Η εξάπλωση της καλής φήμης του Αγ Νεκταρίου προκάλεσε τον φθόνο πολλών,
που με συκοφαντίες τον διαβάλλουν
Πραγματικά ο Άγιος Νεκτάριος εβίωσε σε όλα και με όλα τα μέρη της υπάρξεώς του την Ορθοδοξία μας, την οποία και ερμήνευσε και εξέφρασε προσωπικά και δυναμικά στο καθολικό πλήρωμα των Ορθοδόξων αδελφών και γενικότερα στην Οικουμένη.
Είναι τόσο πλούσια η προσωπικότητά του, τόσο βαθειά, τόσο μεγαλειώδης, συνδυασμένη με θεϊκή πραγματικά απλότητα, που θα πρεπε ο φτωχός δικός μας ανθρώπινος λόγος να αργήσει. Και μάλιστα λόγος που προέρχεται από χείλη αδέξια, ισχνόφωνα και κακόηχα σαν τα δικά μου. Συγχωρήστε μου λοιπόν την θρασύτητα και επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω τον συμβατικό λόγο για ωφέλεια όλων μας και για την κατά δύναμιν τιμή προς τον Άγιο του αιώνα μας.
Ο Άγιος Νεκτάριος γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου του 1846 στη Συληβρία της Θράκης. Σαν παιδί και σα νέος ήταν πολύ φιλομαθής και ιδιαίτερα όπως οι Τρεις Ιεράρχες, αγάπησε την αρχαία ελληνική γλώσσα και τα Πατερικά κείμενα. Το βιβλίο που ο ίδιος εξέδωσε «Λογίων θησαύρισμα» είναι ακριβές απόσταγμα των Πατερικών Μελετών στις οποίες από μικρός αφιερωνόταν. Απ αὐτὸ το ανθολόγιο των πολυτίμων μελετών του φαίνεται η νηπτική εργασία και η δυνατή έφεση που είχε στα βάθη του για τον Θεό και η δίψα του για την τελειότητα της εν Χριστώ ζωής.
Από πολύ νωρίς συγκεκριμενοποίησε τον ουράνιο πόθο του και τον ταύτισε με τη μοναχική ζωή. Το 1876 εκάρη μοναχός στη Νέα Μονή της Χίου με το όνομα Λάζαρος από Αναστάσιος Κεφαλάς. Από τα στοιχεία της Ιεράς Μονής φαίνεται καθαρά ότι έμεινε τρία χρόνια πραγματικά, ασκούμενος στη μοναχική και μοναδική, όπως αναφέρεται από τους Αγίους Πατέρες μας, πολιτεία. Η άσκηση του παρθενικού βίου τον έκανε προσηνή επειδή συνδύασε την τραχύτητα της ασκήσεως με την άκρα ταπείνωση. Γι αυτό έγινε αγαπητός από τη λοιπή μοναστική αδελφότητα, προτάθηκε για χειροτονία και προχειρίσθηκε διάκονος το 1877 σε ηλικία ώριμη και σύμφωνη με τους Θεοπνεύστους ιερούς κανόνες, τριάντα ενός δηλαδή ετών, με το όνομα Νεκτάριος. Με άδεια και ευλογία της Ιεράς Μονής της μετανοίας του συμπληρώνει τις γυμνασιακές του σπουδές στην Αθήνα, κατόπιν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, κοντά στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο και πάλι στην Αθήνα, όπου μετά από ευδόκιμες θεολογικές σπουδές το 1885 εκατατάχθηκε στους πτυχιούχους της Θεολογικής Σχολής της οποίας υπήρξε και υπότροφος. Το επόμενο έτος 1886 χειροτονείται πρεσβύτερος και Αρχιμανδρίτης στην Αλεξάνδρεια από τον ίδιο Πατριάρχη Σωφρόνιο, κοντά στον οποίο υπηρέτησε σαν ιεροκήρυκας και γραμματέας του Πατριαρχείου και Πατριαρχικός επίτροπος στο Κάϊρο. Ένα χρόνο αργότερα το 1889 χειροτονείται Μητροπολίτης της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Πενταπόλεως από τον ίδιο Πατριάρχη Σωφρόνιο.
Ο Αγ. Νεκτάριος εδέχθη την αρχιερωσύνη με πνεύμα ταπεινοφροσύνης, υπακοής προς την Εκκλησία και με διάθεση προσφοράς και αυταπάρνησης. Οι χριστιανικές αρετές του Ιεράρχου Νεκταρίου έκαναν τους χριστιανούς της Αιγύπτου να τον Θαυμάζουν, να τον εγκωμιάζουν και να τον θεωρούν ως τον καταλληλότερο για τον πατριαρχικό θρόνο. Η εξάπλωση της καλής φήμης του Νεκταρίου προκάλεσε τον φθόνο πολλών, που με συκοφαντίες τον διαβάλλουν στον Πατριάρχη Σωφρόνιο, ο οποίος ενώ τόσο είχε εκτιμήσει τις ικανότητες του αγίου στο παρελθόν, πείσθηκε τώρα στις ψευδείς κατηγορίες, του αφήρεσε τις αρμοδιότητες, και τελικά, τον εκθρόνισε και τον έδιωξε αδικαιολόγητα από την Αίγυπτο. Ο πιστός λαός πικράθηκε και διαμαρτυρήθηκε για τον άδικο διωγμό του Νεκταρίου.
Ουδείς αδοκίμαστος ευδόκιμος.
Αξίζει κανείς να διαβάσει και μόνο αυτές τις επιστολές για να προσεγγίσει αυτόν τον πολύτιμο αδάμαντα της Ορθοδοξίας. Μικρές επιστολές γραμμένες με σαφήνεια, γλωσσική αρτιότητα, τέλεια νοήματα, λέξεις ιεροπρεπείς και κατάμεστες από σεβασμό στο πρόσωπο που απευθύνεται και το οποίο τον αδίκησε. Δεν βρίσκεις ίχνος δηκτικότητας να υπολανθάνει. Κρατά τον πόνο του σε καθαρά πνευματικό επίπεδο. Αυτές οι επιστολές αποπνέουν το άρωμα της απαθούς και χαριτωμένης ψυχής του, που προετοιμάζεται έκδηλα από τον Εσταυρωμένο Κύριο για τη μέλλουσα τιμή και παγκόσμια δόξα που του χάρισε. Η ποιότητα της ψυχικής καλλιεργείας του επιβεβαιώνεται και από το ποιμαντικό έργο του στις ψυχές των ανθρώπων και την ανάλογη ποιμαντική εν Χριστώ αγωγή, που τους προσέφερε.
Πάνω από εννιακόσιοι πιστοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Καΐρου συνέταξαν μία διαμαρτυρία και συνάμα αποχαιρετιστήριο γράμμα προς τον Άγιο Πενταπόλεως που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Μεταρρύθμισις» της Αλεξάνδρειας. Μέσα σ αὐτὸ το γράμμα φαίνεται για άλλη μια φορά από άλλη σκοπιά, από τη σκοπιά των λαϊκών, ο πραότατος και ειρηνικός χαρακτήρας του Αγίου. Στο δημοσίευμα αυτό δεν υποφώσκει ίχνος εμπαθείας η φανατισμού κατά των αδικησάντων εκκλησιαστικών ανδρών τον Άγιο Πενταπόλεως.
Από την επιστολή αυτή των λαϊκών του Καίρου φαίνεται η μεγάλη εν Χριστώ αγάπη που του είχαν, φαίνεται διάφανα η εν Χριστώ ηγετική φυσιογνωμία του Αγίου, αλλά τελικά η υπακοή (αυτό είναι το γνήσιο εκκλησιαστικό χριστιανικό φρόνημα) και του Αγίου και των πνευματικών του τέκνων στις αποφάσεις της Μητέρας Εκκλησίας. Ήταν βαθύς και όχι επιπόλαιος και υποπτευόταν ότι πίσω από την ανθρώπινη αδικία κρύβονται μεγαλεπίβολα, μα ανεξιχνίαστα θεϊκά σχέδια. Και κατάφερε αυτήν του τη νοοτροπία να μεταβιβάσει ζωντανά στο λαό του Καΐρου, πράγμα που διακρίνεται με ενάργεια προς το τέλος της επιστολής–διαμαρτυρίας.
Ίσως οι βουλές του Θεού έχουν διαφορετικές προοπτικές.
Επιτρέψτε μου να επιμείνω λίγο ακόμη σ αὐτὴν την κρίσιμη καμπή της ζωής του. Αν ο Άγιος έπαιρνε κάποια άλλη διαφορετική στάση, καταλάβαινε με τον σώφρονα λογισμό που του είχε χαρίσει η Ορθόδοξη μοναχική νηπτική άσκηση, καταλάβαινε ότι κατάστρεφε ο,τι ωραιότερο, ο,τι πιο θεανθρώπινο είχε μεταγγίσει στις ψυχές των πνευματικών του τέκνων.
Ο Άγιος όμως υπέμεινε την αδικία, τις διώξεις, τις συκοφαντίες και την εκθρόνισή του με αληθινά αγιοπατερικό φρόνημα, με καρτερικότητα, με ανεξικακία, παρ’ όλη την δικαιολογημένη πικρία του. Το 1889, εγκαταλείπει την Αίγυπτο και φθάνει στην Αθήνα, με σκοπό να μονάσει στο Άγ. Όρος. Τελικώς, πείθεται να μείνει στην Αθήνα. Ζει πολύ ταπεινά και πτωχικά, υπομένοντας την στέρηση με πνεύμα ταπείνωσης, εγκαρτέρησης και προσευχής. Η δοκιμασία αυτή πέρασε όταν διορίσθηκε ιεροκήρυκας στην Χαλκίδα (1891) και κατόπιν στην Φθιώτιδα, ως το 1894, οπότε και διορίζεται διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής, παραμένοντας στην διεύθυνσή της για τα επόμενα 14 έτη.
Η επιλογή του Νεκταρίου ως σχολάρχη της Ριζαρείου ήταν η πλέον κατάλληλη. Με την παρουσία του επανέφερε την γαλήνη και την καταλλαγή των πνευμάτων, με την αγιότητα του βίου του και την μόρφωση κέρδισε την εκτίμηση και τον σεβασμό των σπουδαστών και του προσωπικού. Το παράδειγμα του της συνεχούς ασκήσεως και προσευχής, οι λειτουργίες και οι ομιλίες του Αγίου στο παρεκκλήσιο της Σχολής αποτελούσαν πηγή εμπνεύσεως και θρησκευτικής ανατάσεως. Ο Άγ. Νεκτάριος, επισκεπτόμενος την Αίγινα, εξέφρασε την επιθυμία να τον παραχωρηθεί η παλαιά και ερειπωμένη Μονή της Αγ. Τριάδος στην Παλαιά Χώρα, την οποία ανακαίνησε και εγκατέστησε γυναικεία μοναστική αδελφότητα. Μετά το 1908, αφ’ ότου παραιτήθηκε από την διεύθυνση της Ριζαρείου, εγκαταστάθηκε μονίμως στην Αίγινα και αφοσιώθηκε στην πνευματική καθοδήγηση της Μονής, βιώνοντας την ισάγγελο μοναχική πολιτεία, με συνεχείς ακολουθίες, αγρυπνίες, χειρωνακτική εργασία στους χώρους της Μονής, ιερουργώντας, εξομολογώντας τους χριστιανούς που κατέφευγαν στον Άγιο, τον οποίον η πραότητα, η αγιότητα και οι θαυματουργικές του παρεμβάσεις όντος ήδη εν τη ζωή είχαν εξαπλώσει την φήμη του.
Έχοντας ζήσει μία κατά Θεόν διαδρομή, ο Άγ. Νεκτάριος εκοιμήθη την 8η Νοεμβρίου 1920, βράδυ, στο Αρεταίειο νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν. Το λείψανό του μεταφέρθηκε για προσκύνηση των πιστών στον Ι. Ν. Αγ. Τριάδος Πειραιώς, και κατόπιν στην Αίγινα, όπου και ενταφιάστηκε. Το σκήνωμά του ανέδιδε ευωδία και εξέχεε μύρο, κάτι που έγινε αντιληπτό σε όσους πλησίαζαν και το άγγιζαν, φανέρωση της αγιότητας του κεκοιμημένου ιεράρχου Νεκταρίου. Ο Άγ. Νεκτάριος, μετά την κοίμησή του φανερώθηκε σε πολλά πρόσωπα, καταρχήν στις μοναχές της Αγ. Τριάδος, και σε πολλούς άλλους πού επεκαλούντο το όνομά του και επετέλεσε πολλές θαυματουργές ιάσεις, γεγονός το οποίο συνέτεινε στην διάδοση της φήμης του, ώστε ο Άγ. Νεκτάριος να καταστή πολύ αγαπητός, να τον ευλαβούνται πολλοί χριστιανοί, και πολλοί ναοί και παρεκκλήσια να είναι αφιερωμένα επ’ονόματι του Αγ. Νεκταρίου. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1953 έγινε η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγίου, ενώ η αγιωσύνη τον Νεκταρίου αναγνωρίστηκε επισήμως με την Πατριαρχική Πράξη της 20ης Απριλίου 1961. Επίσης, με Συνοδική Απόφαση τον Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, υπό την Α.Θ.Μ. Πάπα και Πατριάρχη Πέτρο Ζ’, εξεφράσθη και επισήμως (1998) η συγγνώμη του Πατριαρχείου που επανόρθωνε μία ιστορική αδικία που είχε διαπραχθεί στο παρελθόν εις βάρος του Αγ. Νεκταρίου.
Σαν αληθινός Λειτουργός του Υψίστου προτιμά να αδικείται παρά να καταστρέψει στα μάτια και στις ψυχές των πιστών την εικόνα της Αρχιερωσύνης, όπως έπραξαν οι αρχιερείς που τον αδίκησαν. Παρακαλώ πολύ όλους μας να εγκύψουμε με πολλή ευλάβεια σ αυτήν την πτυχή της ζωής του Αγίου Πενταπόλεως και στην θεανδρική στάση του γιατί καθένας μας έχει η ενδέχεται να έχει πικρίες συκοφαντικές στο μετερίζι από το οποίο μάχεται.
Αφήσαμε μία πτυχή της ζωής του τελευταία. Σκόπιμα. Για να την τονίσουμε. Βέβαια από όσα μέχρι τώρα έχουμε αναφέρει διαφαίνεται ολοκάθαρα.
Ο Άγιος Νεκτάριος ήταν ένας χαρισματούχος πνευματικός.
Αυτόπτης μάρτυς, ανέφερε ότι τον είδε να εισέρχεται στο ιερό βήμα, να φορά το πετραχήλι του και να πηγαίνει να κατασπάζεται τον εσταυρωμένο και να κλαίει. Μετά από αυτήν τη μυσταγωγική και κατανυκτική προετοιμασία προσφερόταν να βοηθήσει στο Μυστήριο της Ι. Εξομολογήσεως όχι μόνο τις μοναχές που πρωτύτερα αναφέραμε, όχι μόνο τους ιεροσπουδαστές του, αλλά και τον κοσμάκη που συνέρρεε για να αποθέσει τον βαρύ κλοιό και φόρτο της αμαρτίας.
Ικανότατος στον ποιμαντικό διάλογο, αμέσως αποσπούσε την εμπιστοσύνη του εξομολογουμένου. Μέσα στο κλίμα της εν Χριστώ θερμής και απλής αγάπης, μπορούσε μοναδικά να εκφρασθεί και ειλικρινά να εξαγορευθεί ο αμαρτωλός και φιλόστοργα να εμφυσήσει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και την άφεση ο χαρισματούχος πνευματικός Πατήρ.
Τέλος η αγαθή Πρόνοια του Θεού οικονόμησε έτσι τη ζωή του Αγίου Νεκταρίου, ώστε παραιτούμενος από την Ριζάρειο να αποσυρθεί στην Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος, να βοηθήσει αποφασιστικά στην οργάνωση του Κοινοβίου της μέχρι το 1920 οπότε και παρέδωσε νικηφόρα την αγία ψυχή του στον Κύριο.
Με μία τόσο πλούσια και εκλεκτή ποιμαντική προσφορά μάνιασε ο δαίμονας της συκοφαντίας. Άνθρωποι μικρόψυχοι, εξ ιδίων κρίνοντες τα αλλότρια, κολλημένοι σα στρείδια στα πάθη της ανηθικότητας, πρόβαλαν τον αβυσσαλέο ψυχικό ρύπο τους στο πρόσωπο του αγίου. Έπλασαν λοιπόν μύθους, από το βορβορώδες υλικό που τους χορήγησε ο μισόκαλλος και προσπάθησαν να σπιλώσουν, τον άσπιλο. Μαζί τους μπλέχθηκαν και κάποιοι άλλοι «εκκλησιαστικοί ταγοί» που σαν αφελείς και αδόκιμοι στην κατά Χριστό ζωή, παρασύρθηκαν στις δεινές συκοφαντίες. «Ούτος τας αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών οδυνάται», λέγει ο προφήτης Ησαΐας για τον Κύριό μας. Τα ίδια συμβαίνουν και στον Άγιο.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, υποστηρίζουν ότι το αφορητότερο μαρτύριο για έναν αθώο είναι η συκοφαντία. Και την επιτρέπει ο Κύριος στους δικούς του για μείζονα τελείωση και ουράνια δόξα.
Τα Χανιώτικα Νέα συμμετέχουν στην Πρωτοβουλία Journalism Trust Initiative (JTI) των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα, έχοντας συμπληρώσει και δημοσιεύσει την Αναφορά Διαφάνειας. Η Πρωτοβουλία JTI είναι ένα διεθνές πρότυπο και έχει ως στόχο την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του κοινού στα ΜΜΕ μέσω της ανάδειξης και προώθησης της αξιόπιστης δημοσιογραφίας.
Συμμετέχοντας στην πρωτοβουλία αυτή, αναλαμβάνουμε την ευθύνη να συμβάλλουμε στην καταπολέμηση της παραπληροφόρησης και να προάγουμε την αξιοπιστία και την ηθική στη δημοσιογραφία. Με αυτόν τον τρόπο, στηρίζουμε τις βασικές αρχές της ελευθερίας του τύπου και της δημοκρατίας, προσφέροντας στους πολίτες έναν αξιόπιστο πυλώνα πληροφόρησης.


