Τετάρτη, 16 Ιουνίου, 2021

Ο κύριος νόμος και οι εντολές του

Ενα δροσερό πρωινό του καλοκαιριού ξεκινήσαμε για μια μικρή εκδρομούλα προς το Ρέθυμνο. Σε κάποιο σημείο στην εθνική οδό στο ύψος των Καλυβών είχε σταματήσει δεξιά του δρόμου ένα μικρό αυτοκίνητο και ο οδηγός του εστέκετο έξω και μας έκανε σήμα να σταματήσουμε. Κρατούσε έναν χάρτη της Κρήτης και είχε προορισμό τα Σφακιά. Ηθελε πρώτα να επισκεφθεί τον Πύργο του Αληδάκη στον Εμπρόσνερο και μας ρώτησε να τον κατατοπίσουμε. Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητό μας, πλησιάσαμε και όπως ορίζει η κρητική υποδοχή, δώσαμε γνώρα κατά τη γιαγιά και οι άνδρες πιάσανε αμέσως την κουβέντα.
Εγώ προχώρησα λίγα βήματα πιο μπροστά που ήταν η σύζυγος του κ. Γιώργου, η κα Ελένη με τον μικρό Δημητράκη. Εθαύμαζε το τοπίο και εξηγούσε στο μικρό πως λέγονται τα απέναντι βουνά (Λευκά Ορη). Αφού τους χαιρέτησα και γνωριστήκαμε μεταξύ μας, άρχισε να με ρωτά για τα ονόματα των χωριών που είναι κτισμένα στις πλαγιές και στα πόδια των βουνών και για τον όμορφο κάμπο και τη βυζαντινή εκκλησία της Ευαγγελίστριας του Φρε, ένα ξεχωριστό στολίδι μέσα στο πράσινο του κάμπου.
«Συγγνώμη κα Μαρία να πάρω τη μηχανή, θέλω να τραβήξω βίντεο γιατί με συνεπήρε αυτό το τοπίο. Αλήθεια κάθε σημείο της Κρήτης είναι πιο ωραίο από το άλλο». Βρήκα την ευκαιρία και πιάσαμε κουβέντα με τον Δημητράκη. Ηταν ένα παιδάκι χαρισματικό, θαρραλέο, ομιλητικό. Τα ματάκια του λάμπανε δύο χάνδρες γαλάζιες πάνω στο λευκόξανθο προσωπάκι του. Κάποια στιγμή, ενώ το ρωτούσα πού μεγάλωσε, σταμάτησε απέναντι ένα μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο, κατέβηκε ο συνοδηγός και πέταξε μέσα στα δέντρα έναν μεγάλο πλαστικό σάκο σκουπίδια. Το παιδί επαναστάτησε, θύμωσε, κοκκίνισε, συνοφρυώθηκε και τραβούσε επίμονα το χέρι της μητέρας του λέγοντας «μαμά, μαμά, κοίτα, κοίτα αυτός ο κύριος. Κατέβηκε πονηρά από το φορτηγό και πέταξε μια σακούλα σκουπίδια στα δέντρα. Πω – πω τι έκανε! Μα ο κύριος Νόμος δεν περνά από δω μαμά; Στο σχολείο μας είπαν ότι περνά από παντού ο κ. Νόμος και μοιράζει χαρτάκια που γράφουν… τι γράφουν μαμά;». «Εντολές και αλίμονο σε όποιον δεν τις εφαρμόσει, μπαίνει αμέσως φυλακή». Ναι αυτό.
Ηταν αξιοθαύμαστο παιδί με τον τρόπο που μιλούσε και ρωτούσε. Απαντούσε σοβαρά, σωστά και χωρίς δισταγμό. Η προσοχή του εκεί στα σκουπίδια. Είστε δασκάλα κα Μαρία; Οχι Δημητράκη, αλλά ξέρω πολλά και μπορώ να σου απαντώ σε ό,τι με ρωτάς. Σαν να γνωριζόμαστε από καιρό και σε κάθε ευκαιρία που του έδιδα έτρεχε η γλωσσίτσα του ροδάνι. «Παίξαμε στο σχολείο θέατρο για να γνωρίσουμε το περιβάλλον και να το προσέχουμε. Βλέπετε αυτά τα σκουπίδια που είναι μαζεμένα εκεί; Εδώ θα κάνει το σπίτι του ο θάνατος και θα καλέσει όλες τις αρρώστιες, τους πυρετούς, τα φαρμακερά ζουζούνια και θα μας δαγκώσουν όλους. Υστερα ου-ου-ου θα φθάσουν τα ασθενοφόρα, θα μας πάρουν στο Νοσοκομείο, θα τρέχουν με τις άσπρες ποδιές γιατροί και νοσοκόμοι και να ενέσεις και φάρμακα για να μας σώσουν τη ζωή. Και αυτή η πονηρή φωτιά από τα σκουπίδια θα ξεκινήσει από κάποιο μπουκάλι, από κάποιο αποτσίγαρο που θα πετάξουν οι ανόητοι, θα γίνει ένας μαύρος καπνός, ύστερα μια φωτιά μεγάλη, πιο μεγάλη και θα κάψει τα δέντρα, τα πουλιά, τα ζώα, τα λουλούδια και όσα σπίτια βρει στον δρόμο της κι εμείς ούτε τροφές, ούτε γάλα, ούτε νερό θα έχουμε και θα πεθάνουμε από την πείνα. Τα καημένα τα ζωάκια! Ετσι κάνουν και τα εργοστάσια και βγάζουν μαύρους καπνούς και τα αυτοκίνητα αφήνουν τα μαύρα καυσαέρια και όλοι έχουμε κουρασμένη αναπνοή και αναστενάζουμε, αχ-αχ δεν μπορούμε να πάρουμε ανάσα. Γιατί το οξυγόνο το πήρε το μαύρο σύννεφο κι έμεινε το φαρμακερό αέριο, μαμά πώς το λένε αυτό;». «Διοξείδιο του άνθρακα Δημητράκη». «Α ναι, έτσι το λένε».
Ηταν τόσο ευχάριστο κι ομιλητικό αυτό το παιδί που το θαύμαζα. Κάπου – κάπου έβαζε πίσω τα χεράκια έκανε βήματα μπρος – πίσω και προσπαθούσε να θυμηθεί όλους τους ρόλους από το θέατρο του σχολείου. «Τι ωραία που είναι εδώ κυρία, μπορούμε να μιλάμε σιγά και ακούμε τα πουλάκια και τα τζιτζίκια που τραγουδούν. Ο ουρανός έχει ωραίο χρώμα και ο ήλιος λάμπει σαν βασιλιάς. Μου αρέσει, είναι καλός ο ήλιος. Μας ζεσταίνει, μας μεγαλώνει, μας δίδει υγεία. Οταν βγαίνω από τη θάλασσα μου στεγνώνει το σώμα και είναι ωραία, μόνο που κάποιες ώρες είναι τόσο ζεστός που πρέπει να μπαίνουμε κάτω από τις ομπρέλες, να βάζουμε αντιηλιακό και να φοράμε γυαλιά, γιατί θα μας κάνει κακό. Στο σχολείο μάθαμε ότι πρέπει να μην πετάμε σκουπίδια στη θάλασσα, μπουκάλια, πλαστικές σακούλες, χαρτιά, γιατί βρωμίζουν τα νερά. Η καημένη η θάλασσα χάνει το χρώμα της και στεναχωριέται που βλέπει τα ψαράκια να πεθαίνουν. Ούτε στα ποτάμια δεν πρέπεινα πετάμε σκουπίδια, γιατί σταματάμε τον δρόμο του νερού και στεγνώνουν τα ποτάμια και ούτε σταγόνα νερό δεν θα έχουμε να πίνουμε. Μου αρέσει πολύ η Κρήτη κυρία. Αχ! πόσο ήθελα να είναι εδώ το σπίτι μας. Και τα Χανιά είναι πολύ ωραία. Ενα βράδυ που πήγαμε στο λιμάνι ήταν όλα τα κέντρα φωτισμένα και το φεγγάρι ήταν σαν χρυσή μπάλα και ήταν κάτι παιδιά καθισμένα δίπλα στη θάλασσα και έπαιζαν κιθάρα και τραγουδούσαν και οι βαρκούλες χορεύαν, άλλες κτυπούσαν τα νερά με τα κουπιά τους και πήγαιναν – πήγαιναν μέχρι που χάθηκαν. Για να ψαρέψουν είπε ο μπαμπάς, να φέρουν φρέσκα ψάρια». «Για πες μου βρε Δημητράκη πού τα ξέρεις τόσα πολλά πράγματα; Είσαι σοφό παιδί». «Μα σας είπα κυρία, οι γονείς μου είναι δάσκαλοι, εγώ συνέχεια τους ρωτώ όταν δεν ξέρω κάτι και μου εξηγούν κάθε φορά. Ετσι μαθαίνω».
Αυτό το πρωινό ήταν τόσο ευχάριστο, μόνο που χάναμε σιγά – σιγά την πρωινή δροσιά, αφού ο ήλιος έφθασε ψηλά, ένα κανταρόξυλο και παραπάνω όπως έλεγαν οι γονείς μας. Στο δικό μας αυτοκίνητο πήραμε το παιδί, το είχα μέσα στα χέρια μου και δεν κατάλαβα πότε φθάσαμε στις Βρύσες. «Τι ωραία που είναι εδώ κυρία» και πετάχτηκε από τα χέρια μου να δει τα πουλάκια που τσιμπολογούσαν μπροστά στην ταβέρνα. Τα πλατάνια διπλοαγκαλιασμένα μας χάρισαν τη δική τους δροσιά. Καθίσαμε όλοι μαζί, πήραμε τον καφέ μας, φάγαμε γιαούρτι με μέλι, μας ευχαρίστησαν οι άνθρωποι, ανταλλάξαμε ευχές, σφίξαμε τα χέρια και δώσαμε υπόσχεση να ξανασμίξουμε το επόμενο καλοκαίρι.
Με χαμόγελο και συγκίνηση κοίταξα κατάματα το Δημητράκη, άνοιξα μια μεγάλη αγκαλιά και το φιλούσα και κλειδώθηκε στην αγκαλιά μου, δεν ήθελε ν’ απομακρυνθεί. Πηγαίνετε στο καλό κ. Γιώργο, καλό δρόμο να έχετε και να μην χαθούμε κα Ελένη. Θα σας περιμένουμε Δημητράκη!

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες