10.6 C
Chania
Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου, 2026

Ο κηπουρός και ο θάνατος

» Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (µτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδόσεις Ίκαρος)

«Ο πατέρας µου ήταν κηπουρός. Τώρα είναι κήπος».

Με τα λόγια αυτά, σύντοµα, ακριβή και περιεκτικά, ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ υποδέχεται τον αναγνώστη στο κατώφλι αυτής της ιστορίας απώλειας µε έναν ρεαλιστικό συναισθηµατισµό που παγώνει το βλέµµα, το οριστικό του θανάτου.

Είναι απλό, γενικόλογο και ασφαλές επίσης, να ισχυρίζεται κανείς πως επιθυµεί να αποφεύγει τα έργα εκείνα που διέπονται από συναισθηµατικό εκβιασµό, που τον τοποθετούν απέναντί τους και του φωνάζουν: κλάψε· αλλιώς, τι σόι άνθρωπος είσαι εσύ; Είναι επίσης απλό να ισχυρίζεται κανείς πως το θέµα γιος συγγραφέας γράφει για τη σχέση µε τον πατέρα του, συνήθως πια νεκρό, είναι ένα ζήτηµα που έχει εξαντληθεί, πως όλα τα σχετικά έχουν ειπωθεί. Αν όµως ταυτόχρονα ισχυριζόµαστε κάποιοι πως η λογοτεχνία είναι ένα µονοπάτι πέρα και έξω από τις στενωπούς του µονοσήµαντου κόσµου, τότε ίσως οι παραπάνω ισχυρισµοί να είναι τελικά πιο ανοιχτοί σε εξαιρέσεις, και ίσως, οι εξαιρέσεις αυτές να διέπονται από την αρχή: δεν έχει σηµασία ποια ιστορία θα επιλέξει κάποιος να αφηγηθεί, σηµασία έχει ο τρόπος· σηµασία έχει επίσης το πότε και το πώς της ανάγνωσης.

Η σχέση µου µε τα βιβλία του Γκοσποντίνοφ ξεκίνησε πολλά υποσχόµενη (Περί φυσικής της µελαγχολίας) στη συνέχεια ξεθύµανε (Φυσικό µυθιστόρηµα) και εν τέλει ατόνησε εντελώς (Χρονοκαταφύγιο), ο τρόπος του ήταν γοητευτικός, το περιεχόµενο κάπως χλιαρό. Η ανάµνηση του τρόπου του και το θέµα του, ο θάνατος του πατέρα του, στο Ο κηπουρός και ο θάνατος, µε έκαναν να το πιάσω στα χέρια µου µε την κυκλοφορία του στα ελληνικά. Ήµουν προετοιµασµένος, έτσι ένιωθα τουλάχιστον, για αυτή τη µεταβατική, από το υποκείµενο της γραφής στο υποκείµενο της ανάγνωσης, συνθήκη διαχείρισης πένθους. Ενήλικας κι εγώ µε µπαµπά ηλικιωµένο.

Σε κάποιο σηµείο του βιβλίου ο Γκοσποντίνοφ ισχυρίζεται πως όταν ξεκίνησε να κρατάει σηµειώσεις, ενώ η υγεία του πατέρα του είχε περιέλθει σε µια οριστική κατωφέρεια, δεν ήξερε πως αυτές θα αποτελέσουν ένα πρώτο συστατικό που θα µετατρεπόταν σε βιβλίο το οποίο και θα κυκλοφορούσε. Οι άνθρωποι της γραφής καταφεύγουν σε αυτή ώστε να αναµετρηθούν µε τον κόσµο, την ύπαρξη, την αϋπνία, την ανάγκη για επικοινωνία,  µεταξύ άλλων, πώς όχι και µε τον επικείµενο θάνατο του πατέρα, στην προκειµένη περίπτωση. Θα ήταν µάλλον εξαίρεση να µη συµβεί έτσι. Μην κοιτάτε που η κακία που βασιλεύει θα ωθήσει κάποιους απάνθρωπα κακεντρεχείς να ισχυριστούν πως ο Χ δηµιουργός εκµεταλλεύτηκε ένα προσωπικό του θέµα, την απώλεια για παράδειγµα, η επικράτεια του victim blaming κατοικείται από πολυµελείς κοινότητες, εντάσσω την περίπτωση του θανάτου ενός γεννήτορα στην παραπάνω επικράτεια επειδή τα πραγµατικά θύµατα του θανάτου είναι όσα µένουν πίσω, ο νεκρός έχει περάσει στην ανυπαρξία, για εκείνον δεν υπάρχει θάνατος, για τους ζωντανούς ναι, η µνήµη και η φθορά της, επίσης.

Και αν, ίσως όχι τόσο προφανές αλλά τέλος πάντων, δεν αµφισβητείται το δικαίωµα κανενός να αφηγηθεί την ιστορία που επιθυµεί, δεν συµβαίνει το ίδιο µε τον τρόπο που το κάνει, τον τρόπο εκείνο που θα καταστήσει την προσωπική ιστορία λογοτεχνία ή όχι. Αυτή είναι µια διάκριση που µπορεί να γίνει χωρίς να αποτελεί πράξη ύβρις. Τέτοιες ιστορίες, αληθινές όπως λέµε, ο θάνατος του πατέρα τού Γκοσποντίνοφ στην περίπτωσή µας, έχουν ανελαστικές ιδιότητες, µπορούν να έρθουν στα µέτρα της αφήγησης µέχρι ενός σηµείου, πέραν εκείνου παύουν να ανήκουν στην επικράτεια της πραγµατικότητας και περνούν στο ανεκτικό βασίλειο της µυθοπλασίας, πρόσθετα συµβαίνει και αυτό που δήλωσε ο ίδιος ο συγγραφέας, η αρχική γραφή δεν εκκινά υπό τον στόχο ενός βιβλίου στο τέλος της.

Σε µια άκρως υποκειµενική συνθήκη, παρά την όποια απόπειρα κανονικοποίησης, όπως είναι η ανάγνωση, η συγκεκριµένη ανάγνωση επιτείνει εκείνο το κλισέ που λέει πως ο καθένας διαβάζει µε τον τρόπο του, έχοντας υπό µάλης τις αποσκευές του, η ανάγνωσή του επηρεάζεται σε µεγάλο βαθµό από τη συγκυρία στην οποία το αναγνωστικό υποκείµενο βρίσκεται, µεταξύ άλλων. Συµβαίνει αυτό γιατί είναι άγνωστο από πριν και διόλου ασφαλές να υπολογιστεί µε ακρίβεια για τον κάθε αναγνώστη το εµβαδόν στο οποίο θα συγκατοικήσει µε τον συγγραφέα, το κοινό εκείνο έδαφος που είναι πιθανόν να υπάρξει µεταξύ τους, το έδαφος της απώλειας ή της επικείµενης άφιξής της. Επιπρόσθετα, η πρότερη γνώση πως εδώ υπάρχει ο κίνδυνος του συναισθηµατικού εκβιασµού καθιστά τον αναγνώστη υποψιασµένο, γεγονός που δυσκολεύει αρχικά την ανάπτυξη κοινού τόπου. Σε µένα αυτός ο τόπος υπήρξε, απλωνόταν σελίδα τη σελίδα, κυρίως εκεί όπου ο συγγραφέας αναφερόταν στη σχέση µε τον πατέρα του εν ζωή, τα τελευταία µέτρα που διένυσαν παρέα, που τον φρόντιζε και τον αποχαιρετούσε µέρα µέρα, που το πρωί σηκωνόταν και η πρώτη του πράξη ήταν να δει αν αναπνέει, αν είναι ζωντανός, αλλά και τα µικρά επεισόδια, τις ιστορίες που αφηγείτο, τη συναισθηµατική λειψυδρία ενός Βαλκάνιου άντρα, µόνο µια διόρθωση Γκεόργκι, αν µου επιτρέπεις, δεν υπήρξε συνέπεια µόνο του σοσιαλισµού, και ο καπιταλισµός µια χαρά τα καταφέρνει.

Αδυνατώ να κατανοήσω ή και να φανταστώ πώς θα µπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι δύναται να αντιµετωπίσει βιβλία όπως αυτά µε τρόπο ακραιφνώς αντικειµενικό, από απόσταση ασφαλείας, χωρίς να αντιµετωπίσει δικούς του δαίµονες. Αφηγήσεις, όπως αυτή, µάλλον ανήκουν σε ένα από τα ελάχιστα αυστηρά δίπολα, µηδέν ένα, όταν αναφερόµαστε στη συναισθηµατική σύνδεση. Η µη σύνδεση δεν είναι αντικειµενικότητα, είναι επίσης υποκειµενικότητα. ∆εν υπάρχει σωστό ή λάθος στο πένθος, δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Χωρίς καµία φιλοδοξία αντικειµενικής πρόσληψης του βιβλίου να µε βαραίνει, θα µπορούσα να γράψω ένα µετακείµενο προσωπικής ανάγνωσης, να µιλήσω για τον πατέρα µου, να µην αναφερθώ στο βιβλίο του Γκοσποντίνοφ παρά µόνο ως µια αφορµή για να αγγίξω τα όρια µιας καταχωνιασµένης περιοχής εντός µου, το αναπόφευκτο της απώλειας. Αν θέλω να είµαι ειλικρινής απέναντί µου, όσο και αν αυτό ίσως είναι ένα βαρύ πλήγµα στη γαµατοσύνη µου, πρέπει να οµολογήσω πως δεν συναισθάνθηκα τον πόνο της απώλειας του συγγραφέα, σε κάθε γωνιά, ακόµα και της πλέον προσωπικής αναφοράς, κάτι δικό µου αντίστοιχο εντόπιζα, κάτι µέσα µου κινιόταν, σάλευε, κόµποι αναδύονταν, δικά µου ήταν και τα δάκρυα εδώ και εκεί. Όλα αυτά, αν είχα υποδεχτεί το βιβλίο αυτό µε ένα: και τι µε νοιάζει εµένα που πέθανε ο µπαµπάς του και έκατσε και έγραψε γι’ αυτό· δεν θα τα είχα νιώσει. Αν γενικότερα σκεφτόµουν µε αυτόν τον τρόπο, µάλλον, δεν θα διάβαζα λογοτεχνία.

Και ίσως επειδή δικός µου ήταν ο πόνος, έστω και ο ενδεχόµενος πόνος, ίσως κάποια στιγµή προς το τέλος να ένιωσα µια ενόχληση από διάφορες µικροεπαναλήψεις, η σκέψη πως προσπαθούσε κάπως να µεγαλώσει το κείµενο, να φτάσει έναν συµβολικό αριθµό κεφαλαίων, µε έκαναν να νιώσω µια ενοχή, όσο γράφει, µε µάλωνα, παραµένει στην επικράτεια του πένθους και το έχει ανάγκη αυτό, και, όπως και να έχει, δεν είναι δουλειά σου να το κρίνεις. ∆εν είναι ένα δοκίµιο αυτό, δεν περιλαµβάνει οδηγίες χρήσεως απώλειας, όχι µε τρόπο ευθύ, όχι άµεσα, αλλά υπόκειται στην υποκειµενική ανάγνωση, τα είπα και παραπάνω, µια τέτοια ανάγνωση, µια τέτοια έµµεση εµπειρία.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα