Δευτέρα, 10 Μαΐου, 2021

Ο ανώνυμος Κρητικός αγωνιστής του 19ου αιώνα

Η ιστορία της Κρήτης καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα σημαδεύτηκε από επανειλημμένες επαναστάσεις ενάντια στους Τούρκους κατακτητές. Η ζωή και η δράση των επώνυμων οπλαρχηγών και των πολιτικών προσώπων που πρωταγωνίστησαν είναι λίγο-πολύ γνωστά. Πως ήταν όμως η ζωή του ανώνυμου Κρητικού αγωνιστή, ο οποίος ήταν οικογενειάρχης και με μεγάλο κόπο συντηρούσε την οικογένειά του είτε ως αγρότης είτε ως κτηνοτρόφος; Σημαντικές πληροφορίες δίνει μια προφορική μαρτυρία στην εφημερίδα «Λευκά Όρη» σε πρωτοσέλιδο άρθρο στις 12/9/1909 με τίτλο «Η μπλεξιά».

Η ιστορία ξεκινά από την επανάσταση του 1866 που κατέληξε με το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου όταν ο ανώνυμος πρωταγωνιστής ήταν επτά ετών: «Όταν εξερράγη η επανάστασις είμην παιδίον ηλικίας επτά ετών. Ούτως ήρχισε τη διήγησίν του μεσήλιξ χωρικός την οποίαν άνευ σχολίων μεταδίδω[…]». Η οικογένειά του ζούσε σε ένα χωριό κοντά στα Χανιά, γι’ αυτό από την πρώτη ημέρα της επανάστασης αναγκάστηκαν να φύγουν παίρνοντας μαζί τους ότι βρήκαν μπροστά τους, ενώ χτυπούσαν οι καμπάνες της εκκλησίας του χωριού, οι οποίες προειδοποιούσαν του κατοίκους ότι πλησίαζαν οι Τούρκοι. Ο πατέρας του πήρε το τουφέκι του, ένα κάποτο και ένα πάπλωμα, η μητέρα πήρε αγκαλιά τον δίχρονο αδελφό του και μια πατανία, ενώ ο ίδιος φορτώθηκε άλλη μια πατανία. Όλα τα υπόλοιπα υπάρχοντα (δακτυλίδια και χρήματα) έμειναν στο σπίτι. Όταν έφτασαν στην κορυφή του λόφου έξω από το φαράγγι είδαν τους καπνούς από το χωριό και κατάλαβαν ότι το σπίτι είχε καεί από τους κατακτητές.

Η μητέρα θυμούμενη το ευρύχωρο σπίτι με τα δύο δωμάτια πάνω και τα τέσσερα κάτω άρχισε να κλαίει. Η οικογένεια αφού περιπλανήθηκε τρία χρόνια στα κρητικά όρη και στην Αθήνα επέστρεψε στο χωριό, «[…]γυμνοί και πένητες, ως αναχωρήσαμεν[…]». Ο πατέρας μάζεψε χώματα και έφτιαξε ένα δωμάτιο με οντά όπου βρήκε στέγη η οικογένεια, ενώ ο μικρός πρωταγωνιστής της ιστορίας έπαιζε ανάμεσα στα ερειπωμένα σπίτια και τα αποκαΐδια του χωριού.

«[…]Όταν εξερράγη η επανάστασις του 78, με την ίδιαν παράταξην πάλιν εφέυγομεν[…]» Η διαφορά ήταν ότι ο μικρός είχε ενηλικιωθεί και «[…]Εγώ ήμην πολεμιστής ήδη και είχα ένα δίκαννο κυνηγετικό[…]». Πάλι από τον ίδιο λόφο είδαν την πυρπόληση του χωριού και τους καπνούς και η μητέρα έκλαψε, όχι για τα χρήματα και τα δακτυλίδια που δεν υπήρχαν πια, αλλά για ένα πιθάρι λάδι και για τους καρπούς που είχαν μαζέψει, οι οποίοι αρκούσαν για ένα μήνα. Μετά την επανάσταση επέστρεψαν στο χωριό και ο πατέρα του απλά σκέπασε ένα δωμάτιο χωρίς οντά.

Το 1889 με τη νέα επανάσταση η οικογένεια έφυγε και πάλι, αλλά εν τω μεταξύ είχε πεθάνει ο πατέρας, η μητέρα ήταν τυφλή και ο ίδιος είχε σύζυγο κι ένα μικρό παιδί. Ο αδελφός του πήρε δύο πατανίες και αυτός πήρε στην πλάτη του την τυφλή μητέρα του. Επέστρεψαν μετά από μερικές ημέρες και βρήκαν ξανά καμένο το σπίτι, με αποτέλεσμα η σύζυγός του να ξεσπάσει σε κλάματα, ενώ ο ίδιος και η μητέρα του, μαθημένοι από τις προηγούμενες φορές απλά γέλασαν. Η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε και το1897, με αποτέλεσμα η οικογένεια να εγκαταλείψει για πάντα το χωριό και να εγκατασταθεί μόνιμα στα Χανιά (η μητέρα είχε πεθάνει), όπου όλοι βρήκαν εργασία. Ο ανώνυμος αγωνιστής άφησε κατάρα στα παιδιά του να μην χτίσουν το σπίτι στο χωριό μέχρι να τελειώσει «η μπλεξιά», δηλαδή να ενωθεί η Κρήτη με την Ελλάδα…

 

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες