Χρόνια µετά, µε την αλλαγή της ζωής, το πέρασµα του χρόνου, µία απρόοπτη εικόνα ενός µουσικού σε µία αφίσα κρητικού πανηγυριού, µε το ίδιο επίθετο και την απρόσµενη οµοιότητα τους, έσπειρε την ψυχική γη του Προκόπη µε νοσταλγία και συναίσθηµα, ξεσπώντας βροχή δακρύων στο χώµα της.
Κλείνοντας τα µάτια, το σκοτάδι της όρασης στρώθηκε µε το λευκό της οθόνης και το απαύγασµα των εικόνων της δεκαετίας του 1970.
Οι κρόκοι βλάσταιναν ψηλά στον κήπο του σχολείου, ανθίζοντας τα κίτρινα καµπυλωτά τους αστέρια. Εκεί, στα σύνορα µε το Γυµνάσιο – Λύκειο, δίπλα στις κούνιες, στη σιδερένια γυροβολιά, στην τραµπάλα και στην τσουλήθρα.
Ο άλλος του εαυτός σύγκρινε τώρα τους δασκάλους, ανατριχιάζοντας, γεµάτος ενοχές, ο Προκόπης. Θυµήθηκε την ανόητη δειλία και τον φόβο του, όταν στην έναρξη του σχολικού προγράµµατος, µετά την πρωινή προσευχή µπροστά από την ελληνική σηµαία σε έναν µικρό διάδροµο που πια δεν υπάρχει, ο δάσκαλος Τζοµπανάκης, τον είχε ρωτήσει για τον αγαπηµένο του αδερφό, µικρότερο δύο χρόνια:
– Ο αδερφός σου έκανε µπάνιο το Σαββατοκύριακο, για να έρθει καθαρός στο σχολείο;
Ο Προκόπης ένιωσε τόσον έντονο φόβο απέναντι του, που µπερδεύτηκε, συγχύστηκε και αντί για «Ναι» είπε: «Όχι!»
Η µάνα τους πάντα τα έπλενε, φανατική µε την καθαριότητα.
Ο Τζοµπανάκης πλησίασε το πανέµορφο αγοράκι, άριστο µαθητή, όλο ευγένεια, καλοσύνη και αρχές, τον άρπαξε από τις ξανθές του φαβορίτες και τον σήκωσε ψηλά, να πονέσει, για τιµωρία.
Ο Νίκος Γαϊτανάκης ήρθε από τον Κεφαλά Αποκορώνου. Έδινε στους µαθητές µε υπέροχο θεατρικό τρόπο, πλήθος γνωστικά στοιχεία, µε χαµόγελο και εµβάθεια. Στην αρχαία ελληνική Μυθολογία γελούσε, κριτικάροντας τον ∆ία, προωθώντας την εξοµοίωση του Αρχηγού του ∆ωδεκάθεου µε την ανθρώπινη φύση, σύµφωνα και µε τη γνωστή θρησκευτική φράση.
Προσπαθούσε πάντα να διαπιστώσει µε απλά και όµορφα, αποδεκτά ερεθίσµατα, τον εσωτερικό κόσµο των µαθητών του, τα ταλέντα και τα όνειρα, για την µετέπειτα ζωή τους, προσεγγίζοντας και µετουσιώνοντας τη σχέση των παιδιών µε τον διδάξαντα.
Προς το Πάσχα, τους ζήτησε να γράψουν ένα Ηµερολόγιο των διακοπών τους. Ο Προκόπης το έγραψε πολύ λιτό, µε µεγάλη βαριεστηµάρα. Το βραβείο διαβάσµατος το έλαβε άλλο παιδί, µε απόλυτη και γνήσια αποτελεσµατικότητα.
Αργά, σιγά, µε τα προσόντα του δασκάλου, ο τεµπελάκος Προκόπης, µε το µυαλό πάντοτε στην απέναντι κοσµογονία, στα διαλείµµατα, έπαιρνε το βιβλίο του επόµενου µαθήµατος στο σχολικό πρόγραµµα, και αντί να παίζει µε τους συµµαθητές του, σβούριζε, κάνοντας κύκλους από άκρη σε άκρη της αυλής, διαβάζοντας και παπαγαλίζοντας.
Ώσπου µία µέρα, ο δάσκαλος Νίκος Γαϊτανάκης επαίνεσε µέσα στην τάξη το παιδί, σαν καλό παράδειγµα.
Υπήρχε όµως κι ένας επιπλέον λόγος: Κάποτε, είχε ρωτήσει τα παιδιά, ποιο ανάµεσά τους, θα ήθελε να µπει επιµελητής στην τάξη. Ο Προκόπης, σήκωσε το χέρι, όλο χαρά, για να πραγµατοποιήσει τα δεδοµένα του αγαπηµένου του δασκάλου.
Ολοµόναχος στην µεγάλη κεντρική αίθουσα, άνοιξε χειµωνιάτικα και τα τρία µεγαλεπήβολα επίσης παράθυρα, για να µπει αέρας και να καθαρίσει η ατµόσφαιρα, ψάχνοντας τυχόν σκουπίδια και µετά, κάθισε σε ένα θρανίο, ξεκινώντας να ονειρεύεται βιβλία και παραµύθια.
Το αποτέλεσµα σηµειώθηκε απρόοπτο και αρνητικό: έπαθε ψύξη στο δεξί µάτι που έκλεισε, ένιωθε κατά περίεργο τρόπο σαν βάτραχος κι έµεινε, µε ενέσεις, εκτός σχολείου για έναν µήνα και λίγο παραπάνω.
Ο δάσκαλος, ερχόταν µε ορθάνοιχτη τη µαύρη οµπρέλα του, όλο αγάπη και συµπόνοια και του έφερνε την ύλη της ηµέρας, του έκανε µάθηµα, του έδινε κουράγιο µε ζεστά λόγια, γεµάτα ανθάκια κρόκων τον αγκάλιαζε, του χάιδευε τα µαλλιά και του χάριζε δώρα: µια σοκολάτα, ένα βιβλίο µε παραµύθια, τετράδια, µολύβια, χρώµατα, ιχνογραφία…
Ο Προκόπης άρχισε να τον βλέπει σαν δεύτερο πατέρα. Κι όταν έµπαινε στο ενοικιαζόµενο σπιτάκι τους που έµοιαζε σαν αποθηκάκι επειδή ήταν πολύ µικρό, κοκκίνιζε από συγκίνηση, ευγνωµοσύνη και αγάπη. Φοβόταν ότι θα τυφλωθεί το ένα του µάτι, έκλαιγε και κοίταζε τον δάσκαλο του, επιδιώκοντας να ταξιδέψει στο δάσος και στον ωκεανό, στις πολιτείες της γνώσης του κυρίου Νίκου, για να γίνει και ο ίδιος, τέλειος αναγνώστης, µορφωµένος και αλληλέγγυος άνθρωπος.
Μέρες µετά, όταν επέστρεψε στο σχολείο είχε συνεχώς την αίσθηση της αποµόνωσης. Της µετανάστευσης. Της εξορίας. Ότι είχε µείνει πολύ πίσω και ότι δεν θα γινόταν ποτέ πια καλός µαθητής, τόσο που είχε αποµακρυνθεί µε τη σοβαρή ασθένεια από το σχολείο.
Ώσπου, σε ένα µάθηµα ελληνικής γλώσσας, ο δάσκαλος τον σήκωσε στον πίνακα, να γράφει τον λόγο του, για µαθητική αντιγραφή και επειδή έκανε ωραία, διάφανα γράµµατα, καλλιγραφίας.
Από τη χαρά του ο Προκόπης, σκέφτηκε να παίξει έµµεσα ένα καλλιτεχνικό παιχνίδι µε τον δάσκαλό του, αναµένοντας την «βαθµολόγηση» της γραφής του: σε κάθε σειρά του πίνακα, των λέξεων και των προτάσεων, άλλαζε τον γραφικό του χαρακτήρα.
Ο κύριος Νίκος, εξεπλάγη. Κοίταζε δεξιά – αριστερά, πάνω – κάτω την γραφή, που ενώ δεν είχε ορθογραφικό λάθος µε εξαίρεση στην εξεταστική περίοδο που ο Προκόπης εµφάνιζε µειονεκτήµατα, υπήρχε µεγάλη διαφορά στα σχήµατα των γραµµάτων. Εµφανίζονταν σαν κλαδάκια, ψάρια, οφθαλµοί µε βλέφαρα, κρίνα, σκουλήκια, φίδια ή µυρµήγκια και ακρίδες. Είπε, σκεφτικός:
– Κοιτάξτε, πόσους γραφικούς χαρακτήρες και διαφορές στην εικόνα της γραφής έχει αυτός ο µαθητής!
Ο Προκόπης χαµογέλασε και κάθισε στο θρανίο.
Στο τέλος της σχολικής χρονιάς, η βαθµολογία του ήταν άριστη, παρ’ όλο που θεωρούσε πως ήταν ο χειρότερος µαθητής της τάξης και του σχολείου. Χαµήλωνε πολύ συχνά τον βαθµό της ιδιοσυγκρασίας του, λες και δεν αγαπούσε τον εαυτό του.
∆υστυχώς, δεν αποχαιρέτισε τον λατρεµένο του δάσκαλο, ελπίζοντας ότι θα δίδασκε και την επόµενη χρονιά εδώ, και µακάρι ξανά, και στον ίδιο. Λυπήθηκε τόσο όταν τον έχασε, που η ψυχική και πνευµατική του κατάσταση ανεβοκατέβαινε. Παράταγε το πολύ διάβασµα, αισθανόταν µοναξιά, βαριεστηµάρα, µεγάλη απόσταση από τους νέους δασκάλους…
Χρόνια µετά, τον συνάντησε τυχαία στον δρόµο.
Είχαν επικοινωνία, ουσιαστική σχέση, εξοµολογήσεις ζωής…
Ο κύριος Νίκος είχε µια τραγική εµπειρία τροχαίου ατυχήµατος στη ζωή του.
Του έφερε πάλι δώρο ένα µεγάλο βιβλίο, προσφέροντας το µε το χέρι διακοσµηµένο µε τα τότε παραδοσιακά χρυσά δαχτυλίδια µε το κόκκινο χρώµα, το µονόγραµµα…
Ο Προκόπης, επιστρέφοντας έτσι στα νεανικά του χρόνια, αισθανόταν ότι είχε αναγεννηθεί. Είχε ξαναγίνει νέος. Η ψυχή του πληµµύριζε πράσινους βλαστούς και λεπτά φύλλα, µακρόστενα, µε µικρές κίτρινες σταγόνες, που σε λίγο θα άναβαν για να γίνουν κρόκοι του Οχτώβρη.
Αγαπηµένε µας δάσκαλε, Νικόλαε Γαϊτανάκη από τον Κεφαλά, Αιωνία σου η Μνήµη.


