Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου, 2021

«Νίκος Κοπάσης 1917-2017 Πτυχές μιας ζωής σε αυτοτελείς ιστορίες» (Χανιά 2021)

Χριστέ κι ας μην ποθαίνουνε του κόσμου οι αντρειωμένοι
Να διάγουν στα ψηλά βουνά, στσι Σφακιανές Μαδάρες
Τον κάμπο να βγορίζουνε, την άχνα του πελάγου
Στου φεγγαριού τσ’ ώριες αυλές αργά ν’ αποσπερίζουν
Και να ξυπνούν με το δροσιό.

Aυτό το νεοριζίτικο συντέθηκε αυθόρμητα στη σκέψη μου, καθώς αντίκρισα το βιβλίο με τη φωτογραφία του Νίκου Κοπάση, βετεράνου της Μάχης της Κρήτης, πανάξιου και σεμνού εκπρόσωπου της γενιάς του. Αφιερώνεται, λοιπόν, στη μνήμη του Νίκου Κοπάση, του ανθρώπου στου οποίου το πρόσωπο συμπυκνώνονταιι ο πατριωτισμός, η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη.

Σε μια πολύ ενδιαφέρουσα έκδοση, έναν τόμο όπου δεσπόζει η ολύμπια μορφή του Νίκου Θ. Κοπάση, πραγματοποίησαν οι δυο γιοι του, Θοδωρής και Λευτέρης, μια συνοπτική παρουσίαση σταθμών και γεγονότων μιας ζωής, μέσα από εξιστορήσεις του πατέρα τους.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δέκα διακριτές ενότητες, κάθε μία με πλούσιο ιστορικό και φωτογραφικό υλικό. Ξεκινά από τα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα, όπου εντάχθηκαν και πολέμησαν πλείστοι Ανωπολίτες, μεταξύ αυτών ο Θόδωρος Ανδρέα Κοπάσης, πατέρας του Νίκου. Ολοκληρώνεται με τον απόηχο της αποδημίας του Νίκου Κοπάση.

Είναι γνωστή η αγωνιστική δράση του Νίκου Κοπάση στη Μάχη της Κρήτης, όπου επέδειξε εξαιρετική ανδρεία αλλά και μεγαλείο ψυχής απέναντι στους αιχμάλωτους πολέμου Γερμανούς στρατιώτες. Είναι γνωστή, επίσης, η ηρωική συμμετοχή του, μέσα από τις τάξεις της 5ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ, στη Μάχη της Παναγιάς. Ο Μανούσος Ροκάκης στην έμμετρη αφήγησή του για τα χρόνια 1941-1945 στην Κρήτη, γράφει:

«….Κοντά στο Κλεφτοπέραμα λόχο ‘χε ο Μπολιώτης
Και ήταν όλοι Σφακιανοί και διαλεχτοί στη νιότη.
Ένας ανθυπολοχαγός που ‘ταν Ανωπολίτης
Φοβούμαι άλλον σαν αυτόν δεν θα τον βρεις στην Κρήτη,
Κοπασης το επίθετο, Νίκος είν’ ττο όνομά του
Όσους κι αν είδα στα Σφακιά, δεν ξέρω τον καλλιά του…»

Μετά την Απελευθέρωση ο Νίκος Κοπάσης εντάχθηκε στον Εθνικό Στρατό (Φεβρουάριος 1945). Ο Γρηγόρης Κοντεκάκης, Συν/ρχης Πυροβολικού και Διοικητής της 5ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, περιγράφει με συγκίνηση την προθυμία των ελασιτών να καταταγούν στο στρατό για να πολεμήσουν ενάντια στους Γερμανούς αλλά και την, μέσω διαφόρων προσχημάτων, απροθυμία της αρμόδιας επιτροπής να τους κατατάξει.

Ακολούθησαν τα χρόνια της Ανασυγκρότησης, όπως περιγράφονται στη σχετική ενότητα, ο γάμος του Νίκου Κοπάση με την εκλεκτή της καρδιάς του Τερψιχόρη Ντουντουνάκη από το Βαρύπετρο, η αρμονική συμπόρευση των δύο και η δημιουργία μιας ευτυχισμένης οικογένειας, ο διορισμός του στην Αγροτική Τράπεζα, όπου υπηρέτησε επί πολλά χρόνια, με απαράμιλλη αφοσίωση στο έργο του και την ασίγαστη έγνοια να βοηθήσει τους συμπατριώτες του όπως μπορούσε. Χάρη στις άοκνες προσπάθειές του δημιουργήθηκαν θερμοκήπια και εκσυγχρονίστηκαν οι αγροτικές καλλιέργειες.

Αγωνιστής της ζωής μέχρι το τέλος, ο Νίκος Κοπάσης στάθηκε όρθιος σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής. Γνώρισε την οφειλόμενη αναγνώριση, αλλά και την αδικία. Για παράδειγμα, το αίτημά του να γίνει μόνιμος στον ελληνικό στρατό, παρά την ηρωική πορεία του και τις διακρίσεις/ εγκωμιαστικές εκθέσεις ανωτέρων του, απερρίφθη διότι «…Εκρίθη μη προακτέος δι’ έλλειψιν πολεμικής δράσεως και εμπιστοσύνης»(!) Στην τελευταία αυτή φράση αποτυπώνεται η δόλια μικροψυχία, η οποία επιχειρεί πάντοτε να λειτουργήσει ως τροχοπέδη στην πορεία άξιων ανθρώπων. Ανάλογη ήταν και η περίπτωση της μετάθεσής του στο Υποκατάστημα της Α.Τ.Ε. στη Λάρισα, το 1981, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε.

Στο βιβλίο αυτό που εξέδοσαν οι γιοι του Νίκου Κοπάση, οι αφηγήσεις ξεκινούν από τους γονείς του συγγραφέα, τον Μακεδονομάχο πατέρα του Θεόδωρο Ν. Κοπάση και τη μικροπαντρεμμένη μητέρα του Μαρία Νταμουλή Οψιμάκη, μοναχοκόρη ανάμεσα σε επτά αδέλφια.

Στις πρώτη ενότητα του βιβλίου με τίτλο «Η οικογένειά μου και ο τόπος μου» παρατίθενται, μεταξύ άλλων, περιγραφές και εντυπώσεις του φιλόλογου, αρχαιολόγου και φιλέλληνα Μιχαήλ Δέφνερ (1848-1934). Ο Δέφνερ, με σύσταση του Μανούσου Κούνδουρου, επισκέφθηκε την Αράδαινα τον καιρό εκείνο και φιλοξενήθηκε στην οικία του Θόδωρου και της Μαρίας Κοπάση, οι οποίοι είχαν ήδη αποκτήσει τον πρωτότοκο γιο τους Νικόλαο, ηλικίας ενός έτους τότε. Ο ελληνιστής ερευνητής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο Φάραγγα της Αράδαινας και τον παλαιό ναό του «Αστράτηγου», Αρχιστράτηγου και Αρχάγγελου Μιχαήλ, στις αγροτικές ασχολίες και τα αυτοσχέδια εργαλεία της εποχής, σε μύθους και δοξασίες, στη φημισμένη Σφακιανή φιλοξενία και μαγειρική, με ειδική αναφορά στις Σφακιανές πίτες, τις οποίες ιδιαίτερα εγκωμιάζει.

(Αυτή η αναφορά μου δίνει την ευκαιρία, σε μια σύντομη παρένθεση, να ανοίξω μια μικρή παρένθεση και να μνημονεύσω τον επίσης ψυχωμένο συντοπίτη του Νίκου Κοπάση, αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης, δάσκαλο και συγγραφέα Γεώργιο Μανουσέλη, ο οποίος δεν παρέλειπε να τονίζει ότι οι Σφακιανές πίτες λέγονταν στα Σφακιά «μυζηθρόφτες»).

Η πρώτη φωτογραφία του Νίκου Κοπάση ανάγεται στον καιρό της επίσκεψης του Μιχαήλ Δέφνερ και έχει τραβηχτεί από το γιο του Όθωνα, μπροστά από το ναό του Αστράτηγου. Το μικρό Νικόλαο κρατά στα χέρια της η μητέρα του, ενώ δίπλα της στέκει μια γειτονοπούλα.

Η δεύτερη ενότητα του βιβλκίου αναφέρεται στα παιδικά και μαθητικά χρόνια του συγγραφέα και στις αντιξοότητες των χρόνων εκείνων: «Τα σπίτια στα Σφακιά τον μισό χρόνο είχαν ψωμί και δεν είχαν λάδι και τον άλλο μισό είχαν λάδι και δεν είχαν ψωμί».

Όμως, μέσα σ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες, ήταν απλόχερη η αγάπη των παππούδων μου, γονιών της μητέρας μου, που ζούσαμε στο σπίτι τους στην Αράδαινα…

…Η γιαγιά από τον πατέρα μου, Σοφία Κοντορίνη, είχε 8 αδελφούς. Ένας από αυτούς ήταν ο επονομαζόμενος Σούστας και είχε 12 κοπελλιές.

Κάποιος που φιλοξενήθηκε μια φορά στο σπίτι του, είχε να διηγηθεί ότι, επειδή όταν ανέβαιναν στον οντά για ύπνο άφηναν (κάτω ) τα παπούτσια τους, γέμιζε το δωμάτιο από παπούτσια και λαλίνια (παπούτσια με ξύλινο πέλμα και ένα κομμάτι δέρμα από πάνω)».

Έντονη είναι η νοσταλγία για τα χρόνια εκείνα, όπως αποτυπώνεται στο ποίημα του Νίκου Κοπάση με τίτλο «Αράδαινα», από το οποίο οι παρακάτω στίχοι:

«Σε κορφαλάκι εκάθουμου κι εβγόριζέ μου ο τόπος
Κι εθώρου την Αράδαινα, τα βουλισμένα σπίτια
Κι ήλθαν οι θύμησες πουλιά, χιλιάδες μικροπούλια.
Θωρώ το σπίτι του παππού, τα χάδια της κεράς μου,
το μάζεμα των ελειδιών, το τρύγος τ’ αμπελιού μας,
την κούνια στην ψηλή καρέ με τα γειτονοπούλια
το πανηγύρι τ’ όμορφο στ’ Αστράτηγου τη χάρη…»

Στις αναφορές του Νίκου Κοπάση στα μαθητικά και γυμνασιακά χρόνια του αποτυπώνεται το ενδιαφέρον και οι σχετικές δράσεις του για απόδοση τιμής στον μεγάλο ευεργέτη των Σφακιών, πατριώτη, νομικό και βουλευτή Γεώργιο Ξενουδάκη, από τον οποίο ιδρύθηκε το ισότιμο Γυμνάσιο στην ίμβρο, τόπο της ρίζας του:

«…όλα τα έξοδα λειτουργίας τουοι πληρωμές καθηγητών, εγγραφές, βιβλία, όλα επληρώνοντο από το κληροδότημα Ξενουδάκη. Και σαν να μην έφτανε αυτό, κάθε μεσημέρι όλοι οι μαθητές είχαμε δωρεάν στο συσσίτιο ένα πολύ ωραίο φαγητό…

…Μπορώ να πω πως για το συσσίτιο αυτό μερικά παιδιά επήγαμε στο Γυμνάσιο. Δεν είναι κατηγορία να πούμε πως μερικά παιδιά έιμεθα από φτωχά σπίτια. Φτωχός ήταν ο τόπος μας, κι ας ήταν πλούσιος σ’ αρχοντιά και λεβεντοσύνη…».

Η τρίτη ενότητα του βιβλίου είναι αφιερωμένη στη στράτευση του Νίκου Κοπάση και τη συμμετοχή του ως έφεδρου ανθυπολοχαγού στη Μάχη της Κρήτης, όπου διακρίθηκε για το αγωνιστικό του φρόνημα και είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στη Μάχη για την κατάληψη του Σταυρωμένου στο Ρέθυμνο, όπως προκύπτει και από γραπτές αφηγήσεις του ταξίαρχου Στυλ. Καλλονά και του Μάρκου Πωλιουδάκη.

Η ιστορική ομιλία του Νίκου Κοπάση στο Γερμανικό Κοιμητήριο του Μάλεμε το 2017 στέλνει ένα δυνατό αντιπολεμικό μήνυμα και διατρανώνει την οικουμενική επιταγή για ειρήνη:

«…ο ξεριζωμός εκατομμυρίων ανθρώπων εξαιτίας του πολέμου, σήμερα, δίπλα μας, στη γειτονιά μας, δείχνει ότι η Ειρήνη δεν είναι αυτονόητη και πρέπει όλοι μας να συνεργαζόμαστε για τη διατήρησή της, όπως με κάθε τρόπο πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στην τρομοκρατία και τον σκοταδισμό που απειλούν τον πολιτισμό μας και τις πανανθρώπινες αξίες μας».

Πρόεδρος της Ένωσης Σφακιανών από το 1985 έως το 1998, Επίτιμος Πρόεδρος το 2007, αρθρογράφος, ικανός συνθέτης του πεζού και του ποιητικού λόγου, αποφασιστικός στην ανάληψη ευθύνης και με φιλοσοφημένες απόψεις για τα σημαντικά της ζωής, συνήθιζε να μνημονεύει μια φράση που είχε συναντήσει σε κάποιο βιβλίο:

«Τα πιο σπουδαία μέρη είναι οι αχανείς έρημοι, εκεί που το μάτι του ανθρώπου δεν έχει να ζηλέψει και να επιθυμήσει τίποτα».

Οι οικογενειακές φωτογραφίες που παρατίθενται στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου αποτυπώνεται η αρμονική και γαλήνια ζωή μιας «δεμένης» οικογένειας, την οποία ο Νίκος Κοπάσης δημιούργησε με την εκλεκτή σύντροφο της ζωής του Τερψιχόρη Ντουντουνάκη.

Καθώς προχωρά το φυλλομέτρημα των σελίδων του βιβλίου και ακολουθεί η τελευταία ενότητα, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με ένα συλλογικό προβληματισμό, αυτόν που αποτυπώνεται στο λιτό επίλογο, από τα παιδιά του Νίκου Κοπάση. Είναι αλήθεια πως πάντοτε, όταν φεύγει ένα πολύ σημαντικό για μας πρόσωπο, νιώθουμε πως θα θέλαμε να έχουμε και άλλο χρόνο, λίγο περισσότερο, για να του εκφράσουμε όσα υπάρχουν, περίκλειστα και περίβλεπτα, μέσα στην καρδιά μας, παρά το ότι ασφαλώς τα είχε αντιληφθεί, ως αποδέκτης σιωπηλών μηνυμάτων:

«…Όταν με ρώτησε η κόρη μου αν ποτέ είχα πει στον πατέρα μου την εκτίμηση, τον σεβασμό μου, την αναγνώριση του ρόλου του στην διαπαιδαγώγηση και την προσωπικότητά μου, αν του είπα «ευχαριστώ» για τις καθοριστικές παρεμβάσεις στη ζωή και την εξέλιξή μου, η απάντηση ήταν, δυστυχώς, ότι δεν του το είπα ποτέ…».

Αυτή η αίσθηση της μη ολοκλήρωσης του διαλόγου με πολύ κοντινά μας πρόσωπα φαίνεται να συνταυτίζεται με την αίσθηση της ματαίωσης που συνοδεύει μια τόσο σημαντική απώλεια. Αλλά είναι αλήθεια ότι ο διάλογος δεν σταματά ποτέ. Εξακολουθεί και εξελίσσεται σε άλλο επίπεδο, καθώς εξελίσσεται και η ολοκλήρωση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα