Η νέα απόφαση της Βενεζουέλας να ανοίξει τον πετρελαϊκό της τοµέα σε ιδιωτικές εταιρείες δεν αποτελεί απλώς µια τεχνική οικονοµική µεταρρύθµιση.
Πρόκειται για µια βαθιά πολιτική και γεωπολιτική στροφή, η οποία σηµατοδοτεί το τέλος ενός µοντέλου που κυριάρχησε στη χώρα και επηρέασε ολόκληρη τη Λατινική Αµερική για περισσότερες από δύο δεκαετίες. Η Βενεζουέλα λοιπόν σχεδιάζει να ανοίξει τον πετρελαϊκό της τοµέα σε ιδιωτικές εταιρείες. Σχετικό νοµοσχέδιο συζητήθηκε την Πέµπτη σε πρώτη ανάγνωση στο κοινοβούλιο στο Καράκας. Το σχέδιο νόµου προβλέπει ότι «ιδιωτικές εταιρείες µε έδρα τη Βενεζουέλα» θα µπορούν να προχωρούν στην εκµετάλλευση κοιτασµάτων πετρελαίου. Η συγκυρία δεν είναι τυχαία. Μετά τη στρατιωτική επέµβαση των ΗΠΑ στο Καράκας και τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο, η µεταβατική κυβέρνηση της Ντέλσι Ροδρίγκες κινείται ταχύτατα για να επαναπροσδιορίσει τη θέση της χώρας στο διεθνές σύστηµα.
Το νοµοσχέδιο που επιτρέπει σε ιδιωτικές εταιρείες να δραστηριοποιούνται απευθείας στην εκµετάλλευση πετρελαϊκών κοιτασµάτων, περιορίζοντας τον αποκλειστικό ρόλο της κρατικής PDVSA, συνιστά ιστορική ρήξη µε την κληρονοµιά του «τσαβισµού».
Τι ίσχυε µέχρι σήµερα
Μέχρι σήµερα, η δραστηριότητα στον στρατηγικής σηµασίας πετρελαϊκό τοµέα επιτρεπόταν αποκλειστικά µέσω κοινοπραξιών µε την κρατική εταιρεία PDVSA, η οποία διατηρούσε πάντα την πλειοψηφία και τον έλεγχο. Το νέο θεσµικό πλαίσιο σηµατοδοτεί αποµάκρυνση από το µοντέλο του αυστηρού κρατικού ελέγχου που ίσχυε εδώ και δεκαετίες.
Η πολιτική αλλαγή εκτυλίσσεται σε ένα ιδιαίτερα τεταµένο διεθνές περιβάλλον. Μετά τη σύλληψη του Μαδούρο κατά τη διάρκεια αµερικανικής επιχείρησης στις αρχές Ιανουαρίου, την εξουσία ανέλαβε µεταβατικά η αντιπρόεδρός του, Ντέλσι Ροδρίγκες. Ο Μαδούρο κρατείται στη Νέα Υόρκη, όπου αναµένεται να δικαστεί µε κατηγορίες περί «ναρκοτροµοκρατίας».
Παράλληλα, οι Ηνωµένες Πολιτείες προχώρησαν στον διορισµό νέας επικεφαλής της διπλωµατικής τους αποστολής στο Καράκας, ενώ ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραµπ έχει επανειληµµένα εκφράσει το ενδιαφέρον της Ουάσινγκτον για τα τεράστια πετρελαϊκά αποθέµατα της Βενεζουέλας. Οι διπλωµατικές σχέσεις µεταξύ των δύο χωρών είχαν διακοπεί από το 2019.
Η µεταβατική κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει σε κινήσεις καλής θέλησης προς τη διεθνή κοινότητα, επιτρέποντας την πώληση βενεζουελανικού πετρελαίου από αµερικανικές εταιρείες, διευκολύνοντας τις ξένες επενδύσεις και απελευθερώνοντας δεκάδες πολιτικούς κρατούµενους.
Το πετρέλαιο ως εργαλείο πολιτικής ισχύος
Για χρόνια, το πετρέλαιο υπήρξε το βασικό εργαλείο πολιτικής ισχύος της Βενεζουέλας. Υπό τον Ούγο Τσάβες και τον διάδοχό του, Μαδούρο, η εθνικοποίηση της ενέργειας δεν ήταν µόνο οικονοµική επιλογή, αλλά ιδεολογικό σύµβολο εθνικής κυριαρχίας και αντίστασης στην αµερικανική επιρροή.
Τα έσοδα από την PDVSA χρηµατοδότησαν κοινωνικά προγράµµατα στο εσωτερικό και πολιτικές συµµαχίες στο εξωτερικό, ιδίως µε χώρες όπως η Κούβα και η Νικαράγουα.
Ωστόσο, η κατάρρευση της παραγωγής, οι διεθνείς κυρώσεις, η κακοδιαχείριση και η χρόνια πολιτική κρίση αποδυνάµωσαν αυτό το µοντέλο. Σήµερα, η νέα ηγεσία φαίνεται να επιλέγει τον πραγµατισµό αντί της ιδεολογίας, επιδιώκοντας επενδύσεις, τεχνογνωσία και άµεση ρευστότητα, ακόµη και µε τίµηµα τη µείωση του κρατικού ελέγχου στον πιο στρατηγικό τοµέα της χώρας.
Αναδιάταξη ισορροπιών
Σε περιφερειακό επίπεδο, η στροφή αυτή αναδιατάσσει τις ισορροπίες στη Λατινική Αµερική. Η Βενεζουέλα παύει µε τον τρόπο αυτό να λειτουργεί ως ο βασικός χρηµατοδότης και πολιτικός πυλώνας του ριζοσπαστικού αριστερού µπλοκ, αποδυναµώνοντας τη συνοχή του. Παράλληλα, ανοίγει τον δρόµο για την επανενίσχυση της αµερικανικής παρουσίας σε µια περιοχή όπου τα τελευταία χρόνια είχαν αυξηθεί η επιρροή της Κίνας και της Ρωσίας, ιδίως στον ενεργειακό τοµέα.
Η επαναφορά της Βενεζουέλας ως σηµαντικού πετρελαϊκού παίκτη ενδέχεται επίσης να επηρεάσει τις περιφερειακές αγορές ενέργειας. Χώρες όπως η Βραζιλία, το Μεξικό και η Κολοµβία θα βρεθούν αντιµέτωπες µε έναν ανανεωµένο ανταγωνιστή, ενώ οι διεθνείς εταιρείες θα κληθούν να επιλέξουν µεταξύ διαφορετικών επενδυτικών προορισµών στην ήπειρο.
Οι κίνδυνοι παραµένουν
Παρά τα πιθανά οικονοµικά οφέλη, οι κίνδυνοι παραµένουν σηµαντικοί. Η κοινωνική νοµιµοποίηση µιας τόσο ριζικής αλλαγής δεν είναι δεδοµένη, ενώ η εγκατάλειψη ενός µοντέλου που συνδέθηκε στενά µε την εθνική ταυτότητα της χώρας µπορεί να πυροδοτήσει πολιτικές εντάσεις. Επιπλέον, η στενότερη ευθυγράµµιση µε τις ΗΠΑ ενδέχεται να καταστήσει τη Βενεζουέλα πεδίο νέων γεωπολιτικών ανταγωνισµών.
Τελικά, η υπόθεση της Βενεζουέλας αποτυπώνει µια ευρύτερη τάση στη Λατινική Αµερική: τη µετάβαση από την ιδεολογική αντιπαράθεση στον σκληρό γεωοικονοµικό ρεαλισµό. Το ερώτηµα που µένει ανοιχτό είναι αν αυτή η στροφή θα οδηγήσει σε σταθερότητα και ανάπτυξη ή αν απλώς θα εγκαινιάσει έναν νέο κύκλο εξάρτησης και αστάθειας, µε επίκεντρο – για άλλη µια φορά – το πετρέλαιο.
Πετρέλαιο και ΑΕΠ: η αριθµητική της εξάρτησης στη Βενεζουέλα
Το πετρέλαιο παραµένει πάντως ο καθοριστικός πυλώνας της οικονοµίας της Βενεζουέλας, παρά τη βαθιά ύφεση των τελευταίων ετών. Ιστορικά, ο πετρελαϊκός τοµέας αντιστοιχούσε σε 25%–35% του ΑΕΠ, ποσοστό που τον καθιστούσε τον σηµαντικότερο παραγωγικό κλάδο της χώρας.
Ακόµη πιο έντονη είναι η εξάρτηση στο εξωτερικό εµπόριο: περίπου το 80%–90% των εξαγωγών της Βενεζουέλας προέρχονται από το πετρέλαιο, ενώ τα έσοδα του κλάδου κάλυπταν πάνω από το 50% των κρατικών εσόδων πριν από την επιβολή των διεθνών κυρώσεων.
Η κατάρρευση της παραγωγής —από περίπου 3,2 εκατ. βαρέλια ηµερησίως στις αρχές της δεκαετίας του 2000 σε κάτω από 1 εκατ. βαρέλια τα τελευταία χρόνια— είχε άµεσο αντίκτυπο στο ΑΕΠ, το οποίο συρρικνώθηκε σωρευτικά κατά περισσότερο από 70% την περίοδο της κρίσης.
Παρά τη µείωση της συνολικής οικονοµικής δραστηριότητας, το πετρέλαιο εξακολουθεί να καθορίζει τις προοπτικές ανάκαµψης. Κάθε αύξηση της παραγωγής και των εξαγωγών µεταφράζεται άµεσα σε ενίσχυση του ΑΕΠ, γεγονός που εξηγεί γιατί το άνοιγµα του τοµέα σε ιδιωτικές επενδύσεις θεωρείται κοµβικό για την οικονοµική επιβίωση της χώρας.
Η συνέχεια αναµένεται συναρπαστική από πλευράς κινήσεων της νέας διορισµένης ηγεσίας στη Βενεζουέλα αλλά και τις ευρύτερες επιπτώσεις στις χώρες της Λατινικής Αµερικής που παρακολουθούν µε ιδιαίτερη προσοχή τις ραγδαίες εξελίξεις.


