29 C
Chania
Κυριακή, 12 Ιουλίου, 2026

Ο κρητικός Λούης Τίκας (Ηλίας Σπαντιδάκης)

» Έγινε ηγέτης των ανθρακωρύχων στο Κολοράντο και ήρθε αντιµέτωπος
µε τους παραστρατιωτικούς των Ροκφέλερ.
» Η απεργία στα ορυχεία κατέληξε σε αιµατοχυσία

 

Μέχρι να µπει στη δούλεψη και το τελευταίο παράσιτο της Γης, κανένας µισθωτός σκλάβος να µην ησυχάζει»*

Στις 20 Απρίλη 1914 ο υποκόπανος του όπλου του επικεφαλής της εθνοφρουράς Καρλ Λίντερφελντ θρυµµάτισε τον κρόταφο του Λούη Τίκα, ενός Ελληνα συνδικαλιστή (Ηλίας Σπαντιδάκης το ελληνικό όνοµά του), από τους πρωτεργάτες της µεγάλης απεργίας των ανθρακωρύχων στο Λάντλοου των ΗΠΑ. Η κηδεία του Τίκα µετατράπηκε σε µια τεραστίων διαστάσεων διαδήλωση εργατών από 26 εθνικότητες, µε την ποµπή να έχει µήκος ένα µίλι. Η απεργία στο Λάντλοου καταγράφηκε στις χρυσές σελίδες του εργατικού κινήµατος στις ΗΠΑ.

***

Η ιστορία του εργατικού κινήµατος στην Αµερική είναι αρκετά πλούσια. Στις αρχές του 19ου αιώνα, τα αιτήµατα για υψηλότερο µισθό και για αναγνώριση των εργατικών οργανώσεων γίνονται η αφορµή για το ξέσπασµα απεργιών. Ενας παράγοντας που επιτάχυνε τις διεργασίες ήταν η άφιξη των µεταναστών. Το 1830, καταφθάνει στις ΗΠΑ ένας µεγάλος αριθµός µεταναστών, κυρίως Ιρλανδοί, Γερµανοί και Ολλανδοί. Το µεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων αυτών ήταν φτωχοί και εξαθλιωµένοι και είχαν µεταναστεύσει µε την ελπίδα µιας καλύτερης ζωής. Ετσι, λοιπόν, από το 1830 και µετά, έχουµε αύξηση των απεργιών και των αυθόρµητων και ανοργάνωτων κινηµάτων. Σαν κύριοι υποκινητές πολλών από αυτών εµφανίζονται οι Ιρλανδοί.

Αιτία των κινηµάτων αυτών ήταν οι άθλιες συνθήκες εργασίας στα σιδηροδροµικά έργα και στα κανάλια, όπου δεν υπήρχε η απαραίτητη προστασία των εργαζοµένων, καθώς και τα ατυχήµατα και οι αρρώστιες που ήταν συχνό φαινόµενο. Βέβαια, αυτές οι κινητοποιήσεις αντιµετωπίζονταν µε την καταστολή και κυρίως µε την επέµβαση της Χωροφυλακής.

Μετά το τέλος του αµερικανικού Εµφυλίου (1861-1865) που είχε γεννήσει µεγάλες περιουσίες για τους τότε καπιταλιστές και ειδικά την περίοδο 1870-1900, η τεράστια ανάπτυξη των αµερικανικών µονοπωλίων ανέδειξε – παράλληλα – την άλλη όχθη: Τη φτώχεια, τις κακουχίες και τις άθλιες συνθήκες δουλειάς της εργατικής τάξης.

Στην ίδια κατεύθυνση συνέδραµαν και µια σειρά καπιταλιστικές οικονοµικές κρίσεις που διέκοπταν την ανοδική πορεία της καπιταλιστικής παραγωγής, µε πιο χαρακτηριστική αυτή που ξέσπασε στις ΗΠΑ το 1873, η οποία διήρκεσε για 5 χρόνια και σηµατοδότησε την έναρξη του περάσµατος του αµερικανικού καπιταλισµού στο ιµπεριαλιστικό του στάδιο.

Τότε άρχισε η ισχυροποίηση του εργατικού κινήµατος, µε τη συνένωση των εργατών, των αγροτών, των µαύρων και των µικρών επιχειρηµατιών. Ιδρυτής της πρώτης δραστήριας εθνικής εργατικής οργάνωσης ήταν ο µεταλλουργός Ουίλιαµ Σίλβις.

Το κλείσιµο της µεγάλης τράπεζας «Τζέι Κουκ και Σία» στη Φιλαδέλφεια και οι συνέπειες που ακολούθησαν, οδήγησαν το 1877 το ένα πέµπτο του εργατικού δυναµικού να είναι άνεργο, καθώς και στη µείωση µισθών. Επιπρόσθετα, λόγω λοκάουτ, µαύρων λιστών και κατηγοριών συνωµοσίας, από τα τριάντα εθνικά συνδικάτα, έµειναν εν ενεργεία τα οκτώ ή εννιά.

Στην αντίπερα ταξική όχθη η κρίση προώθησε τη συγκέντρωση, αλλά και τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, αποτελώντας την πρώτη ύλη για τη δηµιουργία επιχειρηµατικών κολοσσών. Χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελεί ο Τζον Ντ. Ροκφέλερ, ο οποίος κατόρθωσε να απορροφήσει στη διάρκεια της κρίσης εκατοντάδες ανταγωνιστών του.

Λίγα χρόνια αργότερα (1882) ο Ροκφέλερ ίδρυσε το πρώτο µοντέρνο τραστ στον κόσµο, τη «Στάνταρντ Οϊλ Κόµπανι», που αποτέλεσε το µοντέλο για την αµερικανική βιοµηχανία.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες γιγάντωσης των καπιταλιστικών εταιρειών από τη µια, αλλά και άθλιων συνθηκών διαβίωσης, ανεργίας, φτώχειας και εξοντωτικής δουλειάς, από την άλλη, εµφανίζονται και τα πρώτα κύµατα µεγάλων απεργιών. Στις 16 Ιούλη 1877, ξεσπάει η πρώτη πανεθνική απεργία στην Ιστορία των ΗΠΑ. Ελαβε χώρα στους σιδηροδρόµους και η εξάπλωσή της ήταν άµεση σε πολλούς κλάδους και σε πολλές πολιτείες. Αµεση, όµως, ήταν και η απάντηση του αµερικανικού στρατού, που πυροβολούσε τους εργάτες, µε αποτέλεσµα πολλούς νεκρούς και εκατοντάδες τραυµατίες. Μέσω της τεράστιας κινητοποίησης του στρατού και του επιχειρηµατικού κόσµου, η απεργία έληξε στις 2 Αυγούστου.

Τη δεκαετία του 1880, κατέφθασαν στις ΗΠΑ ακόµα 5.246.613 µετανάστες, οι οποίοι εργάστηκαν υπό άθλιες συνθήκες στις πιο σκληρές εργασίες της εποχής σε ορυχεία, χαλυβουργεία και σιδηροδρόµους. Μεγάλος όγκος των ανθρώπων αυτών χρησιµοποιήθηκαν ως απεργοσπάστες από τους εργοδότες, καθώς δεν είχαν κιόλας επίγνωση των δικαιωµάτων τους.

Η όλο και πιο σχεδιασµένη και επεξεργασµένη προσπάθεια των καπιταλιστών να αντιµετωπίσουν το εργατικό κίνηµα έφερε ορισµένα αποτελέσµατα, αλλά δεν οδήγησε και στη συντριβή του. Το 1886, η 1η Μάη ορίζεται από την Αµερικανική Οµοσπονδία Εργασίας ως µέρα έναρξης µιας παναµερικανικής απεργίας για την κατοχύρωση του 8ώρου. Στην απεργία συµµετέχουν 500.000 εργάτες µε επίκεντρο τις βιοµηχανικές πόλεις του Σικάγο. Εκεί, µε αφορµή την έκρηξη µιας βόµβας που αποδίδεται σε προβοκάτσια της αστυνοµίας, συνελήφθησαν πολλοί από τους ηγέτες του εργατικού κινήµατος. Τον Νοέµβρη του 1887 τέσσερις από αυτούς απαγχονίστηκαν.

Παράλληλα µε την καταστολή, η αστική τάξη ενίσχυε και το νοµικό της οπλοστάσιο για την αντιµετώπιση του εργατικού κινήµατος. Το 1888, στη Μασαχουσέτη, αναφέρεται η πρώτη περίπτωση εργατικής ∆ιαταγής, όταν ένα δικαστήριο απαγόρευσε σε απεργούς ενός κλωστικού εργαστηρίου τη χρήση σηµαιών µε σύµβολα, διότι τα θεώρησε ως µέσο εκφοβισµού και απειλής εναντίον ατόµων, για να µην συνεχίσουν τη δουλειά τους.

Βαδίζοντας προς τις αρχές του εικοστού αιώνα, οι ΗΠΑ αναδεικνύονται σε πρώτη παγκόσµια βιοµηχανική δύναµη, ξεπερνώντας τον παλιό τους αντίπαλο, το Ηνωµένο Βασίλειο.

Την ίδια περίοδο, τα χρόνια 1903-1904, πραγµατοποιήθηκε η µεγάλη απεργία στο Κολοράντο, µε βασικό αίτηµα το 8ωρο, η οποία έληξε µε λαµπρή νίκη της νεοσυσταθείσας ∆υτικής Οµοσπονδίας Μεταλλωρύχων. Το 1912, µια ακόµα ονοµαστή απεργία ξεσπά, έπειτα από πρωτοβουλία των Βιοµηχανικών Εργατών του Κόσµου και µε τη συµµετοχή 23.000 υφαντουργών του Λόρενς της Μασαχουσέτης. Αιτία της απεργίας αποτέλεσε η περαιτέρω µείωση µισθού των έξι δολαρίων τη βδοµάδα για τις γυναίκες και τα παιδιά, λόγω µείωσης των ωρών εργασίας, από πενήντα έξι τη βδοµάδα σε σαράντα τέσσερις µε πολιτειακό νόµο. Επειτα από 9 βδοµάδες απεργιακού αγώνα, η απεργία έληξε στις 14 Μάρτη µε νίκη των απεργών και αύξηση των αποδοχών τους.

Γενικότερα, στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα εντάθηκαν τόσο η συνδικαλιστική οργάνωση όσο και οι απεργιακοί αγώνες της εργατικής τάξης. Οσο το εργατικό κίνηµα συνειδητοποιούσε τον ταξικό του αντίπαλο, τόσο πιο πολύ οργανωνόταν µαζικά και διεξήγαγε «πολέµους» µε διάφορα µέσα και τρόπους εναντίον του. Στον αγώνα αυτό σηµαντικό ρόλο έπαιξαν και οι Ελληνες µετανάστες.

Οι Ελληνες µετανάστες

Μετά από τη χρεοκοπία του 1893 και περισσότερο µετά από τον πόλεµο του 1897, η εξαθλίωση της εργατικής τάξης και της φτωχής αγροτιάς πυροδότησε µεταναστευτικό κύµα. Την περίοδο 1890 – 1925 περίπου 500.000 Ελληνες και «ανήκοντες στην ελληνική φυλή» (Ελληνες από την Οθωµανική Αυτοκρατορία) µετανάστευσαν στις ΗΠΑ. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία (πάνω από 90%) είχαν εργασιακή εµπειρία από µικρές βιοτεχνικές µονάδες ή αγροτικές εργασίες. Ετσι, εργάστηκαν σε βαριές δουλειές χαµηλής ειδίκευσης (ορυχεία, κατασκευή σιδηροδρόµων, υφαντουργεία).

Οι Ελληνες µαζί µε άλλους µετανάστες αποτέλεσαν µία από τις βασικές πηγές φθηνής εργατικής δύναµης. Τα µεροκάµατά τους ήταν µικρότερα και τα ωράρια εξαντλητικά. Ακόµα και ο πενιχρός µισθός τους επέστρεφε στις εταιρείες, οι οποίες τους νοίκιαζαν τα σπίτια όπου έµεναν, κατείχαν τα µαγαζιά από τα οποία αγόραζαν τα είδη πρώτης ανάγκης και τα εργαλεία της δουλειάς, έλεγχαν µονοπωλιακά τις τιµές του ηλεκτρικού, του νερού, του ταχυδροµείου κ.λπ. Επίσης, οι µετανάστες ήταν αναγκασµένοι να συντηρούν τους γιατρούς της εταιρείας, τους κληρικούς τους, τα σχολεία, αλλά και να αποδίδουν τµήµα του µισθού τους στους οµοεθνείς τους υπεύθυνους των γραφείων εργασίας, που στρατολογούσαν εργάτες για λογαριασµό των εταιρειών.

Οι άθλιες συνθήκες τροφοδότησαν σταδιακά την πολιτική και συνδικαλιστική οργάνωση των Ελλήνων µεταναστών. Μεγάλη δράση ανέπτυξε ο Κεφαλονίτης Σπυρίδων Μεταξάς, ο οποίος ήταν γνώστης των διεργασιών στους κόλπους του επτανησιακού ριζοσπαστισµού και µετανάστευσε το 1908 στις ΗΠΑ.

Ο Μεταξάς πρωτοστάτησε στη συγκρότηση παραρτηµάτων του Συνδέσµου των Εργαζόµενων Τάξεων (ΣΤΕΤ) του Πλάτωνα ∆ρακούλη, στις ΗΠΑ, ενώ ανέλαβε και ανταποκριτής της σοσιαλιστικής εφηµερίδας «Ερευνα». Το 1912, οι Ελληνες σοσιαλιστές συνεδρίαζαν στο καφενείο «Ανόρθωση» του Σαν Φρανσίσκο, ενώ παραρτήµατα του ΣΤΕΤ είχαν ιδρυθεί σε διάφορες πόλεις των ΗΠΑ, ανάµεσα στις οποίες και η Μινεάπολις.

Σε άρθρο του το 1912 στην «Ερευνα», ο Μεταξάς ανέφερε: «Εις την Αµερικήν θα δοθεί η πρώτη µεγάλη οριστική µάχη µεταξύ της Εργατικής Τάξεως και της Πλουτοκρατίας (…) και ίσως θα ιδώµεν την ερυθράν σηµαίαν κυµατίζουσαν επί του Καπιτωλίου της Ουασινγκτώνος».

Την ίδια περίοδο, οι Ελληνες και Ιταλοί εργάτες είχαν καθοριστική συµµετοχή στην προαναφερόµενη µεγάλη απεργία των υφαντουργών, ενώ στη βορειοδυτική ακτή των ΗΠΑ, και πάλι µε πρωτοβουλία των Βιοµηχανικών Εργατών του Κόσµου, κηρύχτηκε απεργία των Ελλήνων και Φινλανδών υλοτόµων. Οι Αρχές επιβίβασαν µε τη βία τους υλοτόµους σε τρένα και τους αποµάκρυναν από την περιοχή.

Παράλληλα, Ελληνες εργάτες συµµετείχαν στην απεργία που ξέσπασε στα ανθρακωρυχεία της Γιούτα (Μάρτης του 1912).

Τον Σεπτέµβρη της ίδιας χρονιάς περίπου 1.000 Ελληνες εργάτες ορυχείων της Γιούτα ξεσηκώθηκαν ενάντια στην εξουσία του οµοεθνή τους Λεωνίδα Σκληρή, υπεύθυνου γραφείου εργασίας, και βρήκαν συµπαράσταση από το µαχητικό ντόπιο συνδικάτο και από Ιταλούς, Σέρβους και Ιάπωνες µετανάστες, µε αποτέλεσµα η απεργία τους να επεκταθεί στα ορυχεία της Νεβάδα.

Η συνδικαλιστική δράση στα ορυχεία συνδεόταν µε τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των εργατών, αλλά και µε την εξαιρετική επικινδυνότητα του επαγγέλµατος. Ενδεικτικά, την περίοδο 1900-1913, σκοτώθηκαν 618 εργάτες σε «ατυχήµατα» στα ορυχεία των ΗΠΑ. Οι εταιρείες πλήρωναν 700 δολάρια για το θάνατο κάθε ανθρακωρύχου στους συγγενείς του.

Η τόνωση της συνδικαλιστικής δράσης των Ελλήνων µεταναστών ανατροφοδότησε και τη δράση των σοσιαλιστικών οµάδων. Χαρακτηριστικά, στον απόηχο της απεργίας των υλοτόµων, στην εκδήλωση του Συνδέσµου των Εργαζόµενων Τάξεων του Σαν Φρανσίσκο στις 31 Μάρτη 1912, παραβρέθηκαν 300 µετανάστες. Λίγο αργότερα, το 1913, στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέµων, το Σοσιαλιστικό Κόµµα των ΗΠΑ κυκλοφόρησε έναν κατάλογο από χρηµατικές εισφορές. Πάνω από 50 προέρχονταν από Ελληνες µετανάστες που υιοθετούσαν την ιδιότητα biopalaistis (βιοπαλαιστής).

Στο Λάντλοου

Τον Σεπτέµβρη του 1913 ξεκίνησε η µεγάλη απεργία στα ανθρακωρυχεία του Λάντλοου (Κολοράντο), στην οποία συµµετείχαν 11.000 από τους 13.000 εργάτες. Ανάµεσά τους βρίσκονταν και 800 Ελληνες εργάτες, κυρίως από την Κρήτη και τη Μυτιλήνη, µε αρχηγό τον Λούη Τίκα (Ηλία Σπαντιδάκη).

Ο Τίκας είχε οργανωθεί µε 63 ακόµα Ελληνες στο συνδικαλιστικό κίνηµα τον Νοέµβρη του 1912, ενώ για την προετοιµασία της απεργίας είχε επισκεφτεί 13 καταυλισµούς, όπου έµεναν οι Ελληνες µετανάστες.

Οι απεργοί οργάνωσαν δικούς τους καταυλισµούς και µε ένοπλες φρουρές επιχείρησαν να ελέγξουν τις εισόδους των ορυχείων, προκειµένου να αποτρέψουν τη µεταφορά απεργοσπαστών.

Οµως, απέναντί τους είχαν τα πανίσχυρα µονοπώλια του κάρβουνου, ενώ η µεγαλύτερη εταιρεία της περιοχής ανήκε στον Τζον Ροκφέλερ.

Ετσι, την 1η Νοέµβρη 1913 στα ορυχεία του Κολοράντο έφτασαν ισχυρές δυνάµεις της Εθνοφρουράς και µετά από συνεχείς προβοκάτσιες και προκλήσεις, σε συνεργασία µε τους ιδιωτικούς στρατούς των εταιρειών, επιτέθηκαν στους καταυλισµούς των απεργών στις 20 Απρίλη 1914, χρησιµοποιώντας 500 όπλα και µυδράλια. Από την επίθεση 50 ήταν τα θύµατα του καταυλισµού, ανάµεσα στους οποίους 17 Ελληνες.

Ακόµα, έντεκα παιδιά και δύο γυναίκες πέθαναν από ασφυξία, όταν η Εθνοφρουρά και οι ιδιωτικοί στρατοί πυρπόλησαν τον καταυλισµό, ενώ συνολικά τα θύµατα της απεργίας ανήλθαν σε 70. Μεταξύ αυτών βρισκόταν και ο Λούης Τίκας, που δολοφονήθηκε εν ψυχρώ.

Οι τρεις µεγαλύτερες ενώσεις εργατών στα ανθρακωρυχεία εξόπλισαν εθελοντές προκειµένου να αντεπιτεθούν. Στις 22 Απρίλη έφτασαν οπλισµένοι οι πρώτοι 300 Ελληνες εθελοντές, ενώ την ηγεσία των Ελλήνων εργατών ανέλαβε ο Πέτρος Κατσούλης.

Στις 26 Απρίλη η σορός του Λούη Τίκα εκτέθηκε σε δηµόσιο προσκύνηµα, ενώ την εποµένη χιλιάδες εργάτες συµµετείχαν στη νεκρική ποµπή.

Ο Γιούτζιν Ντεµπς, υποψήφιος του Σοσιαλιστικού Κόµµατος των ΗΠΑ στις προεδρικές εκλογές του 1912, έγραψε άρθρο µε τίτλο: «Τα χέρια που άναψαν τις δάδες στην κηδεία του Λάντλοου κρατούν το φτυάρι που σκάβει τον τάφο του καπιταλισµού».

Λίγο αργότερα, σε άρθρο του Ελληνα σοσιαλιστή Αναστάσιου Παππά αναφερόταν:

«Ντροπή στα χέρια που έχυσαν αυτό το τιµηµένο αίµα! (…) Ω, Καπιταλισµέ, Καπιταλισµέ, δαίµονα εσύ µε τη γρανιτένια ψυχή! Μας εξαθλιώνεις, γεµίζοντας οργή τις µητέρες, τις γυναίκες και τις αδερφές µας. Μας οδήγησες στην απόγνωση και θα εκδικηθούµε. Μέχρι να µπει στη δούλεψη και το τελευταίο παράσιτο της Γης, κανένας µισθωτός σκλάβος να µην ησυχάζει».

Ο Αµερικανός ιστορικός Χάουαρντ Ζιν χαρακτήρισε τη σφαγή του Λάντλοου ως «την κορυφαία πράξη της πιθανώς πιο βίαιης σύγκρουσης στην αµερικανική ιστορία µεταξύ της δύναµης των µονοπωλίων και των εργαζοµένων».

Η επόµενη µέρα

Κατά τη διάρκεια της προετοιµασίας των ΗΠΑ για τη συµµετοχή τους στον Α’ Παγκόσµιο ιµπεριαλιστικό Πόλεµο ενισχύθηκαν η εθνικιστική προπαγάνδα, αλλά και οι παροχές που στόχευαν στην ενσωµάτωση του εργατικού κινήµατος. Αυτό είχε ως συνέπεια την κάµψη του εργατικού κινήµατος.

Παρ’ όλα αυτά, οι πρώτες θυσίες των Ελλήνων εργατών δεν πήγαν χαµένες. Εγιναν σηµείο αναφοράς για την ενίσχυση της δράσης των σοσιαλιστικών οργανώσεων.

Στη διάρκεια του Α’ Παγκοσµίου Πολέµου, Ελληνες εργάτες συσπειρώνονται γύρω από το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόµµα των ΗΠΑ, το οποίο είχε ιδρυθεί από Γερµανούς µετανάστες και καθοδηγούνταν από τον µεταφραστή του Μαρξ και καθηγητή στο Πανεπιστήµιο της Κολούµπια, Ντάνιελ Ντε Λεόν. Επικεφαλής τους ήταν ο Πέτρος Τσιτσίνας, που απέστελνε γράµµατα στις σοσιαλιστικές εφηµερίδες των Αθηνών και οργάνωσε τους Ελληνες µετανάστες. Ως συνέπεια αυτής της δραστηριότητας εκδόθηκε από τα τέλη του 1916 έως τις αρχές του 1917 στο Σινσινάτι του Οχάιο η πρώτη ελληνόφωνη σοσιαλιστική εφηµερίδα των ΗΠΑ µε τίτλο «Οργάνωσις». Η «Οργάνωσις» είχε 300 συνδροµητές στο διάστηµα της κυκλοφορίας της.

* Από άρθρο του Anastasios Papas, στο «The International Socialist Review», 8/1914.

Πρόσθετη βιβλιογραφία:

∆οκίµιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1939 τ. Α1 (σελ. 270 – 274).

Papanikolas Zeese, «Αµοιρολόιτος», «Κατάρτι», 2002.

Γιάνης Κορδάτος, «Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήµατος», εκδ. «Μπουκουµάνης», Αθήνα, 1972.

Αλέξανδρος Κιτροέφ, «Η υπερατλαντική µετανάστευση», στο Συλλογικό, «Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα», τόµ. Α1, εκδ. «Βιβλιόραµα», Αθήνα, 1999.

Ρίτσαρντ Ο. Μπόγιερ – Χέρµπερτ Μ. Μορέ, «Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήµατος των ΗΠΑ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1993.

Γεώργιος Π. Σταυρουλάκης, «Λούης Τίκας. Ο ήρωας της ξενιτιάς», Αθήνα, 1998.

Κωστής Καρπόζηλος, «Κόκκινη Αµερική. Ελληνες µετανάστες και το όραµα του νέου κόσµου 1900-1950», εκδ. «Πανεπιστηµιακές Εκδόσεις Κρήτης», Ηράκλειο, 2017.

Ανταµιτς Λούις, «Η ταξική βία στην Αµερική 1830-1930», ∆ιάδοση, 2008.

Μπιθυµήτρης Γιώργος, «Αγορά, Τάξη, Κοινωνία: Αναζητώντας την ταυτότητα του συνδικαλιστικού κινήµατος».

Χατζηιωσήφ Χρήστος, «Ιστορία της Ελλάδος του 20ού αιώνα. Οι απαρχές 1900-1922», «Βιβλιόραµα», τόµος Α’

Ευγενία Μπουλούζου, «Ιστορία των Ελλήνων µεταναστών στην Αµερική. Ιδεολογία, ριζοσπαστικοποίηση και οργανωµένη δράση».

*Ο Σπύρος ∆αράκης πρώην πρόεδρος µαρτυρικής ΜΑΛΑΘΥΡΟΥ πρώην ∆ήµαρχος Μηθύµνης και µέλος του ∆.Σ του ∆ικτύου Μαρτυρικών πόλεων και χωριών της Ελλάδος περιόδου 40΄- 45΄ (ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΑ)


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα