Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου, 2021

Πολλώ λογιώ κλεψιές

Ούλοι κατέμε πως απού τσοι πλια σοβαρές παραγγελιές του Μεγαλοδύναμου είναι να μην κλέφτομε. Κι όντε λέει να μη κλέφτομε εννοεί να μην κλέφτομε.

Σε τούτονα έχουμε εμείς βαρμένο ενα μετράρι και λέμε πώς να κόπσεις ένα λελούδι απού το μπακσέ του γείτονα, δεν είναι κιαμιά κλεπσιά γή το κρίμα απού θα σε μπέπσει στη γ-κόλαση. Γή όντε κόπσεις μερικά απίδια απού μια απιδιά απού βαστά είκοσι οκάδες απίδια, δεν είναι σκοτωμού δουλειά. Εμένα τούτονα λογικό μου φαίνεται. Είναι σκιας και μερικοί καρμίρηδες, λίγοι, πολλοί δε γ-κατέω, απού καλιά ΄χουνε να πετάξουνε του χοίρου ένα απίδι, γή ν΄ τ΄ αφήσουνε να πέσει και να σαπίσει στη γης, παρά να το φάει ένας στρατολάτης. Εγώ θαρώ πως σε τούτηνα τη περίσταση πλια είναι το κρίμα του καρμίρη παρά εκείνουνα που τόκοψε να το φάει επειδής επείνα, γή επειδής του μύρισε. Πια πολύ να πούμε πως κλεψιά ΄ναι, ανε μ-πάρεις πράμα απού ΄ναι σοβαρό γή θα ητονε πραματικά χρειγιαζούμενο εκείνουνα απού τόχε.

Είναι όμως κι άλλοι απού τόχανε χούι να πγαίνουγε τη γ-κλεψιά σκοινί κορδόνι και κλέφτουνε σκόλες καθημερνές. Στη σημερνή κουβέντα δε θα μπατσιαριστώ με τούτουσας απού κάνουνε μεγάλες κλεψιές γή ληστέβγουνε. Εγώ δα δε θα κάτσω να τα ξεπαραλυώ ούλα τούτανα, θα τ΄ αφήκω τσοι γραμματιζούμενους απού δεν έουνε δουλειά. Ο απατός μου δεν τσοι προλαβαίνω τόσεσας δουλειές απού έχω. Ποια να πρωτολογιάσω, δεν έχω καμωμένο ακόμης το δισκάφισμα στ΄ αμπέλια μουδέ τη δέση έθιαξα να ποτίζω το περβολάκι μουδέ κουλουκούρισα τα έγκαλα. Πρέπει να κάμω το κολάι μου, δε μπιτίζει μπλιο.

Θα πω μερικά πράματα απού τα σκέφτομαι μιας λοής κι ελόγου σας μπορεί να τα σκέφτεστε άλλης λοής, καλιά από μένα. Αν ειν΄ ετσά θα ν-ήθελα όμως να μου το πείτε επειδής εγώ θέλω και να μαθαίνω.

Κσαρχής φαίνεται πως είναι πολλώ λογιώ οι κλεψιές και σασε λέω μερικές:

– Μού ΄κλεπσε τη γ-καρδιά, ακούμε πολλές φορές νε λένε τα κοπέλια γή κι άλλοι απού κοπελίζουνε. Ετούτονα σάικα δε μοιάζει κσαρχής γι΄ αμαρτία. Αμαρτία θα να ΄ναι, για τον αναγνώστη στο χωριό όη για μένα, άμα πάνε το πράμα πολύ, μα πολύ παραπέρα, στο μη παρέκει. Ο απατός μου λέει, σιγά το γάιδαρο μη στάκσει γι-ορά ν-του, για τέθοιας λοής αμαρτίες κοπελιώ.

– Εκλεφτήκανε, γροικούμε κιαμιάν άλλη βολά, για ένα ντελικανή και μια νια, απού δε τσ΄ αφήνανε, ως εθέλανε να παντρευτούνε και με δική ν-τονε βουλή εφύγανε απού τα γονικά σπιτικά ν-τονε για να ζιούνε μαζί.
Ούλα καλά είναι, δικά να ζήσουνε μονοιασμένοι και να μην λέει σε μερικά χρόνια το μπέλο τζη αχαΐρευτο κι ανεπρόκοπο και να μην τηνε λέει αυτός ανοικοκύρευτη γή άλλα χειρότερα απού δε θέλω να τα βάνω στσοι γιαφτάδες μου.
Στη παλαιϊνή Σπάρτη εκλέφτηκε και μια παντρεμένη γυναίκα μένα ξενομπάτη απού ήτονε κι από άλλη ράτσα. Θα μου πείτε, μια και δυο φορές εγίνηκε ετουτονά. Τ΄ αναθυβάλλω όμως επειδής ετούτηνα έβγαλε το χούι στσ΄αποδέλοιπες απού κάμανε τα ίδια. Ελένη τηνε λέγανε και Πάρη το διωματάρη απού τση γυάλισε. Ούλοι οι γραμματικοί απού τηνε πιάσανε στη μ-πένα ντονε τηνε λένε ωραία Ελένη. Απίς εκλέφτηκε, δε γ-κατέω ανε τόχετε ακουστά και σεις, εγίνηκε μεγάλο κακό. Εγίνηκε πόλεμος απού βάστηξε δέκα χρόνους. Εγώ δε λέω πράμ΄ άλλο παρά λυπούμαι τσοι νιους των αρμάτω απού χαθήκανε στο πόλεμο για όνομις μιας κακοκέφαλης.

– Μού ΄κλεπσε την ιδέα, λέει ο άλλος. Μα πως σου ΄κλεπσε την ιδέα, λέω εγώ, αφού ετούτανα απού σκέφτεται κάθα γεις είναι μέσα στη γ-κεφαλή ντου και ισαμ΄ εδά μουδ΄ οι γ-Αμερκάνοι μπορούν να τα πάρουνε όσο ΄ναι εκειά. Το λοιπός, αν είναι αλήθεια πως του τη γ-κλέπσανε, γή τηνε ξεφούρνισε σε πράμα κουβέντα γή τηνε ΄γραψε σε κιανένα κιτάπι. Ένας μπάρμπας έλεγε πως άμα κατένε ένα μ-πράπα παράνω από ένα άθρωπο, δεν είναι μυστικό.

– Ένας παλαιϊνός Ρωμιός για να κλέψει, επήγε πέρα αλλάργω οθέν τσοι συμπεθέρους μας στην Ισπανία. Εκείνοσας απού τον έμπεπσε εκάτεχε πως είχανε κάτι μήλα,απού ήτονε λέει χρυσά. Που τόμαθε κι ετούτοσας από τόσονα αλλάργω δε γ-κατέω. Αν είχανε τελεόραση θα ν΄ έλεγα το δίχως άλλο από ΄κεια το ΄μαθε. Ηράκλη ελέγανε γή Ηρακλή δε γ-καλοθυμούμαι. Το σίγουρό ΄ναι πως εγώ είχα ένα μπάρμπα απού τονε λέγανε Ηρακλή. Εδά ΄που το θυμήθηκα, Ηράκλη λέγανε και το μ-πεθερό απούκαμε με τα χίλια βάσανα ο Ρωτόκριτος.
Εκείνοσας απούκλεψε τα μήλα, όη ο μπάρμας μου ο άλλος, σίγουρό ΄ναι πως δεν τάκλεψε να τα φάει για δεν ετρώγουντανε κιόλας. Δε μούπε κιανείς είντα τάκαμε.

– Τα παλιά χρόνια εκλέφτανε και τσοι κοπελιές. Σάικα εμένα μου φαίνεται πως τσοι πλια φορές η δουλειά ήτανε μιλημένη αναμετάξυ ντονε. Γιαυτό από τη μια η κοπελιά έκανε πως έκλαιγε κι εκαταχτυπιούντανε, αλλ΄ απού την άλλη άμα τσ΄ λέγανε σταμάτα για θα σε παραιτήσομε, των έλεγε σέρνετέ με κι ας κλαίω.
Ένας μπάρμπας μου μούλεγε πως μια βολά, για χατίρι νιους καλού ντου φίλου επήγανε κι κλέψανε μιαν αρραβωνιασμένη.
Εζοριστήκανε να τη γ-κουβαλήσουνε κιας ήτονε λιανοκάμοτη, εγινίκανε και σουρούδι επειδή τσοι ΄πιασε κατακαίρι.
Δυο τρεις μέρες, απίς τηνε κλέψανε, αλαργέψανε απού το χωριό γιάντα στο παρεάκι απού εκάμανε ετούτηνα τη δουλειά, είχανε ένα πατακό απού του φέβγανε κουβέντες και παρατσουτσουριζούντανε τα ονόματά ντονε. Δεν εγαήρανε παρά απίς εγέννησε το πρώτο τζη κοπέλι και μαλακώσανε ο κύρης κι οι γ΄ αδερφοί τζη.
Μούλεγε πως τη γ-κοπελιά τηνε παντρολογούσανε μ΄ ένα σερσέμη κοντοχωριανό τζη, απού εμάθανε πως απίς επαντρεύτηκε εκακολάλιε τη γυναίκα ν-του. Το αντρόυνο απού εγίνηκε απού τη γυναίκα που εκλέψανε, έζησε μονοιασμένο, επόνιε ο γεις τον άλλο κι εκάμανε καλά κοπέλια. Και θέλω να ρωτήξω, ήτονε ετούτονα απούκαμανε πόσο κρίμα είναι; Εγώ θαρρώ πως μπορεί να κάμανε και μιστό απού τηνε γλυτώσανε απού ένα σατράπη. Η κλεψιά απούκαμε ήτονε χωρίς δικό ντου διάφορο, την έκαμε για το χατίρι του φίλου ν-του, αλλά, το πλια πολύ, το αντρόυνο απού γίνηκε επέρασε αναμετάξυ ν-του καλή ζωή.
Εγώ στη γ-κουβεντα μου κάνω αναγυρίδες και θα κάμω άλλη μια για να σασε κάμω έναν άλλο ιστορικό ντίπις για ντίπις αληθινό απού εγίνηκε εδά κι ενενήντα ποθές χρόνους στσοι μπάντες του Ρεθέμνους. Απού τα εκατομμύρια ιστορικά απούχουνε αθρωπιά, αλλά δεν εγραφτήκανε ποθές.
Έμπεψε ένας δικούς και φίλους να κλέψουνε μια γ-κοπελιά να του τη μ-πάνε, μαζί μ΄ ένα απού κάτεχε το σπιτικό του πατέρα τζη, γιάντα οι γι-αποδέλοιποι δεν εκατέχανε μουδέ τα γονικά μουδέ το σπίτι. Τηνε κλέψανε κι απίς αλαργέψανε εκάτσανε να ξεκουραστούνε. Επιάσανε το λακριντί με τη γ-κοπελιά την αναρωτήξανε για τ΄ όνομα το δικό τζη και τα γονικά τζη. Όντε τον είπε τίνος είναι θυγατέρα εκουζουλαθήκανε. Το μ-πατέρα τζη τον είχανε αξιωματικό στη Μικρασία κι ήτονε πσυχωμένος άντρας και άθρωπος. Εγαείρανε τη γ-κοπελιά οπίσω και όντεν΄ επήγανε στο χωριό επιάσανε εκείνονα από τσοι μ-πεπσε και τονε δείρανε.

Δε γ-κατέω ανε με παρεξηγήσετε να μεγαλώσω την αναγυρίδα να σασε πω δυο κουβέντες ακόμης για ένα άλλο ιστορικό απού γίνηκε στα ίδια χωριά. Εκλέψανε μια γ-κοπελιά, μα εστράβωσε το πράμα και όπως εφέβγανε και την είχανε μαζί ν-τονε τσοι κυκλώσανε οι χωροφυλάκοι. Ούλοι εξεγλιστρήξανε, όξω από ΄να κακουρίτη απού τονε πιάσανε κι έκαμε κάμποσους χρόνους στη φλακή. Απείς επόριξε εγάειρε στο χωριό κι έλεγε μια δικιά ν-του μαντινάδα: τση φυλακής τα σίντερα /και τσοι βαρέ κουτσούρους / είναι γι τσ΄ άντρες τσοι καλούς / και όη τσοι μπουμπούρους.

Για να γαείρομε στα δικά μας σασε μπιστέβγομαι και θα σασε πω για μια γ-κλεψιά απού με λέξανε. Με πήγανε στο δικαστήριο για ένα μπροσταρότραο με το σκλαβέρι ν-του απού ελέγανε πως έκλεψα από ένα μιτάτο, αλλά ποτές μου δεν το παραδέχτηκα. Μούλεγε ο πρόεδρος στη δίκη: δεν με γνοιάζει πως λέεις οη, υπάρχουνε δυο μαρτύροι απού σ΄ είδανε. (Το παντέρημο φεγγάρι, μέρα έκανε τη νύχτα).

Του λέω πρόεδρε αδέ μ-πιστέβγεις εμένα κι άμα εσύ έεις δυο μαρτύρους, μπορώ να σου φέρω σαράντα νοματαίους απού δε μ΄ είδανε να κλέβω το μπροσταρότραο. Το χαβά ν-του αυτός, απού τη μια τάλεγε καθαρευουσιάνικα δεν εκσετζαμπάδιζα πράμα κι έπρεπε να βάνω το δικηγόρο να μου τα λέει σωστά για να τα νογώ.

Απού την άλλη μούριξε και τη γ- καμπανιά. Εμένα όμως πρέπει να με πιστέβγανε οι γι΄ άλλοι φλακωμένοι πως ήμουνε αθώς και για τούτονα, την ώρα απού με βάνανε στη φλακή εφωνιάζανε από μέσα «άδικα», «άδικα». Μουδέ μεροτικούς συντέκνους να τσ΄ είχα να με ποστηρίζουνε. Επήρα κι εγώ θάρρητα κι απίς εμπήκα, τονε έλεγα μια κουβέντα απού την έλεγε ο δικηγόρος και μ΄ άρεσε. Έλεγα το λοιπός πως είμαι θύμα δικαστικής πλάνης. Το ξεπαράλισα και ΄μπόρουνα να το λέω, αλλά τσοι θώρουνα και κρουφογελούσανε αναμετάξυ ν-τονε όντε τόλεγα. Πάντως εγώ όντεν΄ επόριζα, είπα σ΄ ούλους πως τονε χρωστώ κέρασμα για την αποδοχή απού μου κάμανε. Έχω να το λέω, καλή αποδοχή μου κάμανε και εφωνιάζανε «άδικα» μόνο όντε ν΄ έμπαινα κι όη όντε ν΄ επόριζα.

Για πορίξω όμως απού τη φλακή επήγε η γυναίκα και γύρεψε δανεικά από ζωνούς κι αμασκαλάτους. Άθρωπο απού κατέχαμε δεν άφηκε. Έτσα ΄πού πήγε το πράμα το κακό ΄τανε διπλό. Έκαμα μια βαρά ν΄ αμαρτία, (ανε μπιστέπσει κιανείς το μ-πρόεδρο) έκαμα και χρόνους να ξεχρώσω τσ΄ αθρώπους απου βοηθήξανε να πορίσω τη μ-πόρτα τση φλακής.

Μια χάρη μόνο θα σασε ζητήξω. Αν είστε από τη μπάντα του προέδρου και πιστέβγετε κι εσείς πως έχω κλεμμένο το μπροσταρότραο, μην το πείτε ποθές. Με το κάζο απού ΄παθα ετότεσας μου βγήκε ανάλεμα.

Εδά και πολλούς χρόνους απού εξεκίνησα ατούτονα το χούι να βαστώ γιαφτάδες, η πλια καλή ώρά ΄ναι εκειά απού βόσκω τα μαρτάρικα. Είμαι πλια ξεκουράδος γιάντα δε βαστώ τη σκαλίδα, αλλά και προπάντος κιαμιά βολά άμα σερβίρει ο τόπος, βγορολογώ απού τη μια μπάντα τσοι Μαδάρες και απού την άλλη το γιαλό.

Μιας και το ΄φερ΄ η κουβέντα, γιάντα οι γραμματιζούμενοι λένε τσοι Μαδάρες, Λευκά Όρη, εγώ δεν το κατάλαβα ποτές μου. Πολλές βολές θαρρώ που εκείνηνα απού παίρνουνε τέθοιες μα και βαρύτερες αποφάσεις, δε ζιούνε επαέ παρά στοι Λόντρες και στα Παρίσια.
Άμα όμως βόσκω κι αποξεχαστώ, χάνω τα ωζά απού σέρνουνε και σκοινί. Είναι κι ΄να ζεβελιάρικο απού πρεδεύει κι όλο στην εζημιά γλακά. Ο κασάπης είναι το κισμέτι ν-του Έτσα, εδά μερικούς χρόνους τα ΄χα βγάλει του ξεστάλου να τα βοσκαρίσω, αλλά μου φύγανε και ταΐσανε δεκοχτώ μουρέλα νιους χωριανού απού δεν είχαμε και καλή τη γ-καλημέρα.

Του ΄πα να βάλομε στημαδόρο κι ότι εχτίμηση κάμει, θα του τα δώκω. Μα αυτός, να μη ν-του βγάλω τη μερίδα, με πήγε στο Αγρονομείο και τα πλέρωσα σα νάτανε δεντρά του βασιλικού κήπου. Δεν είχαμε απού δεν είχαμε ορεξάτη καλημέρα, τηνε κόψαμε τελείως κι ησυχάσαμε κι εγώ κι αυτός. Να πω και τούτονα, ο απατός μου του πρωτόπιοσα κακοσύνη, επειδής δεν είχε κιανένα διάφορο απού με ΄μπεπσε στσ΄ αυλές του αγρονόμο. Δεν ήτανε μόνο η ζημιά απούπαθα παρά η κερά επήρε χαμπάρι γιάντα μου φύγανε τα ωζά κι εβαταλάλιε τρεις ημέρες.

Εδά είπα να τα βοσκαρίσω κι έχασα πάλι την εντουρά ν-τονε με τα κιτάπια απού παλαίβγω. Φοβούμαι μην μ-πάθω τ΄ αλλοτινά, για τούτονα παραιτώ τα γραψίματα για να τα λαγωνέψω. Δεν έχω και το κουλούκι μαζί μου να πάρει την αποβολή.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα