Σάββατο, 28 Νοεμβρίου, 2020

Ο χαλικούτης και η Ρωμιά

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο τόπος μας γνώρισε μικρές ή μεγάλες “επιδημίες”. Πολλοί συνεργάτες της πάντα ενημερωμένης εφημερίδας “μας” έχουν πρόσφατα δημοσιεύσει ενδιαφέροντα κείμενα πάνω σ’ αυτό το θέμα.
Πριν από πολλά χρόνια μου είχαν διηγηθεί ένα συγκινητικό περιστατικό που είχε σχέση με επιδημία πανούκλας, που το δημοσίευσα στο βιβλίο μου “Η Κρήτη των Θρύλων”. Λόγω των ημερών, το αναδημοσιεύω:
Πριν από πολλά χρόνια -μπορεί τρακόσια, μπορεί και περισσότερα, ποιός ξέρει πόσα…- ζούσε στα μέρη της Κισάμου ένα παράξενο αντρόγυνο. Ο άντρας ήταν μαύρος -Χαλικούτης ακουγόταν- κι η γυναίκα ήταν Κρητικιά, χριστιανή. Πώς βρέθηκαν μαζί είναι μια παράξενη ιστορία. Αν και δεν μπορώ να υποστηρίξω ότι είναι πέρα για πέρα αληθινή, σας τη διηγούμαι:
Τα Μεσαύλια είναι ένας μικρός συνοικισμός που ανήκει στην κοινότητα Κακόπετρου Κισάμου. Ελάχιστοι άνθρωποι, γύρω στους 50, αποτελούν τον πληθυσμό τους. Εργάζονται τη γης, παίρνουν το λάδι, το κρασί και τ’ άλλα αγαθά που παράγει. Μοχθούν να κάμουν τα χωράφια τους καρπερά και τη ζωή τους καλύτερη, μα τούτος ο μόχθος δεν τους εμποδίζει να συζητούν και ν’ αναθυμούνται την περασμένη ιστορία του χωριού τους. Γιατί τα Μεσαύλια δεν ήταν πάντα ο τωρινός μικρός συνοικισμός. Σε περασμένους καιρούς ήταν μεγάλο χωριό κι είχε πολλούς ανθρώπους. Αποτελούνταν από δυο μεγάλες γειτονιές, που τις χώριζε ο μεσαυλιανός ποταμός. Eνα ξύλινο γεφύρι ένωνε το χωριό κι ευκόλυνε την επικοινωνία ανάμεσα στους κατοίκους. Πόσοι ήταν ακριβώς δεν ξέρομε,μα η παράδοση θέλει το χωριό με 72 οικογένειες. Η ίδια παράδοση φέρνει ανάμεσα στους κατοίκους κι ένα μαύρο –Χαλικούτη τον έλεγαν- που έβοσκε τα πρόβατα του χωριού.
Είχε, λέει, πιαστεί αιχμάλωτος στα χρόνια των Βενετσιάνων και βρέθηκε, χωρίς να ξέρει πώς, στα Χανιά. Μα δεν άντεχε στην αιχμαλωσία. Η καρδιά του λαχταρούσε τον ελεύθερο αέρα κι έτσι δραπέτευσε. Περιπλανήθηκε, εδώ κι εκεί στην ύπαιθρο και τελικά έφτασε στα Μεσαύλια. Απόμερα ήταν, δεν υπήρχε κίνδυνος να τον βρουν οι εχθροί του κι αποφάσισε να μείνει. Οι κάτοικοι τον καλοδέχτηκαν και τού’δωσαν ψωμί και δουλειά. Και δεν το μετάνιωσαν. Ηταν δουλευτής, πρόθυμος, εργατικός. Η μόνη ιδιοτροπία του ήταν πως απόφευγε να πλησιάζει στις συγκεντρώσεις των χριστιανών. Εμενε στην άκρη του χωριού σε μια μάντρα, χαιρετούσε τους χωριανούς με αγάπη κι όλοι τον συμπαθούσαν. Ακόμη και τα παιδιά ένιωθαν συμπάθεια γι’ αυτόν και συχνά πήγαιναν κοντά του και του κρατούσαν συντροφιά, ακούγοντας τα παραπονιάρικα τραγούδια του.
Οι μέρες περνούσαν… Η ζωή συνεχιζόταν κανονικά με τις δυσκολίες, βέβαια και τα βάσανά της, αλλά και με τις χαρές και τις διασκεδάσεις που οι Κρητικοί δημιουργούσαν τότε σε κάθε ευκαιρία.
Και τίποτα δεν θα μας έκανε ίσως να φέρνομε σήμερα τους Μεσαυλιανούς στη θύμησή μας, αν δεν έπεφτε το θανατικό της πανούκλας…
Δεν ήταν η πρώτη φορά που η Κρήτη γνώριζε επιδημία πανούκλας. Υπάρχουν κείμενα που περιγράφουν με φρίκη το θανατικό και την ερήμωση που προκαλούσε.
Σ’ ένα κώδικα μοναστηριού είναι γραμμένα, ανάμεσα στ’ άλλα και τα παρακάτω, ανατριχιαστικά για μια τέτοια επιδημία:
«…Εποθένασι την ημέραν διακόσιοι και περισσότεροι. Ερίχνασι τους νεκρούς αψάλτους και ατίμους ώσπερ τους κύνας… Εμειναν τα σπίτια έρημα και όποιος ήθελεν έκλεπτεν αφόβως. Πάντες έφευγον έξω εις τα σπήλαια και εις τας οπάς της γης…».
Ο κόσμος, με το δίκιο του, έτρεμε ακόμη και με το άκουσμά της γιατί σπάνια γλύτωνε όποιος προσβαλόταν απ’ αυτή τη φοβερή αρρώστεια.
Σ’ ένα τραγούδι που γράφτηκε ύστερα από μια τέτοια επιδημία, που έπληξε ιδιαίτερα τα Χανιά, αναφέρεται πως η πανούκλα
«…Παίρνει Ρωμιούς,Οβραίους και αγάδες // και παίρνει και δασκάλους και χοτζάδες και παίρνει και κοράσιαν αξιωμένα// απού δεν τάχεν ήλιος θωρεμένα.
Και κάνει τα σοκάκια και χορθιούσι// τα δόλια παραθύρια κι αραχνιούσι…».
Μια τέτοια επιδημία χτύπησε και πάλι το νησί…
Κανείς δεν ήξερε πως ήρθε το αναπάντεχο κακό. Μερικοί έλεγαν πως το’φεραν καράβια από την Αραπιά, μα δεν ήταν σίγουρο. Το βέβαιο ήταν ότι η αρρώστια πήρε τη μορφή επιδημίας κι από τις πολιτείες απλώθηκε και στα πιο μακρινά κι απόμερα χωριά. Τα Μεσαύλια δεν γινόταν να εξαιρεθούν. Και το πολυάνθρωπο χωριό, εντελώς ξαφνικά ένιωσε την ανατριχίλα του θανάτου.
Η αρρώστια, σαν τη φωτιά που προχωρεί και δεν αφήνει τίποτα ζωντανό στο διάβα της, περνούσε τις αυλές των σπιτιών κι έριχνε μικρούς και μεγάλους, άντρες και γυναίκες, γέρους και νιούς, στο κρεβάτι του θανάτου.
Τα γιατροσόφια εκείνου του καιρού και οι ξορκισμοί δεν έφερναν κανένα αποτέλεσμα.
Τα μοιρολόγια που ακούγονταν τις πρώτες μέρες απ’ τα σπίτια, έπαψαν και στο νεκροταφείο δεν παρατηρούνταν καμιά κίνηση, γιατί δεν έμενε κανείς ούτε να κλάψει μα ούτε και να θάψει τους νεκρούς. Το χωριό νεκρώθηκε από τη μιαν άκρη ίσαμε την άλλη…
Πάνω στην ώρα άρχισε κι η κακοκαιρία. Ανοιξαν οι καταρράχτες τ’ ουρανού κι έβρεχε κι έβρεχε κι έβρεχε…
Ο Μεσαυλιανός ποταμός ξεχειλισμένος θολά νερά κατέβαινε μουγκρίζοντας και παράσερνε στο πέρασμά του ό,τι πήγαινε να του σταθεί εμπόδιο.
Ηταν ένα φοβερό θέαμα… Ποιος όμως είχε καρδιά να το βλέπει; Ποιος είχε τη δύναμη να το παρατηρεί; Ο θάνατος ώρα την ώρα έσβηνε όσες ζωές απόμεναν κι η νεκρική σιγή απλωνόταν σ’ όλες τις γειτονιές του χωριού.
Στο μεταξύ το ποτάμι παράσυρε το μοναδικό γεφύρι. Ετσι η επικοινωνία ανάμεσα στις δυο μεγάλες γειτονιές του χωριού σταμάτησε.
Αυτό δε θά ’χε και τόση σημασία, αν δεν παρουσιαζόταν μια γυναίκα. Σαν τρελή έτρεχε πάνω-κάτω κλαίγοντας κι έψαχνε φαίνεται να βρει κάποιο πέρασμα… Χαμένος κόπος… Τελικά κάθισε πάνω σ’ ένα βράχο,δεχόταν αδιαμαρτύρητα τη βροχή και χτυπιό-ταν κι έκλαιγε τόσο, που σου ξέσκιζε την καρδιά.
Βράδιασε, πέρασε η νύχτα, ξημέρωσε κι ασταμάτητα συνεχιζόταν η βροχή, ενώ η γυναίκα εξακολουθούσε να βρίσκεται ακίνητη στο βράχο.
Τότε παρουσιάστηκε από την άλλη μεριά του ποταμού ο μαύρος, ο Χαλικούτης. Εψαξε να βρει πέρασμα για να πάει κοντά στη γυναίκα, μα στάθηκε αδύνατο.
Κι αφού δεν μπόρεσε να περάσει, πήγε και στάθηκε απέναντί της.
Προσπάθησε να της μιλήσει, μα η βοή του νερού έπαιρνε τη φωνή και χανόταν… Την καθησύχασε με νοήματα και μ’ αυτό τον τρόπο προσπάθησε να την παρηγορήσει και να της δώσει θάρρος.
Οι μέρες άρχισαν να περνούν η μια ύστερ’ από την άλλη κι ανάμεσα στα ορμητικά νερά του ποταμού δυο άνθρωποι καθισμένοι κάτω από την ασταμάτητη βροχή και το κρύο, κοιτάζονταν και πότε πότε αντάλλασαν καμιά λέξη, που περισσότερο την ένιωθαν παρά την άκουγαν.
Η γυναίκα τις πιο πολλές ώρες έκλαιγε και μοιρολογιόταν κι ο άντρας, ο Χαλικούτης, της φώναζε: «Φτάνει… φτάνει… μην κλαις…»
-Μα πέθαναν όλοι… κι είναι άταφοι… απαντούσε η γυναίκα.
-Κι εδώ το ίδιο είναι… μόνο εγώ γλύτωσα…, έλεγε ο άντρας.
Ετσι πέρασαν μέρες… Στο μεταξύ τα νερά λιγόστεψαν κι ο μαύρος βρήκε έναπέρασμα και πήγε στη γυναίκα. Χωρίς να της πει τίποτα, την έπιασε από το χέρι κι εκείνη αδιαμαρτύρητα σηκώθηκε.
-Ελα να φύγουμε, της είπε. Δυστυχισμένοι κι ολομόναχοι είμαστε κι οι δυο…
Τον ακολούθησε. Πέρασαν το ποτάμι, άφησαν πίσω τους το χωριό και τους ανθρώπους άταφους και τράβηξαν μακριά…
Περνούσαν απ’ τα πανουκλιασμένα χωριά, χωρίς κανένα φόβο γιατί είχαν πιστέψει πως δεν τους πείραζε το κακό. Εμπαιναν στα σπίτια να ζητήσουν κανένα κομάτι ψωμί κι η καρδιά τους σπάραζε στο θέαμα που αντίκριζαν. Στο τέλος δεν άντεξαν. Σταμάτησαν κι άρχισαν να βοηθούν και να συμπαραστέκονται στους αρρωστημένους συνανθρώπους τους. Η καρδιά τους που είχε γεμίσει από πόνο, τώρα ξεχείλιζε από αγάπη και καλοσύνη… Και ακούστηκε σ’ όλη την επαρχία πως ένας μαύρος και μια χριστιανή ξαγρυπνούσαν κοντά στους αρρώστους, τους παρηγορούσαν και τους βοηθούσαν όπως μπορούσαν…
Ύστερα, σταμάτησε το κακό, η ζωή σιγά σιγά ξαναβρήκε κάποιο ρυθμό, αλλά μέσα στα βάσανα και στην καθημερινή βιοπάλη, το παράξενο ζευγάρι ξεχάστηκε…
Πάνω από εκατό χρόνια πέρασαν από κείνο το φοβερό θανατικό. Στο μέρος που ήσαν τα Μεσαύλια θέριεψε το δάσος. Κανείς δεν θυμόταν πως κάποτε εκεί υπήρχαν άνθρωποι. Ολη η περιοχή πήγε στο Κράτος. Κάποτε παρουσιάστηκε ένας αγάς και ζήτησε να την αγοράσει. Την πήρε 40.000 γρόσια. Υστερα από μερικές μέρες ξεκίνησε να πάει να τη δει. Δεν υπήρχε πουθενά γυμνός τόπος. Τα κλαδιά είχαν σκεπάσει τα πάντα. Έβαλε φωτιά κι έφυγε…
Ξαναγύρισε ύστερα από σαράντα μέρες κι η φωτιά έκαιγε ακόμα… Τελικά την έσβησε η βροχή.
Από τότε ημέρεψε η γης, καλλιεργήθηκε και σιγά σιγά μαζεύτηκαν οι άνθρωποι, που οι απόγονοί τους ζουν ίσαμε σήμερα.
Ο χαλικούτης και η Ρωμιά, το πιο παράξενο ζευγάρι εκείνου του καιρού, οι μόνοι που γλίτωσαν από το φοβερό θανατικό που χτύπησε το χωριό τους,δεν χωρίστηκαν πια.
Έζησαν μαζί, μα στα Μεσαύλια δεν ξαναπάτησαν!
Εριξαν πέτρα πίσω τους…

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες