Κάποτε στα Χανιά, όταν οι «φτωχοδιάβολοι» της πόλης, έδιναν άλλη χάρη στους δρόµους πέριξ της δηµοτικής Aγοράς, ένα τουρίστας -χίπης των καιρών- συνάντησε έναν «ρυπαρό και γενάτο» ντόπιο, τον Μπαραµπάκο.
Βλέποντας στυλιστικές… οµοιότητες, τον ρώτησε: «Τούριστ; Τούριστ;»
Κι ο Μπαραµπάκος, µε µια καρδιά ευφρασµένη από οίνο, του απάντησε: «Ω, νο τουρίστ, νο, εγκώ Μπαραµπάκ».
Χρόνια πέρασαν πολλά από κείνους τους διαλόγους που κατέγραψε µαεστρικά ο Μιχάλης Γρηγοράκης στο βιβλίο του «Χανιώτικες φυσιογνωµίες».
Οι καιροί άλλαξαν κι από τους χίπηδες περάσαµε στους χίπστερ. Μαζί µε τον τουρισµό, αλλάζει και η πόλη µας, η οποία συνεχίζει να αποτελεί ένα θελκτικό προορισµό για τους ξένους για την αυθεντικότητα και τη φιλοξενία των ντόπιων, κατά πως αποτυπώνεται και στην έρευνα που δόθηκε στη δηµοσιότητα από το Παρατηρητήριο Τουρισµού.
Κάπου ίσως υπάρχει σήµερα εκείνος ο τουρίστας που συνάντησε τον Μπαραµπάκο και µιλά στα παιδιά και τα εγγόνια του για κείνη τη φιγούρα που αντάλλαξε δυο κουβέντες κάποτε στο ταξίδι του.
Το µεγάλο ερωτηµατικό είναι οι ιστορίες που θα αφηγούνται οι σηµερινοί τουρίστες σε λίγες δεκαετίες από όσα έζησαν στα Χανιά.
Πόσους ντόπιους θα συναντούν, ποιες παρέες της παλιάς πόλης θα τους χαιρετούν στο διάβα τους;
Πόσα πρόσωπα θα φωτογραφίσουν σε µια πόλη που γίνεται µέρα µε τη µέρα πιο απρόσωπη;
Κι αν καηµό µεγάλο δεν έχουµε για τις ιστορίες που θα ακούν οι επόµενες γενιές στα ξένα, ίσως µας νοιάξει περισσότεροι για αυτά που θα έχουµε εµείς να διηγούµαστε σε µερικές δεκαετίες.
Ο Μπαραµπάκος “ναυάγησε” κάποτε στα Λαζαρέτα σε µια φάρσα της εποχής. Τούτο το ναυάγιο όµως της φυσιογνωµίας της πόλης µας που ζούµε σήµερα, είναι µια κακόγουστη πραγµατικότητα.


