χειρότερα, για να μην “χάσουμε”.

Το αποτέλεσμα είναι ένα φαινόμενο που οι ψυχολόγοι του αθλητισμού γνωρίζουν πολύ καλά και ονομάζεται ψυχολογική εξάντληση και που ως αποτέλεσμα έχει την ψυχολογική εγκατάλειψη. Το παιδί “καίγεται” ψυχολογικά και εγκαταλείπει το άθλημα που κάποτε αγάπησε, συχνά παίρνοντας μαζί του ένα βαθύ αίσθημα αποτυχίας που το ακολουθεί για όλη του τη ζωή και που ίσως να τροφοδοτήσει τον φαύλο κύκλο.

Η συνεχής, ασταμάτητη βοή από τις κερκίδες (“πάσα!”, “σήκω!”, “βγες!”) δημιουργεί αθλητικά ρομπότ, όχι ευφυείς παίκτες. Το παιδί δεν μαθαίνει ποτέ να διαβάζει το παιχνίδι, να λαμβάνει δικές του αποφάσεις, να λύνει δυναμικά προβλήματα.

Απλώς εκτελεί εντολές σε πραγματικό χρόνο. Αναπτύσσει τα πόδια του, αλλά όχι το μυαλό ή τη δημιουργικότητά του, με αποτέλεσμα να καταλήγει με “ευνουχισμένη” την αθλητική του νοημοσύνη.

Η πιο βασική αρχή της γονεϊκής αγάπης , η “ανιδιοτελής” παραβιάζεται βάρβαρα. Το παιδί αρχίζει να συσχετίζει την αξία του και την αγάπη που λαμβάνει μέσα από την αθλητική του απόδοση. Ένα χαμένο πέναλτι, ένα λάθος σερβίς, ή μια χαμένη βολή, δεν είναι πλέον απλώς ένα σφάλμα στο παιχνίδι, είναι μια πηγή βαθιάς ντροπής και άγχους μπροστά στα μάτια των πιο σημαντικών του ανθρώπων. Η διαδρομή στο σπίτι και η βουβαμάρα μέσα στο αυτοκίνητο μετά το παιχνίδι, γίνεται το πιο αγχωτικό και αρρωστημένο μέρος της αθλητικής εβδομάδας.

Όταν το παιδί μετατρέπεται σε “στατιστικό”

Η επέκταση της λογικής του στοιχήματος πέρα από τα χρηματιστήρια των επαγγελματικών αγώνων είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της σύγχρονης εποχής.

Αυτή η κουλτούρα της υπερενασχόλησης και της υπερανάλυσης τροφοδοτεί και ένα άλλο επικίνδυνο φαινόμενο, αυτό  της τάσης να “εξιδανικεύουμε” ή να “δαιμονοποιούμε” νεαρούς αθλητές και αθλήτριες πριν καν φτάσουν στην εφηβεία.

Σε φόρουμ και ομάδες στα social media και κλειστά γκρούπ, γονείς συζητούν με πάθος και μερικές φορές με αναφορές στατιστικών δεδομένων, τα ταλέντα των “πουλέν” τους ή τις αδυναμίες άλλων παιδιών. Αυτές οι αναλύσεις, συχνά, δεν έχουν καμία σχέση με την αθλητική ανάπτυξη ή την ψυχολογία του παιδιού, αλλά μοιάζουν περισσότερο με  στοιχηματικές αναφορές για μεσο-μακροπρόθεσμα πονταρίσματα.

Το παιδί, σε αυτή την περίπτωση, σταματά να είναι ένας αναπτυσσόμενος άνθρωπος και μεταμορφώνεται σε ένα απλό “στοίχημα” για το μέλλον, ένα στατιστικό στοιχείο σε ένα φανταστικό χρηματιστήριο αθλητικών ταλέντων.

Αυτή η αντικειμενοποίηση σπέρνει τον σπόρο μιας τεράστιας ψυχολογικής πίεσης, όπου η αξία του ατόμου μετράται αποκλειστικά από τις επιδόσεις του και όχι από την προσπάθεια ή την ηθική του ή το “γούστο” του για το παιχνίδι στην τελική.

Πως “σώζεται” το παιχνίδι

Η αντιμετώπιση αυτής της πολύπλευρης επιδημίας, που μάλλον με ανωμαλία ομοιάζει, απαιτεί συνειδητή, συλλογική προσπάθεια από όλους τους εμπλεκόμενους.

  1. Καθορισμός των ρόλων: Ο ρόλος του γονέα είναι ξεκάθαρος και ιερός είναι ο φίλος που πήγε να δει το παιχνίδι, να υποστηρίξει, να ψυχαγωγηθεί και αυτός και πάνω απ’ όλα ο ρόλος του είναι να είναι φίλαθλος. Είναι αυτός που θα χειροκροτήσει, που θα παρηγορήσει και που θα εμψυχώσει, είναι η ηρεμία. Ο προπονητής έχει τον ρόλο του να προπονεί. Κάθε παρέμβαση από την κερκίδα είναι σαφής παράβαση και υπονόμευση του έργου όλων.
  2. Οι ερωτήσεις μετά το παιχνίδι: Οι απανωτές ερωτήσεις “ΝΙΚΗΣΕΣ;”,  “ΠΟΣΟ ΣΚΟΡΑΡΕΣ;” κτλ,  ας αντικατασταθούν με ευχάριστες και ήρεμες ερωτήσεις “το ευχαριστήθηκες το ματς;”, “ποιο ήταν το καλύτερο μέρος του παιχνιδιού σήμερα, πως τον είδες τον αντίπαλο;”, “να παίζεις με την ψυχή σου!”. Αυτή η τόσο απλή αλλά παράλληλα υγιής προσέγγιση, επαναφέρει το παιδί στη βάση του παιχνιδιού, δηλαδή στη χαρά της συμμετοχής, στην προσπάθεια και στην ατομική βελτίωση.
  3. Η προοπτική του επαγγελματία αθλητή: Οι πιθανότητες για επαγγελματική καριέρα είναι ελάχιστες, στατιστικά αμελητέες. Ο πραγματικός στόχος του παιδικού αθλητισμού δεν είναι η δημιουργία ενός μελλοντικού αστέρα, αλλά η συμβολή στη δημιουργία ενός ισορροπημένου υγιούς ενηλίκου που θα σέβεται τον εαυτό του και τους άλλους, θα γνωρίζει την αξία της ομαδικής εργασίας και της πειθαρχίας και το κυριότερο ίσως, είναι να διατηρήσει μια ισόβια αγάπη για τη σωματική δραστηριότητα.
  4. Το “δώρο” του γονέα φιλάθλου:* Το πιο δυνατό, θεραπευτικό και ενισχυτικό μήνυμα που μπορεί ποτέ να στείλει ο γονέας στο παιδί από τις κερκίδες, δεν είναι μια τακτική οδηγία ή μια κριτική. Είναι μια απλή, ειλικρινής και δυνατή φράση που αντηχεί στην ψυχή του παιδιού για πάντα: “ΠΑΜΕ ΔΥΝΑΤΑ!”. Και όπως λέει ο μεγάλος έλληνας τεχνικός του μπάσκετ, Βαγγέλης Αγγέλου “Γκολ αυτοί; Σέντρα εμείς!”, “Καλάθι αυτοί; Απ’ έξω εμείς!

Τα γήπεδα, οι αίθουσες, τα τερέν και οι πισίνες δεν ανήκουν στους γονείς. Ανήκουν στα παιδιά και στους τεχνικούς. Είναι ώρα να επιστρέψουν οι κερκίδες στους πραγματικούς φιλάθλους, επιτέλους οι προπονητές να κάνουν την δουλειά τους και πιο σημαντικά απ’ όλα, να επιστρέψει το παιχνίδι σε αυτούς που το αξίζουν πραγματικά και που είναι ο μοναδικός λόγος ύπαρξής του, τα ίδια τα παιδιά.

21+ | ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΘΙΣΜΟΥ & ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ | ΠΑΙΞΕ ΥΠΕΥΘΥΝΑ & ΜΕ ΑΣΦΑΛΕΙΑ

 


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα