24.4 C
Chania
Κυριακή, 31 Αυγούστου, 2025

Ναυτικές ιστορίες από την Ινδία

» Αναστοράται ο 95χρονος Γιώργος Καρεφυλάκης

Η πιο πρόσφατη αφήγηση, του 95χρονου, κ. Γιώργου Καρεφυλάκη, δηµοσιεύτηκε στις 4 Αυγούστου και αφορούσε τους «Βλεπέδες» – Αγροφύλακες στα Περβόλια, πριν να τον ευχαριστήσω για την αφήγηση, µου λέει παρακλητικά και συνάµα επιτακτικά 
«Ε!!! να µην χαθούµε, να ξανάρθεις σύντοµα, έχω να σου πω και ναυτικές ιστορίες».
Πιστός στην υπόσχεσή µου, τον επισκέφτηκα τη ∆ευτέρα 18 Αυγούστου, καθίσαµε στον παχύ δροσιό της αυλής του φιλόξενου σπιτιού του και άρχισε την αφήγησή του:
«Εγώ, κυρ ∆άσκαλε, έγινα ναυτικός εξαιτίας του πρώτου ξαδέρφου του πατέρα µου, του Αντώνη του Ανουσάκη από τα Μεσόγεια και αρχιµηχανικού στη ναυτιλιακή εταιρεία του Αχιλλέα Χαλκούση.
Η εταιρεία Χαλκούση είχε µερικά καράβια, παλιά µεν αλλά αξιόπλοα, και έκλεινε ναύλους σε προορισµούς που άλλες µεγάλες εταιρείες τους απέφευγαν λόγω δυσκολιών, εµπόλεµες ζώνες, δύσκολα λιµάνια, παράξενα φορτία. Πάντως σε αυτήν την εταιρεία υπηρέτησα σχεδόν όλα τα χρόνια ως ναυτικός
Σήµερα, θα διηγηθώ για τους αναγνώστες της εφηµερίδας δυο περιστατικά από ισάριθµα ταξίδια µου στην Ινδία την περίοδο 1960-65.
Είχαµε, λοιπόν, στα αµπάρια µας λιπάσµατα µε προορισµό την Ινδία. Μπήκαµε σε ένα µικρό κόλπο που στον µυχό του χυνόταν ένας σχετικά µικρός ποταµός, και έτσι το καράβι µας, µα και άλλα µικρότερα δεν έµπαιναν στο ποτάµι, παρά µόνο κοινές βάρκες. Γύρω γύρω ερηµιά και η κοντινότερη πολιτεία ήταν το Ποτισερί 24 χιλιόµετρα µακριά, στην άκρη της Ινδίας, απέναντι από την Κεϋλάνη..
Ήρθανε οι λιµενεργάτες και οι βάρκες και αρχίσαµε το ξεφόρτωµα. 6 µε 8 τσουβάλια έπαιρνε η κάθε βάρκα, τη φορτώναµε, έφευγε και ερχόταν η επόµενη. Είκοσι οκτώ µέρες κράτησε αυτό το αργό και πληκτικό ξεφόρτωµα.
Οι λιµενεργάτες δεν έφευγαν το βράδυ που σταµατούσε η δουλειά, έµεναν µέσα και εντύπωση µου έκανε η ενδυµασία τους. Το µόνο τους ρούχο ήταν ένα κοµµάτι ύφασµα, λίγο πιο µεγάλο από µια πετσέτα· το έβαζαν σταυρωτά, µε έναν ιδιαίτερο τρόπο στα σκέλια τους, το έδεναν κόµπο και αυτό ήταν, ίσα ίσα που έκρυβαν τη γύµνια τους.
Σε τρεις τέσσερις µέρες τέλειωσαν οι προµήθειες του σε φαγητό και όταν εµείς τρώγαµε στην τραπεζαρία, µε ανοιχτές τις πόρτες λόγω ζέστης, τους έβλεπες από τις πόρτες και τα φινιστρίνια να µας κοιτάζουν παρακλητικά και επίµονα, σαν να µας έλεγαν δώστε µας και εµάς. Νιώθαµε πολύ άβολα, να τρώµε εµείς και αυτοί να πεινάνε. Άνθρωποι είναι κι αυτοί και εργαζόµενοι όπως κι εµείς, έτσι µοιραζόµαστε για κάποιες µέρες το φαγητό µας. Στην πορεία τούς δώσαµε ένα καζάνι. Τους στελιώσαµε στο πίσω µέρος του καραβιού, που είναι ακίνδυνο για φωτιά, ένα τζάκι, τους δώσαµε και ρύζι και το µαγείρευαν µόνοι τους, λογιών λογιών.
Σε λίγες µέρες τελείωσε κι εµάς το πόσιµο νερό. Μας είπαν οι λιµενεργάτες ότι πιο πάνω στις όχθες του ποταµού είναι µια µικρή πηγή, είχαµε στο καράβι µια αλουµινένια βάρκα, εν είδει σωσιβίου, την αδειάσαµε, της αφαιρέσαµε τα εξαρτήµατα, την πλύναµε και πήγαµε και πήραµε νερό. Για τις µηχανές και τις άλλες ανάγκες χρησιµοποιούσαµε θαλασσινό νερό. Σε µεγάλη ανάγκη είχαµε και µηχάνηµα που έκανε το θαλασσινό νερό πόσιµο, αλλά έπρεπε να του βάλεις και ορισµένα συστατικά για να είναι εύγευστο.
Κάποιοι δικοί µας θέλανε να πάνε εξόδου στην Ποτισερί, την πιο κοντινή πόλη που προείπαµε, καλέσαµε λάντζα- βενζινάκατο και πήγαν καµιά δεκαριά. Οι µισοί, µε το που πάτησαν το πόδι τους γύρισαν πίσω γιατί δεν αντεχαν την ακαταστασία και το σκουπιδαριό, οι άλλοι που µείνανε σε ξενοδοχείο δεν κοιµήθηκαν καθόλου από τα ποντίκια που έκαναν παρέλαση.
Ανάµεσα σε αυτούς που πήγαν αλλά γύρισαν αµέσως, ήταν και ο ηλεκτρολόγος, ένας µεσοκαιρίτης φοβητσιάρης ναυτικός. Με το που γυρνούσαν µε τη λάντζα φαίνεται πως µετακινήθηκαν απότοµα στη µια πλευρά, έγειρε η λάντζα και φοβήθηκε, είδε και τα πολλά νερόφιδα που κατέβαζε το ποτάµι, που όµως δεν ήταν δηλητηριώδη καθώς µας είχαν πει οι ντόπιοι, και τον έπιασε η καρδιά του. Μόλις πιάσαµε λιµάνι, έτρεξε να πάει στον καρδιολόγο.
Έχω περάσει πολλά και καλά και άσχηµα στη θάλασσα, κυρ ∆άσκαλε. Άκου να σου πω τώρα για το ταξίδι στη διάρκεια του πολέµου µεταξύ Ινδίας και Πακιστάν, το 1965, αν θυµάµαι καλά.
Είµαστε κάτω στη νότιο Αφρική, στο Durban- Ντέρµπαν, για τροφοδοσία σε τρόφιµα, πετρέλαιο και οτιδήποτε άλλο χρειαζόµασταν, είχαµε φορτωµένο ρύζι και το πηγαίναµε στο Πακιστάν. Εδώ µάθαµε ότι ξέσπασε πόλεµος µεταξύ Ινδίας και Πακιστάν. Εγώ τροµοκρατήθηκα να πάµε σε µια χώρα που µόλις άρχισε πόλεµος.
Παίρνω, λοιπόν, διά µέσου του ασυρµάτου του πλοίου, τον µπάρµπα µου, τον Αντώνη τον Ανουσάκη, αρχιµηχανικό της εταιρείας Χαλκούση και του λέω τα καθέκαστα.
– Μπάρµπα, εγώ θα παραιτηθώ ίδια τώρα, θα πληρώσω τα εισιτήρια, αφού δεν έχω κλείσει εφτάµηνο και θα γυρίσω πίσω.
– Σώπα Γιώργη. Ο πόλεµος µέχρι να πάτε θα τελειώσει, το ξέρουµε, δεν σας στέλνουµε να σκοτωθείτε, µην κάνεις καµιά τρέλα να φύγεις, να ξεσηκώσεις και τους υπόλοιπους, θα κάµεις µεγάλη ζηµιά στην εταιρεία…
Τι να κάνω, τον άκουσα, αφού αυτός µε έβαλε στη δουλειά, και πραγµατικά µέχρι να πάµε είχε τελειώσει ο πόλεµος, αλλά τα πάντα ήταν κατεστραµµένα από τους βοµβαρδισµούς.
Μπήκαµε στο ποτάµι, εδώ ήταν πλωτό, τουλάχιστον για το δικό µας καράβι που δεν ήταν και µεγάλο, ξεφορτώσαµε και ετοιµαζόµαστε να φύγουµε. Ξαφνικά έρχεται σήµα από την εταρεία ότι το πλοίο ναυλώθηκε για ένα χρόνο από το κράτος, για να λειτουργεί ως µαούνα στα πολύ µεγάλα καράβια που έφερναν βοήθεια από την Αµερική και να µεταφέρει τη βοήθεια στις πολιτείες, βαθιά µέσα στο ποτάµι.
Εγώ τρελάθηκα. Ένα χρόνο σε µια κατεστραµµένη χώρα µε δυσκολίες στην τροφοδοσία, να σκεφτείς ότι ο τροφοδότης του πλοίου µάς έφερνε εφόδια από τη Σιγκαπούρη.
Έψαχνα, λοιπόν, τρόπο να δικαιολογήσω την αναχώρησή µου από το πλοίο, δίχως να πληρώσω εγώ τα εισιτήρια.
Μικρός είχα πέσει και είχα χτυπήσει στο πρόσωπο και έµεινε µέσα από το δεξί µάγουλο ένα µικρό εξόγκωµα σαν το στραγάλι, που δεν µε ενοχλούσε στο παραµικρό.
Σκέφτηκα, τότε, να χρησιµοποιήσω αυτό το µικρό «ογκίδιο», πήγα στον γιατρό της εταιρείας, αλλά δεν µου έδωσε χαρτί για επείγουσα θεραπεία και στενοχωρήθηκα πολύ.
Στο καράβι µας, µα και στα άλλα καράβια κυκλοφορούσε ένας ντόπιος όµορφος και ευγενικός νεαρός, ήξερε και λίγα ελληνικά και µας έλεγε να τον φωνάζουµε Μανώλη. Αυτός µας έκανε κάποιες ευκολίες, να µας αγοράσει κάτι ή κάποια άλλη ευκολία και του δίναµε κάποιο πουρµπουάρ.
Έτσι απευθύνθηκα στον Μανώλη και του εξήγησα τι θέλω.
Μου λέει, έχεις τίποτα να φιλέψουµε τον γιατρό;
Ναι, έχω πάρει δυο ωραία πουκάµισα µε τις γραβάτες τους από το Ντέρµπαν και τα έχω άθικτα στη βαλίτσα µου.
Φτάνει το ένα, µου λέει, πάµε στον ίδιο γιατρό.
Του µίλησε ο Μανώλης, του δώσαµε και το δωράκι και µας έδωσε το πολυπόθητο χαρτί, ότι χρειάζοµαι ειδική θεραπεία γιατί, µάλλον, πρόκειται για καρκίνο.
Επέστρεψα στην Αθήνα χωρίς να χρεωθώ τα εισιτήρια, τα πλήρωσε η εταιρεία και µετά τα πήρε πίσω από το ΝΑΤ (Ναυτικό Αποµαχικό Ταµείο). Πήγα στην εταιρεία και όλοι ήταν καταστενοχωρηµένοι, γιατί ο Γιώργος είχε καρκίνο, σύµφωνα µε το χαρτί του γιατρού.
Σε κανέναν δεν είπα τίποτα και το “ογκίδιο” τώρα και κάµποσα χρόνια έφυγε µόνο του».

*Ο Γεώργιος Μανιαδάκης είναι
συνταξιούχος δάσκαλος


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα